Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2008

ΝΑ 'ΜΟΥΝ ΤΟ ΜΑΗ ΜΟΥΡΤΖΙΑ, ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΕΒΣΕΕΒ...(ή αλλιώς, ανταπόκριση από τη Γιούρμαλα της Λεττονίας)

"Γιούμαλα" στα Φινλανδικά σημαίνει Θεός.
"Γιούρμαλα" στα Λεττονικά δεν ξέρω τι σημαίνει, αλλά πάντως όχι Θεός.


Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η Λεττονία είναι μια χώρα της Βαλτικής που εκτείνεται σκακιστικά, δηλαδή οριζοντίως και καθέτως. Οριζόντια, δε συναντάς γήλοφο ψηλότερο των 5 μέτρων. Κάθετα, η απόσταση των γυναικών από τα νύχια μέχρι τη μέση δεν είναι μικρότερη του 1.50. Ασυνήθιστες εκτάσεις για Έλληνες...



Η πρωτεύουσα Ρίγα είναι μια ήσυχη πόλη που λατρεύει τις γάτες και μισεί τους Έλληνες σκακιστές και τους Ρώσους γενικώς (βλ. μουσείο "Κατοχής", δηλ. Ρωσικής Κατοχής, λες και οι Ναζί δεν υπήρξαν ποτέ, τσ-τσ-τσ!). Η Ρίγα λοιπόν, ερημώνει κατά τις 9 το βράδυ, λες και χτυπάνε οι σειρήνες για την επιδρομή της Λουφτβάφε. Δεδομένου ότι το κάπνισμα απαγορευόταν ολοσχερώς (ελεύθεροι σκοπευτές έχουν ακροβολιστεί στα πιο απίθανα σημεία για να τιμωρούν παραδειγματικά τους άθλιους παραβάτες), υποψιάζομαι ότι έτρεχαν σπίτια τους για να φουμάρουν. Ή ίσως σε κάποιο από τα αναρίθμητα καζίνο, που συναγωνίζονται σε αριθμό τα μανιτάρια της χώρας. Τι άλλο να προσδοκά κανείς από μια πόλη με τέτοιο όνομα... Αν σ' αυτό προσθέσουμε και την καλλίπυγο συλφίδα Ρωσικής καταγωγής που τριγυρνούσε διαρκώς στο χώρο των αγώνων με το μίνι (και δεν εννοώ το ούζο), καθιστώντας το άναμμα της κεντρικής θέρμανσης περιττό, καταλαβαίνετε ότι είχαμε μεγάλο πρόβλημα να λύσουμε (για την ακρίβεια 18 προβλήματα).


Ας το παραδεχτούμε ωστόσο. Το αποτέλεσμα της ομάδας ήταν απογοητευτικό. Η εικοστή θέση που καταλάβαμε, ούτε που καταλάβαμε πως προέκυψε. Όλα ξεκίνησαν καλά, αφού στον Open διαγωνισμό λύσης τη Δευτέρα ο Κώστας Πρέντος διέπρεψε κάνοντας 53,5/60 βαθμούς, καταλαμβάνοντας την 6η θέση (συμμετείχαν όλα τα μεγαθήρια) και πραγματοποιώντας τη 2η νόρμα του για τον τίτλο του GM λύσης. Μάλιστα του είχαν καταχωρίσει 54,5 βαθμούς και τον έδιναν τρίτο, μα ο ίδιος ο Κώστας, ως βράχος ηθικής, έσπευσε να αποκαταστήσει την παροδική εύνοια της τύχης. Αναρωτιέμαι μήπως δεν είναι Έλληνας...Ο Νίκος Μενδρινός δεν τα πήγε τόσο καλά στο Open τουρνουά πετυχαίνοντας μόνο 37,5, ενώ η αφεντιά μου έφτασε στο ικανοποιητικό 36. Κάθε φορά που περνάω το 50% είμαι ευχαριστημένος - ιδίως αν πρόκειται για μετοχές εταιρίας.




Η συνέχεια δυστυχώς, έγινε ελλείψει Γιούμαλα. Ο Βελιμίροβιτς που έβαζε τα προβλήματα (και που άμα ξαναδεί κερασμένη μπύρα από μένα να μου τρυπήσετε τη μύτη) διάλεξε ορισμένα εύκολα -για το επίπεδο που μιλάμε - με αποτέλεσμα την πρώτη μέρα να βρίσκονται οι πρώτες δώδεκα ομάδες σε απόσταση 8-9 βαθμών. Ο Νίκος ρεφάρησε, και με ένα 40/45 έδειξε τα δόντια του (με όλα τους τα σφραγίσματα, κοφτερά εντούτοις). Ο Κώστας περιορίστηκε στους μέτριους 35 β. κι εγώ στους 26. Κλωτσήσαμε πόντους στα δυάρια, τη στιγμή που κάποιοι σηκώνονταν στα 10 λεπτά (όσο χρόνο χρειαζόμουν για να γράψω το όνομά μου). Έτσι το βράδυ της Τρίτης ισοβαθμούσαμε στην 14-17 θέση, με όλες τις ομάδες να βρίσκονται πολύ κοντά.

Η Τετάρτη δεν ήταν καλύτερη μέρα, παρ' ότι διαπιστώσαμε με έκπληξη ότι ο ήλιος περνάει κι από τη Γιουρμάλα καμιά φορά. Στα Helpmates, ή "προβλήματα αρωγής", όπως τα ονόμασα, γκρεμίστηκε ο φούρνος του κυρ-Ηλία στο Μεγανήσι. Έλυσα και τα τρία δικαιολογώντας την παρουσία μου στα μακρινά έλη της Βαλτικής. Στις άλλες δύο κατηγορίες βέβαια δεν περίμεναν και πολλά από μένα, με αποτέλεσμα να χάσουμε ένα τουλάχιστον πρόβλημα σε "πολυκινησιακά" και "προβλήματα αυτοκαταστροφής", έκαστος. Το επίπεδο δυσκολίας τη 2η μέρα του Παγκόσμιου ήταν κάπως ανεβασμένο, μα όλοι έλυναν από κάτι. έτσι η ομάδα μας έφτασε στους 143,5/180 βαθμούς, ενώ η δωδεκάδα (που ήταν ο καταρχήν στόχος) απείχε μόλις 6-7 βαθμούς, ήτοι ένα και μισό πρόβλημα ακόμα. Πολλές ομάδες κατέρρευσαν στα Selfmates (όπως οι Άγγλοι που διεκδικούσαν το χρυσό), με τους Ρώσους να κερδίζουν πάνω στο νήμα (178/180) και σε ισοβαθμία με τους Γερμανούς (μέτρησε ο καλύτερος χρόνος!).

Όσο για μας, ατομικά, όλοι μαζέψαμε περισσότερους πόντους απ' ότι είχαμε στη Ρόδο πέρυσι, κάνοντας μάλιστα το υψηλότερο ποσοστό μας σε Παγκόσμιο. Φευ! Αυτό δεν ήταν αρκετό, λόγω των πολύ κοντινών αποτελεσμάτων. Η μπίλια έκατσε στο 20. Μαύρο. Πίσσα.

Ο Κώστας είχε συνολικά 68,5/90, ο Νίκος 65/90 και η ταπεινότητά μου γαντζώθηκε πάνω από το πολυπόθητο 50% με 46,5/90 (με την αρωγή των ομώνυμων προβλημάτων). Διέπρεψε φυσικά ο Πετράκης (ο Πολωνός Μούρτζια),


που κέρδισε λύνοντας τα πάντα, από σπουδές μέχρι κορδόνια παπουτσιών, κι από τριάρια μέχρι το Μεσανατολικό. Άψογος και ο Μπάρμπα-Εβσέεβ (αριστερά στην παρακάτω φωτό), αλλά λίγο πιο αργός...


Να μην ξεχάσω τον υπερδραστήριο και ακάματο Χάρη Φουγιαξή (πράγμα όχι δύσκολο, αφού ήταν όλη μέρα κλεισμένος στις υποεπιτροπές συνεδριάζοντας), ο οποίος στήριζε την ομάδα ηθικά, κερνώντας τα ποτά της παρηγοριάς.
Γενικά, είναι εντυπωσιακό να βλέπεις όλους αυτούς τους θηριώδεις λύτες μαζεμένους και ιδίως να βλέπεις τους χρόνους στους οποίους λύνουν τα προβλήματα. Σε πιάνει η ψυχή σου. Και εντυπωσιάζεσαι ακόμα περισσότερο από την αστείρευτη δίψα τους για διάκριση, έτσι, ρομαντικά, κι όχι για τη διεθνή καταξίωση ή τα χρήματα, όπως στο - διεφθαρμένο πια- αγωνιστικό σκάκι.
Θέλουμε πολύ ακόμα για να αγγίξουμε τέτοια ύψη.


Κάτι ψιθυριζόταν στους διαδρόμους ότι το επόμενο Παγκόσμιο θα είναι στη Βραζιλία (και δη στο Ριο, όπου επιτρέπεται το κάπνισμα -και άλλα πράγματα). Ευκαιρία λοιπόν για όλους τους Έλληνες σκακιστές και λύτες ν' αρχίσουν να προετοιμάζονται για το ερχόμενο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Λύσης. Μερικά μαθήματα σάμπα, ίσως βοηθήσουν αποφασιστικά.


Ο Πολεμικός Ανταποκριτής του περιοδικού (και αμετανόητος βάρδος μακρόσυρτων και ηρωικών σάγκα), Παναγιώτης Κονιδάρης, BEL

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2008

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΠΝΙΖΟΥΝ

Αυτό είναι πρόβλημα. Να έχεις κόψει το τσιγάρο προ εβδομάδος και να πρέπει να μιλήσεις για μια ποιητική συλλογή με το μαυλιστικό τίτλο "ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΠΝΙΖΟΥΝ".
Όμως το χρωστούσα στη διαδικτυακή φίλη "Φαίδρα Φις", την ποιήτρια Χαριτίνη Ξύδη πάει να πει, που μου έκανε την τιμή να εμπιστευτεί την ανάπηρη -όσο και ακίβδηλη- κρίση μου. Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, λοιπόν η νέα ποιητική της επίθεση. Επίθεση με νύχια και με δόντια. Με λέξεις που δε ζητούν κατανόηση και οίκτο, αλλά αγκιστρώνονται με θράσος πάνω σου σαν οίστροι. Με στίχους που περιελίσσονται με μίσχους παρηχήσεων και παρακλάδια εικονοπλαστικά γύρω από την πραγματικότητα, μέχρι που αυτή βουλιάζει αποχαυνωμένη στη μέθη του υπερβατικού. Με ποιήματα που απηχούν τη μοναξιά και την οδύνη του σώματος, τον περιδεή αποκλεισμό του από τα άλλα σώματα και τις άλλες, τις μυριάδες ψυχές, τον εγκλεισμό του στην ανοικτίρμονα ειρκτή του χθεσινού μέλλοντος.


Πολλά είπα, και δεν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος. Καλύτερα να αφήσω λίγους στίχους να τρέξουν στην οθόνη.


ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΠΝΙΖΟΥΝ

Μια βραδιά κοιμάται κι ασημίζει
Του φεγγαριού τα πάρκα
Βαριά όνειρα καπνίζει
Βουβός άνεμος θυμίζει
Παραμύθια ατέλειωτα
Και τα όνειρα καπνίζουν
-ένα τρένο που σφυρίζει-

Θαύματα κι οράματα
Το λιβάνι τους μυρίζει
Και φώτα αχαλίνωτα

Βιαστικός άγγελος δανείζει
Φτερά σε ερπετά.




Η Χαριτίνη Ξύδη δεν ξέρω πότε γεννήθηκε -τη γουστάρουν αυτή την απροσδιοριστία οι γυναίκες για να συντηρούν το μυστήριο του φύλου τους-, έχει προλάβει πάντως να εκδόσει ακόμα τις ποιητικές συλλογές:


"Το ράμφος"
"Η ερωμένη απολεσθέντων θαυμάτων" και
"Οι τρομπέτες του Οκτώβρη", όλες από τις εκδόσεις Κώδικας, καθώς και το "C-Minor, Ένα αιρετικό ρομάντζο", από τις εκδόσεις Ιωλκός. Για τα βραβεία της δε γράφω, καλύτερο βραβείο είναι να επισκεφτεί κανείς το ιστολόγιο της, αφού βεβαιωθεί ότι δεν έχει κάποια επείγουσα δουλειά...




Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2008

ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ (μέρος τελευταίο)


Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΠΙΟΝΙΟΥ
Ήγγικεν η ώρα του πιονιού. Και όσο κι αν έστυβα το μυαλό μου σα λεμόνι (αναφέρομαι στο μέγεθος κι όχι στη διαδικασία), τίποτε χιουμοριστικό δεν κατέβαινε. Οι ιδέες μου θλιβερές, σαν τις παρτίδες μου. Ο χρόνος πιεστικός, όπως στις παρτίδες μου κι αυτός. Μέχρι που ένα βράδυ ξύπνησα από έναν ψίθυρο. Ερχόταν από την ξύλινη σκακιέρα που έχω δίπλα στο τζάκι. Θεέ μου πόσο αλλόκοτο ήταν! Μες στο σκοτάδι και τη σιγαλιά έσκυψα κι αφουγκράστηκα. Και τότε άκουσα τις ιστορίες των πιονιών και μονομιάς ήξερα τι να γράψω.

ΧΩΡΟΣ:ΠΑΝΤΟΥ, ΧΡΟΝΟΣ:ΠΑΝΤΑ.
-ε4: «Κάποτε με είπαν Ιουδήθ. Ήταν τότε που οι Ασσύριοι, ασκέρια ολάκερα, άντρες πεινασμένοι για βία, χωρίς οίκτο και χωρίς πρόσωπο, έφτασαν στις πόρτες μας αρματωμένοι με αδυσώπητο θράσος για να γκρεμίσουν τα Άγια των Αγίων. Κανείς δεν άντεχε ν’ αντισταθεί στη λαίλαπα του μετάλλου. Οι προύχοντες κι οι στρατηγοί κρύφτηκαν στα θολωτά τους κελιά, πίσω από τείχη χάρτινα και κάτω από νόμους της σιωπής. Κι εγώ τότε φόρεσα το κόκκινο λινό μου φόρεμα και τα χρυσάφια, που κρέμονταν από πάνω του σαν την κρούστα στο ξεραμένο αίμα. Φόρεσα και τη λεπίδα της αποκοτιάς, ακονισμένη από τα μαύρα παρακλητικά μάτια του λαού μου. Και βγήκα εκεί έξω. Και ήμουν στο κέντρο αυτού που θα ονόμαζες σκακιέρα, σαν πόρνη σεμνή και σαν γυμνή αγία. Προχώρησα ανάμεσα σε λύκεια μάτια και σε φράχτες δερμάτινους μέχρι τη σκηνή του Αξιωματικού. Δεν το κρύβω, ήπια μαζί του. Τον έκανα να βουλιάξει στη χαύνωση της ανωτερότητας. Τον έκανα ν’ αγαπήσει το βόμβο του αίματος στ’ αυτιά του, όπως το μωρό αγαπάει το νανούρισμα.
Και μετά, όταν η μακριά κώμη του σκέπασε τα μάτια, τον έκανα να νιώσει την αστραπή του Θεού μου, που ξέσπασε σαν πίδακας στον κομμένο του λαιμό. Γύρισα πίσω με το κεφάλι του Ολοφέρνη στο δισάκι μου. Την άλλη μέρα ο μαύρος στρατός έφυγε για τη Βαβυλώνα του. Δεν το έκανα για τη δόξα, ένα πιόνι είμαι μόνο. Το έκανα από χρέος».


-ε5: «Μετά με φώναζαν Κυνέγειρο. Θα ήταν νομίζω όταν άρχισα να μυρίζω τον ιδρώτα των ηρώων. Αυτών που δεν είχαν σκουτάρι για τους ίδιους παρά μόνον για τους συντρόφους τους. Αυτών που στήθηκαν σε στοίχους σαν τις Μοίρες, πρόθυμοι να βάψουν τις παπαρούνες πιο κόκκινες. Τη θυμάμαι καλά εκείνη την παρτίδα –παρτίδα δε θα την έλεγες; Θυμάμαι τα λεφούσια που γεννοβολούσε η Ασία, με τις πολύχρωμες αντιξυρίδες και τα λοφία από φτερά εξωτικών πουλιών. Θυμάμαι και τον πρώτο ήλιο που τάχυνε το βήμα μας, χίλια πόδια σαν ένα. Και την κάψα όταν το χώμα τρύπωνε στα ρουθούνια μου, άνυδρο σαν τη ράτσα μου. Μετά όλα έγιναν κρότος. Πατούσα σε σώματα και δεν κοίταζα πίσω. Τα πιόνια δεν κοιτούν πίσω, έτσι δεν είναι φτιαγμένοι οι κανόνες; Ούτε και το αγριεμένο χρεμέτισμα των ίππων με έσκιαξε.
Είχα γίνει όλος μια πεδιάδα, ήμουν όλος ένας Μαραθώνας, που απλώθηκε ίσαμε τη θάλασσα. Κι όταν αγκάλιασα τα μαύρα σκαριά, τα πισσωμένα με τρόμο και υποταγή, νόμιζα πως θα ξεκολλήσω τους αρμούς τους. Μου έκοψαν το χέρι, είναι αλήθεια. Όμως είχα κι άλλο. Είχα ακόμα και δόντια. Ήμουν πάνοπλος, σαν τον Πολυνείκη στην Έβδομη Πύλη της Θήβας. Μα αυτό είναι από τις ιστορίες που διηγείται ο αδερφός μου ο Αισχύλος. Η δικιά μου ιστορία, είναι ιστορία πιονιού. Δεν έχει πισωγυρίσματα. Μόνο μπρος με πάει».

-ε6: Κλαύδιος Πετρώνιος ήταν το όνομα που μ’ έκανε να στρέφω το κεφάλι. Όχι τίποτε σπουδαίο δηλαδή, μην πάει ο νους σου σε ισχυρές φατρίες. Πόσο μάλλον που ήμουν απελεύθερος, ένα πιόνι πάει να πει. Ατσάλι τα μπράτσα μου από τα κάτεργα, ατσάλι κι η ψυχή μου από την ανέχεια. Μερικά σηστέρσια με οδήγησαν εκεί, στα Καταλαυνικά Πεδία, κι αυτά λειψά, σαν τις υποσχέσεις διεφθαρμένου εκατόνταρχου. Μα να, υπηρετούσα τη δόξα, σήκωνα ψηλά τον αετό, κι αυτό είναι κάτι για να αφηγείσαι στα εγγόνια σου. Είχα ξορκίσει το φόβο, όχι σε βωμούς βακχικών θεών, μα με το ίδιο το αργασμένο πετσί μου. Είχα μασήσει χορτάρι και είχα ξεδιψάσει σε γούρνες στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Έτσι, εκείνη τη μέρα που αγνάντευα, θολούς μέσα στην καλοκαιριάτικη βράση, τους δασύτριχους Ούννους, μιλιούνια αιμοσταγή, τερμίτες ακόρεστους, τίποτα δε με φόβιζε και τίποτε δε σεβόμουν. Γι’ αυτό κι όταν σάλπισε η ανάγκη δούλεψα ευσυνείδητα. Τόσο, που η λαβή του κοντού ισπανικού μου ξίφους ξεχείλισε στον καρπό μου. Κι όταν η Μάστιγα του Θεού έριξε ίσα κατά πάνω μας εκείνα τα τρομερά κάστρα, τα ογκώδη θηρία που ούρλιαζαν το θάνατο, είχα την πρόνοια ν’ ακολουθήσω τις γραμμές μας, που αραίωναν ευέλικτα για να τα εγκλωβίσουν στα μετόπισθεν και να τα ξεκοιλιάσουν αμείλικτα, σα δύσμοιρα ψάρια.
Όλη τη μέρα προχωρούσα μπροστά και σκότωνα λοξά, όχι για τα σηστέρσια, ούτε για τους πραιτοριανούς. Μόνο γιατί έτσι διδάχτηκα, γιατί έτσι επιτάσσει ο Νόμος. Αυτός που δε θα με θυμηθεί, μα που θα υπάρχει και μετά από μένα. Κι αν θες να ξέρεις, και μετά από σένα».

-ε7: «Μιλάει ο Βροχή- Στο- Πρόσωπο. Μου είπαν πως δεν έκλαψα όταν γεννήθηκα. Πως τα σημάδια στα φύλλα των δέντρων το έδειχναν καθαρά πως θα γίνω πολεμιστής. Δεν πολέμησα όμως τότε, στην κοιλάδα του Μεγάλου Κέρατου με το σφοδρό άνεμο, με τα κόκκινα βράχια ή με το παγερό χιόνι. Αυτά είναι αδέρφια μου. Αντίπαλοί μου ήταν τα Λευκά Πρόσωπα. Ήλθαν κάποτε στη γη μας, σταλμένοι λέει από τη Βασίλισσα τους. Κι εμείς τους είπαμε να ζήσουν. Τα τετράγωνα ήταν πολλά, έφταναν για όλους. Μα αυτοί δεν παζάρευαν. Ήθελαν τα πάντα. Κι έτσι αναγκάστηκα να δανειστώ ξύλα από την οξιά για τα βέλη και πέτρα λαξεμένη από το βουνό για το τσεκούρι. Έφτιαξα και χρώματα. Μαύρο για τη γενναιότητα των παιδιών μου. Άσπρο για την ανάπαυση των προγόνων μου. Και κόκκινο για το δικό μου το θυμό. Κι όταν έφτασε η ώρα ξεχύθηκα σα βούβαλος σε οίστρο και σαν τον αγέρα που ξυρίζει τις πλάτες των αλόγων. Αυτοί είχαν φυσικά βέργες της φωτιάς, που χτυπούσαν σαν τον κεραυνό από μακριά. Μα εγώ είχα τη λάμψη του κεραυνού στα μάτια και τη φωτιά του Μανιτού στην καρδιά. Εκείνη τη μέρα δε σταμάτησα ούτε κι όταν δεν είχε μείνει κανένας ορθός από τους άντρες με τα μαλλιά σαν τα ώριμα στάχυα. Δεν έπαψα μέχρι που το ποτάμι χόρτασε αίμα και οι γύπες λευκή σάρκα. Πήγα κι άλλες φορές στην κοιλάδα ψάχνοντας του κάκου για τη Βασίλισσά τους. Μα κι όταν τα κόκαλά τους ξάσπρισαν κάτω απ’ τον κόκκινο ήλιο, αυτή δεν εμφανίστηκε. Έφτασα μέχρι αυτό που λες Έβδομη Γραμμή. Πήρα πίσω τα ποτάμια και τα βοσκοτόπια μας. Πήρα πίσω την τιμή μου, αυτήν που κάνει τον πολεμιστή να αναπνέει. Μα βλέπω τα Λευκά Πρόσωπα να ξανάρχονται. Βλέπω και τα δικά μας τα σκαμμένα από τον κάματο. Βλέπω και τους άντρες να ζητούν πυροβόλα, να ντύνονται σαν τους Λευκούς στο σώμα και στην ψυχή. Τη μαύρη ψυχή.
Γι’ αυτό βλέπεις το πρόσωπό μου να σκοτεινιάζει. Μίλησε ο Βροχή- Στο- Πρόσωπο, το πιόνι».

-ε8: «Με λένε Ρότζερ. Ή μήπως Χάινριχ; Ίσως και Γεβγκένι. Τι σημασία έχει;
Περπάτησα στις πεδιάδες της Γαλλίας και στις ερήμους της Αφρικής. Διέσχισα δασώδεις εκτάσεις στη Γερμανία και τα βαλτοτόπια της Λιθουανίας. Κοιμήθηκα στις παραλίες της Ιταλίας και στη χιονισμένη ρωσική στέπα. Έκανα φίλο την πείνα κι αδέρφι τον πόνο. Προέλασα αμέτρητες φορές με τις σκισμένες μπότες μου και τις αναρίθμητες ψείρες μου. Μα δεν παραπονιέμαι. Έτσι προέβλεπε το Σχέδιο. Και κάθε φορά που η νίκη ήταν με το μέρος μου έκανα μια χαρακιά στο τόξο μου, στη λαβή του ξίφους μου ή στο κοντάκι του όπλου μου. Γραμμές πάνω από γραμμές σαν τα σκαλιά προς το θάνατο ή προς τη δόξα. Ναι, ήρθε και η δόξα. Ήμουν κομμάτι της. Αμελητέο, αλλά κομμάτι της. Ήταν εκεί, στην Όγδοη Γραμμή. Ακολούθησε η προαγωγή. Μου κρέμασαν σιρίτια στον ώμο και χαλκάδες στο στήθος. Μα εγώ το μόνο που προσδοκούσα ήταν ένα γυναίκειο χέρι στον ώμο μου και ένα μωρό να κρέμεται στο στήθος μου με τις ουλές. Το μόνο που επιζητούσα ήταν γαλήνη. Μα γαλήνη δεν προβλέπεται για τα στρατιωτάκια. Την άλλη κιόλας στιγμή έπρεπε να ξαναγυρίσω στις γραμμές μου και να ξαναρχίσω την πορεία. Προς το θάνατο ή προς τη δόξα. Το ίδιο είναι. Δε με κόφτει που είμαι αναλώσιμος, γιατί χρόνια, αιώνες τώρα γνωρίζω το μυστικό. Έτσι, σκύψε, σκύψε να το ακούσεις: Οι σάρκες μου οικοδομούν το γίγνεσθαι. Και ο χαμός μου το είναι. Μην τρομάζεις. Υπάρχεις όσο κι εγώ. Μόνο τόσο».
………………………………………………………………………………………….

Το καταλαβαίνω. Ετούτη τη φορά δεν είχα αστεία ν’ αραδιάσω. Συγχωρήστε την ανικανότητά μου να σας κάνω να χαμογελάσετε. Φταίει που εκείνος ο ψίθυρος συνεχίζεται. Ξυπνάει όταν κοιμούνται οι άλλοι ήχοι. Πάσχισα να τον αποφύγω, να σφαλίσω τ’αυτιά και το μυαλό μου. Μάταιος κόπος. Κάθε φορά, πειθήνια, σηκώνομαι και πλησιάζω την πηγή του. Μοιάζει σαν ένα χέρι να με κινεί κάθε νύχτα, ξανά και ξανά στο ε4. Απομένω ολομόναχος, σαν πιόνι σε μιαν έρημη κοσμική σκακιέρα. Υπακούω ύστερα στην αναπόδραστη ανάγκη μου να διηγηθώ ιστορίες. Και το κάνω όσο πιο σιγανά μπορώ, σχεδόν ψιθυριστά. Δε θέλω δα να σας αναστατώσω…

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2008

ΚΡΕΑΣ Ή "ΚΡΕΑΣ";

Αφού θα μιλήσω για φαγητό, να πω ότι με φάγανε κάποιοι φίλοι γιατί παράτησα το μπλογκ. Αχ, και νά ξεραν τι περνάω κάθε καλοκαίρι... Έχουν όμως δίκιο. Άρα επιστρέφω ξανά, τώρα που το νέο μου μυθιστόρημα έχει πάρει το δρόμο του και εγώ έχω κάπως χαλαρώσει.


Ανοίγω τις προάλλες το μέιλ μου και τι να δω; Μια παραπομπή σε αυτήν εδώ την καταχώριση (ίσως η καταχώριση να έχει πια αλλάξει, αναφέρομαι σε αυτή με τα ταχυφαγεία).






Ωραία πράματα! Ρίξατε μια ματιά, φαντάζομαι. Ομολογώ ότι σοκαρίστηκα κάπως. Όχι πως τ' ακούμε πρώτη φορά, αλλά δεν είχα ξαναδιαβάσει τέτοιες λεπτομέρειες. Φυσικά δεν είμαι οπαδός των εν λόγω αλυσίδων καταστημάτων γρήγορου φαγητού. Θα έλεγα ότι ούτε απ' έξω δεν περνάω (και λόγω απόστασης :-)). Το συζήτησα με ένα φίλο όμως, που αρέσκεται σε αυτό το είδος διατροφής. Υποστηρίζει ότι όλα αυτά είναι ίσως προβοκάτσιες, ότι δηλαδή τα εστιατόρια αυτά ουδέποτε θα χρησιμοποιούσαν μεταλλαγμένα τρόφιμα, για να μη χάσουν το πολυπληθές πελατολόγιο τους. Κατηγόρησε μάλιστα και το συγκεκριμένο ποστ ως μύθευμα ή αναπαραγωγή μυθεύματος.

Δεν μπορώ να γνωρίζω ποια είναι η αλήθεια. Καταλαβαίνω όμως πως μια πολυεθνική έχει σαν εικόνισμα τη μεγιστοποίηση του κέρδους και μετά κόπτεται για όλα τα άλλα. Η ασφάλεια των πελατών της έρχεται σε νιοστή μοίρα και μόνο εφόσον γίνει κάποιος σχετικός ντόρος ή σε περίπτωση που η απρόσωπη Εταιρία θέλει να προβάλει το "ανθρώπινο πρόσωπό της". Παρά τις αντιρρήσεις του φίλου μου, κλίνω να πιστέψω την ειλικρίνεια του εν λόγω ποστ, αν και ως άνθρωπος που σέβεται την αντικειμενικότητα, θα το ψάξω περισσότερο. Αν πάντως είναι αλήθεια έστω και το ένα εκατομμυριοστό από όλα αυτά, τότε οι συνέπειες θα είναι ολέθριες και -αλίμονο!- κοντοπρόθεσμες.

Ακόμα κι αν όλο αυτό είναι οργουελιανό παραμύθι, φοβάμαι πως δεν απέχει και πολύ η εποχή της υλοποίησής του. Αν δε αληθεύει το κλισέ "Είμαστε ό,τι τρώμε", τότε σίγουρα σε μια παραμορφωτικά μεταλλαγμένη κοινωνία σαν τη δικιά μας, τα φαγητά (και τα ποτά) που μας αξίζουν είναι γάλα με μελαμίνη, χάμπουργκερ με κρέας μεταλλαγμένου "βοοειδούς" και νερό με εξασθενές χρώμιο.





Για κάτσε να δω αν περίσσεψαν λίγα ντόπια φασολάκια κι ένα μπακαλιαράκι από το μεσημέρι...

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2008

ΑΚΟΥ ΓΙΟΥΡΜΑΛΑ...

Αλήθεια σας λέω, Γιουρμάλα μου το είπανε, το μέρος που θα γίνει σύντομα το 51ο Παγκόσμιο Συνέδριο Σύνθεσης (και Λύσης) Σκακιστικών Προβλημάτων.


Πρόκειται για ένα θέρετρο (ελπίζω να άκουσα καλά το πρώτο γράμμα) στις ακτές της Βαλτικής, στη Λεττονία. Αρχηγός της αποστολής ο συνήθης ύποπτος, σκακιστικός βασανιστής και σεσημασμένος συνθέτης, που πρόσφατα θεάθηκε με μαύρα γυαλιά και καβουράκι να παρακολουθεί στενά την πρόοδο των αθλητών- λυτών της ομάδας στο Μεγανήσι, Χάρης Φουγιαξής.
Φυσικά ο Χάρης δεν παίζει (τρελός είναι;), βάζει άλλους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα. Μετά τους παρηγορεί για τα δήγματα.
Πρώτος και καλύτερος της ομάδας των λυτών ο Κώστας Πρέντος.

Ισόβιος Πρωταθλητής Ελλάδας, ο Κώστας παραμένει λύτης υψηλού επιπέδου (ακόμα κι αν χρειάζεται να φοράει τακούνια). Λύνει τα δυάρια πιο γρήγορα απ' ότι εσείς λύνετε τα κορδόνια των παπουτσιών σας. Φυσικά είναι πάντα σεμνός και λιγομίλητος, πράγμα που εξηγεί το γιατί δε με κάνει παρέα!

Δεύτερος τη τάξει (και στο ύψος των τακουνιών) ο Νίκος Μενδρινός, γνωστό φωτομοντέλο.

Στη φωτό (δε βρήκα δυστυχώς τη γυμνή φωτογράφηση που είχε κάνει για το Playgirl), για όσους δεν ασχολούνται με τα καλλιτεχνικά (σκάκια!) είναι ο τύπος που κρατάει το κύπελλο δεξιά, από τη νίκη του στο τελευταίο Πρωτάθλημα Αττικής. (Ερωτήσεις εύλογες: Ποιός είναι αυτός δίπλα στο Μενδρινό, τι σχέση έχει με την Αττική, τι σχέση έχει με το καλλιτεχνικό σκάκι, τι σχέση έχει με το σκάκι γενικότερα και γιατί κρατάει το μετάλλιο σα να' ναι κομπολόι;).
Οι υπόλοιποι που διακρίνονται στη φωτό είτε επειδή φοβούνται τα αεροπλάνα, είτε επειδή φοβούνται τις γυναίκες τους (καθότι η φήμη για τις Λεττονές έχει φτάσει μέχρι τα μέρη μας), είτε απλά επειδή βαριούνταν δε θα συμετέχουν στην εκπροσώπηση των εθνικών μας χρωμάτων (φούξια ελεκτρίκ και σομόν για φέτος). Έτσι ο κλήρος έπεσε στον ακροδεξιό (στη φωτό παιδιά, στη φωτό!) υποφαινόμενο, Παναγιώτη Κονιδάρη.

Εδώ εμφανίζεται με το όχημα που επέλεξε για να μεταβεί στη Ρίγα (στην τιμή δε συμπεριλαμβάνεται ο καμηλιέρης) για να γλιτώσει τους φόρους του αεροδρομίου. Παραμένει φυσικά βασικό στήριγμα της ομάδας, κυρίως στα παλτά τους, τις βαριές αποσκευές και τους καφέδες. Αν προσφέρει στην ομάδα έστω κι έναν πόντο, ο Δήμαρχος Μεγανησίου έχει υποσχεθεί ότι θα γκρεμίσει(ελλείψει τειχών) το φούρνο του χωριού. Βέβαια, έτσι είναι οι Δήμαρχοι, υπόσχονται εκ του ασφαλούς.
Υ.Γ. Καλή επιτυχία στην ομάδα, που στοχεύει στην είσοδο στη δεκάδα του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος. Αν έριχνα ένα ισχυρό ηπακτικό στον καφέ των υπολοίπων ομάδων και κατόπιν κατηγορούσα το νερό του ποταμού Ντβίνα, λέτε να με έπαιρναν μυρωδιά; Να φανώ και σε κάτι χρήσιμος.






Πέμπτη 7 Αυγούστου 2008

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΚΟΥΙΖ

Μετά τον καταιγισμό μηνυμάτων με απαντήσεις που πήρε το ιστολόγιο, και φυσικά την ενδελεχή επεξεργασία τους, είναι δυστυχώς στη δυσάρεστη θέση να ανακοινώσει την έλλειψη νικητών. Φαίνεται ότι ο βαθμός δυσκολίας του ρέμπους ήταν υψηλότερος του μέσου όρου θερμοκρασιών τις τελευταίες ημέρες.

Ακολουθεί η απάντηση:

ΜΑ ΦΥΣΙΚΑ Ο...



...ΤΟΥ...


!!!

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2008

ΦΩΤΟΚΟΥΙΖ !!

ΠΟΙΟΣ ΘΑ...



...ΑΓΩΝΑ...
...ΣΤΙΣ 9 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΣΤΟ...



...???