Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2008

ΕΠΕΤΕΙΟΣ


(Επικρατεί σκοτάδι στη σκηνή. Ακούγονται τρεχαλητά παιδιών. Ένα αχνό φως φέγγει χαμηλά στις σανίδες επιτρέποντας να φανεί στο κέντρο της σκηνής ένα παγκάκι και τα πόδια των δύο παιδιών. Είναι ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Μάλλον φορούν ασπρογάλαζα ρούχα. Όμως είναι πολύ σκοτάδι, τίποτε΄άλλο δε φαίνεται -για την ώρα)

ΑΓΟΡΙ: Πάμε ρε συ να την κοπανήσουμε!
ΚΟΡΙΤΣΙ:Αστειεύεσαι; Θα με σκοτώσει η μάνα μου. Περιμένει πως και πως να με δει να κάνω παρέλαση. Είναι κόρη ταγματάρχη αυτή λέει!
ΑΓΟΡΙ:Ναι, αλλά εσύ είσαι κόρη λογιστή. Και στην τελική είναι μεγάλη μαλακία όλο αυτό το σκηνικό με τις παρελάσεις. Τι καταλαβαίνουμε; Εγώ να σου πω την αλήθεια ντρέπομαι κάθε φορά που ντύνομαι σα σημαία, κι ας είναι κι όλοι οι άλλοι ντυμένοι έτσι.
ΚΟΡΙΤΣΙ:Εντάξει μωρέ, και γω δε γουστάρω, αλλά άντε να πείσεις τώρα τους γέρους...Γκρίνια θες; Μια φορά έκανα την άρρωστη. Ήμουν "παραστάτης", μπροστά μπροστά δηλαδή, δε θα το άντεχα. Η μάνα μου αρρώστησε στ' αλήθεια!

(Τα παιδιά γελάνε και κάθονται στο παγκάκι, ένα σε κάθε γωνιά του. Τα πρόσωπά τους δε φαίνονται, τόσο είναι το σκοτάδι)

ΑΓΟΡΙ:Που είμαστε εδώ πίσω; Δε μου θυμίζει τίποτε το μέρος...
ΚΟΡΙΤΣΙ: Μα, δεν πρέπει να είμαστε μακριά από το σχολείο, ίσως μάλιστα να είμαστε και μέσα στο προαύλιο ακόμα.
ΑΓΟΡΙ: Δεν έχεις άδικο, με τόσο σκοτάδι σίγουρα κοντά στο σχολειό είμαστε.Δε θα αργήσουν να καταλάβουν ότι λείπουμε από τις σειρές. Τώρα θα κοντεύουν όλοι να στοιχηθούν.
ΚΟΡΙΤΣΙ:Ίσως πρέπει να επιστρέψουμε. Μια γιορτή είναι στην τελική. Ένας λόγος, λίγο βήμα, ένα εμβατήριο και τελειώσαμε. Μετά θα πείσω τη μάνα μου να με αφήσει να πάμε για καφέ.
ΑΓΟΡΙ:Και τι γιορτάζουμε δηλαδή; Το "ΟΧΙ", λέει. Άλλοι λένε το είπε ο Μεταξάς (που δεν ξέρω ποιος ήταν, πάντως όχι αυτός με τα κονιάκ). Ο πατέρας μου λέει πως το είπε ο Λαός. Και λοιπόν; Τι κι αν λέγαμε ΝΑΙ; Τι κι αν λέγαμε ΙΣΩΣ; Κανείς δε μου εξηγεί τη διαφορά. Να σου πω την αλήθεια ούτε και που με νοιάζει να την μάθω. Τι με νοιάζει τι έγινε πριν εβδομήντα χρόνια; Αυτό που με νοιάζει είναι αν θα μπορέσω να βρω δουλειά αύριο. Τον πατέρα μου τον έδιωξαν από το εργοστάσιο. Στο είπα; Ναι, η οικονομική κρίση, λέει.
ΚΟΡΙΤΣΙ: Κάτι όμως πρέπει να σήμαιναν όλα αυτά. Η μάνα μου λέει διαρκώς πως όποιος δε γνωρίζει την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει. Θέλω να της πω πως αν ξαναζούσαμε την ιστορία ίσως να τη γράφαμε καλύτερα, μα δεν ανοίγω ποτέ τέτοια κουβέντα γιατί θα με αρχίσει με "τα κόκαλα των προγόνων μας" και άλλα τέτοια κουλά και θα φρικάρω.
ΑΓΟΡΙ:Ναι, κάτι σήμαιναν όλα αυτά, σίγουρα. Όμως, να! Θυμάσαι εκείνον το δημοσιογράφο που ρωτούσε τις προάλλες τι γιορτάζουμε στις 28 Οκτωβρίου;
ΚΟΡΙΤΣΙ:Αυτόν που του είπες για την απελευθέρωση από τους Τούρκους; Χαχα, πως δε θυμάμαι!
ΑΓΟΡΙ:Τι να του πω μωρέ του μαλάκα; Αυτός και κάτι όμοιοί του δημοσιογράφοι, πολιτικοί και διάφοροι έχουν καταντήσει την Ελλάδα στα χάλια που έχει. Όλοι αυτοί που θα στέκονται πάνω στην εξέδρα για να μας δουν να παρελαύνουμε. Απ' όλα τα γαμημένα τα κόμματα. Γουστάρω να τους λέω τέτοια και να βλέπω τη μούρη τους στις ειδήσεις το βράδυ. Του χρόνου θα τους πω για το Μαραθώνα. Θα τους στείλω αδιάβαστους.
ΚΟΡΙΤΣΙ:Κι όμως...Κάτι λείπει...Σαν κάτι να μας κρύβουν...

(Ξαφνικά ακούγεται από απροσδιόριστο σημείο η μουσική από έναν παλιό φθαρμένο δίσκο. Πολλά κριτς-κρατς και κάπου ανάμεσα η φωνή της Βέμπο, έτσι δεν την έλεγαν εκείνη την τραγουδίστρια;...Στην πλατεία του θεάτρου που μέχρι πρότινος επικρατούσε το σκότος, εμφανίζεται μια λεπτή δέσμη φωτός. Κάτω της παρουσιάζεται ένα γεροντάκι χιλιοχρονίτικο. Με τη βοήθεια ενός μπαστουνιού αρχίζει αργά να προχωράει προς τη σκηνή, ενώ η δέσμη φωτός το ακολουθεί. Τα παιδιά κοιτούν σιωπηλά το γέρικο σκυφτό σώμα με τις σκουριασμένες αρθρώσεις να οδηγεί το φως πάνω στη σκηνή. Τώρα τα πλησιάζει και τα παιδιά κάνουν ακόμα πιο πέρα, στις άκρες του παγκακιού, για να ανοίξουν λίγο χώρο. Το γεροντάκι κάθεται ανάμεσά τους. Κοιτάζει τις σανίδες τις σκηνής και κουνάει το κεφάλι, σαν κάποιον που έχει πια καταλάβει...Η μουσική παύει να ακούγεται)

ΚΟΡΙΤΣΙ:Παππού, εδώ είναι σχολείο. Τι κάνεις εδώ μέσα;
ΑΓΟΡΙ:Δε φαίνεται να σε ακούει. Περίεργος είναι. Κι αυτό το φως που τον ακολουθάει...

(Ακούγονται τώρα εμβατήρια. Από το βάθος της σκηνής έρχεται η φωνή της Δασκάλας. Τα παιδιά στρέφουν και κοιτάζουν πίσω από την πλάτη τους ανήσυχα)

ΔΑΣΚΑΛΑ:Που στο δαίμονα έχουν πάει αυτά τα δύο; Ελπίζω να μην ξεμοναχιάστηκαν και να...Θεούλη μου! (Εμφανίζεται η Δασκάλα-Φαίνονται μόνο τα πόδια της) Α! εδώ μου είστε; Σε τρία λεπτά μπροστά στο προαύλιο, είμαστε έτοιμοι...(ξαφνικά βλέπει το γέροντα)Α! Χριστός και Παναγία! Τι κάνει ετούτος εδώ ανάμεσά σας; Ει, απολίθωμα, δρόμο, δρόμο από δω, στα κομμάτια! Σας είπε τίποτε; Ό,τι κι αν σας είπε να μην τον πιστέψετε. Είναι διαφθορέας της Ιστορίας. Αυτής που γράφτηκε με το αίμα των ένδοξων προγόνων μας. Κρατήστε τον μακριά σας. Και ετοιμαστείτε, σε λίγο ξεκινάει η παρέλαση.
(Φεύγει--
--Το γεροντάκι σηκώνεται αργά και απομακρύνεται αμίλητο. Μετά από δυο βήματα χάνεται στο σκοτάδι, αφού το αλλόκοτο φως δεν τον ακολούθησε. Μια δέσμη που ξέμεινε στη μέση στο παγκάκι σαν αντικείμενο που ξεχάστηκε. Τα παιδιά ασυναίσθητα σκύβουν προς το φως. Ακουμπάνε εκεί που πριν βρισκόταν ο γέροντας. Την ίδια στιγμή σαν ηλεκτρισμένα πετάγονται πίσω με μια φωνή)


ΠΑΙΔΙΑ:Ουάου!!
ΚΟΡΙΤΣΙ:Τι ήταν αυτό;
ΑΓΟΡΙ:Το ένιωσες κι εσύ; Σα...σα να ήταν...δεν ξέρω πως να το περιγράψω...
ΚΟΡΙΤΣΙ:Είδες αυτα που είδα κι εγώ;
ΑΓΟΡΙ: Σα να ήταν σινεμά. Αστραπιαία. Είδα τόσα πολλά. Μα ήταν όλα πρωτόγνωρα. Δεν τα είχα ξαναδεί. Δεν τα είχα ξανακούσει.
ΚΟΡΙΤΣΙ:Ούτε κι εγώ. Ώστε όλα αυτά τα χρόνια μας παραμύθιαζαν. Οι γονείς, οι δασκάλοι, τα βιβλία., οι τηλεοράσεις, όλοι. Η αλήθεια δεν είναι αυτή που μας έμαθαν.
ΑΓΟΡΙ:Τώρα το βλέπω κι εγώ. Αυτό που λέμε Κοινωνία είναι μια θεατρική παράσταση...
ΚΟΡΙΤΣΙ: ..κι εμείς κομπάρσοι. Απ' αυτούς που αποτυγχάνουν στη ζωή...
ΑΓΟΡΙ:...ή που σκοτώνονται στους πολέμους...
ΚΟΡΙΤΣΙ:Αυτοί που κάνουν τις παρελάσεις, με τάξη και ομοιόμορφα.
ΑΓΟΡΙ:Για να μας κοιτούν ποιοι; Ποιοί είναι άραγε κάτω από τη σκηνή;

(Το αγόρι σηκώνεται και πλησιάζει στο χείλος της σκηνής. Το κορίτσι το ακολουθεί. Το φως ακολουθεί και τους δύο. Τώρα μόνο διαπιστώνουμε πως δεν έχουν πρόσωπα. Κάποιος τους έχει πάρει τα πρόσωπα αφήνοντας στη θέση τους το κενό, τη σκιά. Κοιτούν προς το κοινό, προς τα κει που θα πρέπει να βρίσκεται το κοινό, οι τιμητές τους, αυτοί που θα τους χειροκροτήσουν για την ιστορία που γράφουν ή για την Ιστορία που δε θα μάθουν ποτέ. Κοιτούν προς το κοινό, το σκοτεινό και αμίλητο κοινό, την ίδια στιγμή που ξανακούγεται η Βέμπο- με πολλά παράσιτα είναι η αλήθεια. Όμως σα να μην ακούνε, τα ΠΑΙΔΙΑ κοιτούν προς το κοινό. Κοιτούν προς το μέρος μας).



ΥΓ.Μια ιστοριούλα αφιερωμένη στο μπλόγκερ "Schrondiger's Cat" και σε όσους έχουν κουραστεί να παρελαύνουν.

2 σχόλια:

jimank1hc είπε...

Τις παρελάσεις φίλε Παναγιώτη πάντα τις βαριόμουν και όταν μπορούσα δεν πήγαινα... Θεωρώ πως η μνήμη είναι κάτι που τιμά περισσότερο τους προγόνους μας και αυτούς που έδωσαν την ζωη τους για να υπάρχει αυτό το κράτος σήμερα...

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ είπε...

@jimank
Σωστά το τοποθετείς. Θέλω να πω, πως υπάρχουν κι άλλοι τρόποι για να διατηρήσεις την ιστορική μνήμη σου, χωρίς να εξαλείφεται η ατομική ιδιαιτερότητα. Αυτού του είδους (του στρατιωτικού είδους και ενίοτε πατριδοκαπηλικού τοιούτου) οι συστοιχίσεις, με κάνουν να ανατριχιάζω.