Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008

ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ (μέρος τελευταίο)


Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΠΙΟΝΙΟΥ
Ήγγικεν η ώρα του πιονιού. Και όσο κι αν έστυβα το μυαλό μου σα λεμόνι (αναφέρομαι στο μέγεθος κι όχι στη διαδικασία), τίποτε χιουμοριστικό δεν κατέβαινε. Οι ιδέες μου θλιβερές, σαν τις παρτίδες μου. Ο χρόνος πιεστικός, όπως στις παρτίδες μου κι αυτός. Μέχρι που ένα βράδυ ξύπνησα από έναν ψίθυρο. Ερχόταν από την ξύλινη σκακιέρα που έχω δίπλα στο τζάκι. Θεέ μου πόσο αλλόκοτο ήταν! Μες στο σκοτάδι και τη σιγαλιά έσκυψα κι αφουγκράστηκα. Και τότε άκουσα τις ιστορίες των πιονιών και μονομιάς ήξερα τι να γράψω.

ΧΩΡΟΣ:ΠΑΝΤΟΥ, ΧΡΟΝΟΣ:ΠΑΝΤΑ.
-ε4: «Κάποτε με είπαν Ιουδήθ. Ήταν τότε που οι Ασσύριοι, ασκέρια ολάκερα, άντρες πεινασμένοι για βία, χωρίς οίκτο και χωρίς πρόσωπο, έφτασαν στις πόρτες μας αρματωμένοι με αδυσώπητο θράσος για να γκρεμίσουν τα Άγια των Αγίων. Κανείς δεν άντεχε ν’ αντισταθεί στη λαίλαπα του μετάλλου. Οι προύχοντες κι οι στρατηγοί κρύφτηκαν στα θολωτά τους κελιά, πίσω από τείχη χάρτινα και κάτω από νόμους της σιωπής. Κι εγώ τότε φόρεσα το κόκκινο λινό μου φόρεμα και τα χρυσάφια, που κρέμονταν από πάνω του σαν την κρούστα στο ξεραμένο αίμα. Φόρεσα και τη λεπίδα της αποκοτιάς, ακονισμένη από τα μαύρα παρακλητικά μάτια του λαού μου. Και βγήκα εκεί έξω. Και ήμουν στο κέντρο αυτού που θα ονόμαζες σκακιέρα, σαν πόρνη σεμνή και σαν γυμνή αγία. Προχώρησα ανάμεσα σε λύκεια μάτια και σε φράχτες δερμάτινους μέχρι τη σκηνή του Αξιωματικού. Δεν το κρύβω, ήπια μαζί του. Τον έκανα να βουλιάξει στη χαύνωση της ανωτερότητας. Τον έκανα ν’ αγαπήσει το βόμβο του αίματος στ’ αυτιά του, όπως το μωρό αγαπάει το νανούρισμα.
Και μετά, όταν η μακριά κώμη του σκέπασε τα μάτια, τον έκανα να νιώσει την αστραπή του Θεού μου, που ξέσπασε σαν πίδακας στον κομμένο του λαιμό. Γύρισα πίσω με το κεφάλι του Ολοφέρνη στο δισάκι μου. Την άλλη μέρα ο μαύρος στρατός έφυγε για τη Βαβυλώνα του. Δεν το έκανα για τη δόξα, ένα πιόνι είμαι μόνο. Το έκανα από χρέος».


-ε5: «Μετά με φώναζαν Κυνέγειρο. Θα ήταν νομίζω όταν άρχισα να μυρίζω τον ιδρώτα των ηρώων. Αυτών που δεν είχαν σκουτάρι για τους ίδιους παρά μόνον για τους συντρόφους τους. Αυτών που στήθηκαν σε στοίχους σαν τις Μοίρες, πρόθυμοι να βάψουν τις παπαρούνες πιο κόκκινες. Τη θυμάμαι καλά εκείνη την παρτίδα –παρτίδα δε θα την έλεγες; Θυμάμαι τα λεφούσια που γεννοβολούσε η Ασία, με τις πολύχρωμες αντιξυρίδες και τα λοφία από φτερά εξωτικών πουλιών. Θυμάμαι και τον πρώτο ήλιο που τάχυνε το βήμα μας, χίλια πόδια σαν ένα. Και την κάψα όταν το χώμα τρύπωνε στα ρουθούνια μου, άνυδρο σαν τη ράτσα μου. Μετά όλα έγιναν κρότος. Πατούσα σε σώματα και δεν κοίταζα πίσω. Τα πιόνια δεν κοιτούν πίσω, έτσι δεν είναι φτιαγμένοι οι κανόνες; Ούτε και το αγριεμένο χρεμέτισμα των ίππων με έσκιαξε.
Είχα γίνει όλος μια πεδιάδα, ήμουν όλος ένας Μαραθώνας, που απλώθηκε ίσαμε τη θάλασσα. Κι όταν αγκάλιασα τα μαύρα σκαριά, τα πισσωμένα με τρόμο και υποταγή, νόμιζα πως θα ξεκολλήσω τους αρμούς τους. Μου έκοψαν το χέρι, είναι αλήθεια. Όμως είχα κι άλλο. Είχα ακόμα και δόντια. Ήμουν πάνοπλος, σαν τον Πολυνείκη στην Έβδομη Πύλη της Θήβας. Μα αυτό είναι από τις ιστορίες που διηγείται ο αδερφός μου ο Αισχύλος. Η δικιά μου ιστορία, είναι ιστορία πιονιού. Δεν έχει πισωγυρίσματα. Μόνο μπρος με πάει».

-ε6: Κλαύδιος Πετρώνιος ήταν το όνομα που μ’ έκανε να στρέφω το κεφάλι. Όχι τίποτε σπουδαίο δηλαδή, μην πάει ο νους σου σε ισχυρές φατρίες. Πόσο μάλλον που ήμουν απελεύθερος, ένα πιόνι πάει να πει. Ατσάλι τα μπράτσα μου από τα κάτεργα, ατσάλι κι η ψυχή μου από την ανέχεια. Μερικά σηστέρσια με οδήγησαν εκεί, στα Καταλαυνικά Πεδία, κι αυτά λειψά, σαν τις υποσχέσεις διεφθαρμένου εκατόνταρχου. Μα να, υπηρετούσα τη δόξα, σήκωνα ψηλά τον αετό, κι αυτό είναι κάτι για να αφηγείσαι στα εγγόνια σου. Είχα ξορκίσει το φόβο, όχι σε βωμούς βακχικών θεών, μα με το ίδιο το αργασμένο πετσί μου. Είχα μασήσει χορτάρι και είχα ξεδιψάσει σε γούρνες στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Έτσι, εκείνη τη μέρα που αγνάντευα, θολούς μέσα στην καλοκαιριάτικη βράση, τους δασύτριχους Ούννους, μιλιούνια αιμοσταγή, τερμίτες ακόρεστους, τίποτα δε με φόβιζε και τίποτε δε σεβόμουν. Γι’ αυτό κι όταν σάλπισε η ανάγκη δούλεψα ευσυνείδητα. Τόσο, που η λαβή του κοντού ισπανικού μου ξίφους ξεχείλισε στον καρπό μου. Κι όταν η Μάστιγα του Θεού έριξε ίσα κατά πάνω μας εκείνα τα τρομερά κάστρα, τα ογκώδη θηρία που ούρλιαζαν το θάνατο, είχα την πρόνοια ν’ ακολουθήσω τις γραμμές μας, που αραίωναν ευέλικτα για να τα εγκλωβίσουν στα μετόπισθεν και να τα ξεκοιλιάσουν αμείλικτα, σα δύσμοιρα ψάρια.
Όλη τη μέρα προχωρούσα μπροστά και σκότωνα λοξά, όχι για τα σηστέρσια, ούτε για τους πραιτοριανούς. Μόνο γιατί έτσι διδάχτηκα, γιατί έτσι επιτάσσει ο Νόμος. Αυτός που δε θα με θυμηθεί, μα που θα υπάρχει και μετά από μένα. Κι αν θες να ξέρεις, και μετά από σένα».

-ε7: «Μιλάει ο Βροχή- Στο- Πρόσωπο. Μου είπαν πως δεν έκλαψα όταν γεννήθηκα. Πως τα σημάδια στα φύλλα των δέντρων το έδειχναν καθαρά πως θα γίνω πολεμιστής. Δεν πολέμησα όμως τότε, στην κοιλάδα του Μεγάλου Κέρατου με το σφοδρό άνεμο, με τα κόκκινα βράχια ή με το παγερό χιόνι. Αυτά είναι αδέρφια μου. Αντίπαλοί μου ήταν τα Λευκά Πρόσωπα. Ήλθαν κάποτε στη γη μας, σταλμένοι λέει από τη Βασίλισσα τους. Κι εμείς τους είπαμε να ζήσουν. Τα τετράγωνα ήταν πολλά, έφταναν για όλους. Μα αυτοί δεν παζάρευαν. Ήθελαν τα πάντα. Κι έτσι αναγκάστηκα να δανειστώ ξύλα από την οξιά για τα βέλη και πέτρα λαξεμένη από το βουνό για το τσεκούρι. Έφτιαξα και χρώματα. Μαύρο για τη γενναιότητα των παιδιών μου. Άσπρο για την ανάπαυση των προγόνων μου. Και κόκκινο για το δικό μου το θυμό. Κι όταν έφτασε η ώρα ξεχύθηκα σα βούβαλος σε οίστρο και σαν τον αγέρα που ξυρίζει τις πλάτες των αλόγων. Αυτοί είχαν φυσικά βέργες της φωτιάς, που χτυπούσαν σαν τον κεραυνό από μακριά. Μα εγώ είχα τη λάμψη του κεραυνού στα μάτια και τη φωτιά του Μανιτού στην καρδιά. Εκείνη τη μέρα δε σταμάτησα ούτε κι όταν δεν είχε μείνει κανένας ορθός από τους άντρες με τα μαλλιά σαν τα ώριμα στάχυα. Δεν έπαψα μέχρι που το ποτάμι χόρτασε αίμα και οι γύπες λευκή σάρκα. Πήγα κι άλλες φορές στην κοιλάδα ψάχνοντας του κάκου για τη Βασίλισσά τους. Μα κι όταν τα κόκαλά τους ξάσπρισαν κάτω απ’ τον κόκκινο ήλιο, αυτή δεν εμφανίστηκε. Έφτασα μέχρι αυτό που λες Έβδομη Γραμμή. Πήρα πίσω τα ποτάμια και τα βοσκοτόπια μας. Πήρα πίσω την τιμή μου, αυτήν που κάνει τον πολεμιστή να αναπνέει. Μα βλέπω τα Λευκά Πρόσωπα να ξανάρχονται. Βλέπω και τα δικά μας τα σκαμμένα από τον κάματο. Βλέπω και τους άντρες να ζητούν πυροβόλα, να ντύνονται σαν τους Λευκούς στο σώμα και στην ψυχή. Τη μαύρη ψυχή.
Γι’ αυτό βλέπεις το πρόσωπό μου να σκοτεινιάζει. Μίλησε ο Βροχή- Στο- Πρόσωπο, το πιόνι».

-ε8: «Με λένε Ρότζερ. Ή μήπως Χάινριχ; Ίσως και Γεβγκένι. Τι σημασία έχει;
Περπάτησα στις πεδιάδες της Γαλλίας και στις ερήμους της Αφρικής. Διέσχισα δασώδεις εκτάσεις στη Γερμανία και τα βαλτοτόπια της Λιθουανίας. Κοιμήθηκα στις παραλίες της Ιταλίας και στη χιονισμένη ρωσική στέπα. Έκανα φίλο την πείνα κι αδέρφι τον πόνο. Προέλασα αμέτρητες φορές με τις σκισμένες μπότες μου και τις αναρίθμητες ψείρες μου. Μα δεν παραπονιέμαι. Έτσι προέβλεπε το Σχέδιο. Και κάθε φορά που η νίκη ήταν με το μέρος μου έκανα μια χαρακιά στο τόξο μου, στη λαβή του ξίφους μου ή στο κοντάκι του όπλου μου. Γραμμές πάνω από γραμμές σαν τα σκαλιά προς το θάνατο ή προς τη δόξα. Ναι, ήρθε και η δόξα. Ήμουν κομμάτι της. Αμελητέο, αλλά κομμάτι της. Ήταν εκεί, στην Όγδοη Γραμμή. Ακολούθησε η προαγωγή. Μου κρέμασαν σιρίτια στον ώμο και χαλκάδες στο στήθος. Μα εγώ το μόνο που προσδοκούσα ήταν ένα γυναίκειο χέρι στον ώμο μου και ένα μωρό να κρέμεται στο στήθος μου με τις ουλές. Το μόνο που επιζητούσα ήταν γαλήνη. Μα γαλήνη δεν προβλέπεται για τα στρατιωτάκια. Την άλλη κιόλας στιγμή έπρεπε να ξαναγυρίσω στις γραμμές μου και να ξαναρχίσω την πορεία. Προς το θάνατο ή προς τη δόξα. Το ίδιο είναι. Δε με κόφτει που είμαι αναλώσιμος, γιατί χρόνια, αιώνες τώρα γνωρίζω το μυστικό. Έτσι, σκύψε, σκύψε να το ακούσεις: Οι σάρκες μου οικοδομούν το γίγνεσθαι. Και ο χαμός μου το είναι. Μην τρομάζεις. Υπάρχεις όσο κι εγώ. Μόνο τόσο».
………………………………………………………………………………………….

Το καταλαβαίνω. Ετούτη τη φορά δεν είχα αστεία ν’ αραδιάσω. Συγχωρήστε την ανικανότητά μου να σας κάνω να χαμογελάσετε. Φταίει που εκείνος ο ψίθυρος συνεχίζεται. Ξυπνάει όταν κοιμούνται οι άλλοι ήχοι. Πάσχισα να τον αποφύγω, να σφαλίσω τ’αυτιά και το μυαλό μου. Μάταιος κόπος. Κάθε φορά, πειθήνια, σηκώνομαι και πλησιάζω την πηγή του. Μοιάζει σαν ένα χέρι να με κινεί κάθε νύχτα, ξανά και ξανά στο ε4. Απομένω ολομόναχος, σαν πιόνι σε μιαν έρημη κοσμική σκακιέρα. Υπακούω ύστερα στην αναπόδραστη ανάγκη μου να διηγηθώ ιστορίες. Και το κάνω όσο πιο σιγανά μπορώ, σχεδόν ψιθυριστά. Δε θέλω δα να σας αναστατώσω…

4 σχόλια:

Ελισσαίος είπε...

Ευχαριστούμε

alkinoos είπε...

Υπάρχουν λιγοστά μεγάλα κομμάτια, στο σκάκι, στην λογοτεχνία, στην ζωή...
Όμως τα πιόνια είναι πολλά, με άγνωστες ιστορίες και περιπέτειες πολυποίκιλες, που αν τις μαθαίναμε θα γινόμασταν καλύτεροι.
Με γλαφυρό τρόπο μας έδειξες ότι με την ανιδιοτελή στήριξή τους η παρτίδα αποκτά εξαιρετικό ενδιαφέρον.
Τα πιόνια είναι οι σκαπανείς των νέων δρόμων, θυσιάζονται για τον μεγάλο σκοπό ή μερικές φορές μετά από μεγάλη πορεία προάγονται σε νέες θέσεις και διευρυμένα καθήκοντα.

Χρησιμοποιώντας προσχηματικά το σκάκι, μίλησες με χιούμορ και διεισδυτική ματιά για την ζωή, αποδεικνύοντας πόσο καλά χειρίζεσαι τον λόγο.
Να είσαι καλά!

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ είπε...

@Ελισσαίε
Αυτά να τα πεις όταν θα πάρεις το πρώτο κομμάτι από την "μπαλαφάρα των τεσσάρων", χε χε(χαιρέκακο):-)

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ είπε...

@alkinoos
Το είχε πει κι ο Φιλιντόρ, σε μια εποχή μάλιστα, που κάποιοι έφτασαν να τον βαφτίσουν προφήτη του προλεταριάτου. Είχε δίκιο όμως ο μουσουργός κι ας μην ήταν ο ίδιος επαναστάτης. Απλά, επεκτείνω τον αφορισμό του. Το πιόνι(βλέπε άτιτλος άνθρωπος) δεν είναι μόνο η ψυχή του σκακιού (βλέπε πουτάνας-κοινωνίας), είναι και το σώμα του, και μερικές φορές και το πνεύμα του.