Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2008

ΕΠΕΤΕΙΟΣ


(Επικρατεί σκοτάδι στη σκηνή. Ακούγονται τρεχαλητά παιδιών. Ένα αχνό φως φέγγει χαμηλά στις σανίδες επιτρέποντας να φανεί στο κέντρο της σκηνής ένα παγκάκι και τα πόδια των δύο παιδιών. Είναι ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Μάλλον φορούν ασπρογάλαζα ρούχα. Όμως είναι πολύ σκοτάδι, τίποτε΄άλλο δε φαίνεται -για την ώρα)

ΑΓΟΡΙ: Πάμε ρε συ να την κοπανήσουμε!
ΚΟΡΙΤΣΙ:Αστειεύεσαι; Θα με σκοτώσει η μάνα μου. Περιμένει πως και πως να με δει να κάνω παρέλαση. Είναι κόρη ταγματάρχη αυτή λέει!
ΑΓΟΡΙ:Ναι, αλλά εσύ είσαι κόρη λογιστή. Και στην τελική είναι μεγάλη μαλακία όλο αυτό το σκηνικό με τις παρελάσεις. Τι καταλαβαίνουμε; Εγώ να σου πω την αλήθεια ντρέπομαι κάθε φορά που ντύνομαι σα σημαία, κι ας είναι κι όλοι οι άλλοι ντυμένοι έτσι.
ΚΟΡΙΤΣΙ:Εντάξει μωρέ, και γω δε γουστάρω, αλλά άντε να πείσεις τώρα τους γέρους...Γκρίνια θες; Μια φορά έκανα την άρρωστη. Ήμουν "παραστάτης", μπροστά μπροστά δηλαδή, δε θα το άντεχα. Η μάνα μου αρρώστησε στ' αλήθεια!

(Τα παιδιά γελάνε και κάθονται στο παγκάκι, ένα σε κάθε γωνιά του. Τα πρόσωπά τους δε φαίνονται, τόσο είναι το σκοτάδι)

ΑΓΟΡΙ:Που είμαστε εδώ πίσω; Δε μου θυμίζει τίποτε το μέρος...
ΚΟΡΙΤΣΙ: Μα, δεν πρέπει να είμαστε μακριά από το σχολείο, ίσως μάλιστα να είμαστε και μέσα στο προαύλιο ακόμα.
ΑΓΟΡΙ: Δεν έχεις άδικο, με τόσο σκοτάδι σίγουρα κοντά στο σχολειό είμαστε.Δε θα αργήσουν να καταλάβουν ότι λείπουμε από τις σειρές. Τώρα θα κοντεύουν όλοι να στοιχηθούν.
ΚΟΡΙΤΣΙ:Ίσως πρέπει να επιστρέψουμε. Μια γιορτή είναι στην τελική. Ένας λόγος, λίγο βήμα, ένα εμβατήριο και τελειώσαμε. Μετά θα πείσω τη μάνα μου να με αφήσει να πάμε για καφέ.
ΑΓΟΡΙ:Και τι γιορτάζουμε δηλαδή; Το "ΟΧΙ", λέει. Άλλοι λένε το είπε ο Μεταξάς (που δεν ξέρω ποιος ήταν, πάντως όχι αυτός με τα κονιάκ). Ο πατέρας μου λέει πως το είπε ο Λαός. Και λοιπόν; Τι κι αν λέγαμε ΝΑΙ; Τι κι αν λέγαμε ΙΣΩΣ; Κανείς δε μου εξηγεί τη διαφορά. Να σου πω την αλήθεια ούτε και που με νοιάζει να την μάθω. Τι με νοιάζει τι έγινε πριν εβδομήντα χρόνια; Αυτό που με νοιάζει είναι αν θα μπορέσω να βρω δουλειά αύριο. Τον πατέρα μου τον έδιωξαν από το εργοστάσιο. Στο είπα; Ναι, η οικονομική κρίση, λέει.
ΚΟΡΙΤΣΙ: Κάτι όμως πρέπει να σήμαιναν όλα αυτά. Η μάνα μου λέει διαρκώς πως όποιος δε γνωρίζει την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει. Θέλω να της πω πως αν ξαναζούσαμε την ιστορία ίσως να τη γράφαμε καλύτερα, μα δεν ανοίγω ποτέ τέτοια κουβέντα γιατί θα με αρχίσει με "τα κόκαλα των προγόνων μας" και άλλα τέτοια κουλά και θα φρικάρω.
ΑΓΟΡΙ:Ναι, κάτι σήμαιναν όλα αυτά, σίγουρα. Όμως, να! Θυμάσαι εκείνον το δημοσιογράφο που ρωτούσε τις προάλλες τι γιορτάζουμε στις 28 Οκτωβρίου;
ΚΟΡΙΤΣΙ:Αυτόν που του είπες για την απελευθέρωση από τους Τούρκους; Χαχα, πως δε θυμάμαι!
ΑΓΟΡΙ:Τι να του πω μωρέ του μαλάκα; Αυτός και κάτι όμοιοί του δημοσιογράφοι, πολιτικοί και διάφοροι έχουν καταντήσει την Ελλάδα στα χάλια που έχει. Όλοι αυτοί που θα στέκονται πάνω στην εξέδρα για να μας δουν να παρελαύνουμε. Απ' όλα τα γαμημένα τα κόμματα. Γουστάρω να τους λέω τέτοια και να βλέπω τη μούρη τους στις ειδήσεις το βράδυ. Του χρόνου θα τους πω για το Μαραθώνα. Θα τους στείλω αδιάβαστους.
ΚΟΡΙΤΣΙ:Κι όμως...Κάτι λείπει...Σαν κάτι να μας κρύβουν...

(Ξαφνικά ακούγεται από απροσδιόριστο σημείο η μουσική από έναν παλιό φθαρμένο δίσκο. Πολλά κριτς-κρατς και κάπου ανάμεσα η φωνή της Βέμπο, έτσι δεν την έλεγαν εκείνη την τραγουδίστρια;...Στην πλατεία του θεάτρου που μέχρι πρότινος επικρατούσε το σκότος, εμφανίζεται μια λεπτή δέσμη φωτός. Κάτω της παρουσιάζεται ένα γεροντάκι χιλιοχρονίτικο. Με τη βοήθεια ενός μπαστουνιού αρχίζει αργά να προχωράει προς τη σκηνή, ενώ η δέσμη φωτός το ακολουθεί. Τα παιδιά κοιτούν σιωπηλά το γέρικο σκυφτό σώμα με τις σκουριασμένες αρθρώσεις να οδηγεί το φως πάνω στη σκηνή. Τώρα τα πλησιάζει και τα παιδιά κάνουν ακόμα πιο πέρα, στις άκρες του παγκακιού, για να ανοίξουν λίγο χώρο. Το γεροντάκι κάθεται ανάμεσά τους. Κοιτάζει τις σανίδες τις σκηνής και κουνάει το κεφάλι, σαν κάποιον που έχει πια καταλάβει...Η μουσική παύει να ακούγεται)

ΚΟΡΙΤΣΙ:Παππού, εδώ είναι σχολείο. Τι κάνεις εδώ μέσα;
ΑΓΟΡΙ:Δε φαίνεται να σε ακούει. Περίεργος είναι. Κι αυτό το φως που τον ακολουθάει...

(Ακούγονται τώρα εμβατήρια. Από το βάθος της σκηνής έρχεται η φωνή της Δασκάλας. Τα παιδιά στρέφουν και κοιτάζουν πίσω από την πλάτη τους ανήσυχα)

ΔΑΣΚΑΛΑ:Που στο δαίμονα έχουν πάει αυτά τα δύο; Ελπίζω να μην ξεμοναχιάστηκαν και να...Θεούλη μου! (Εμφανίζεται η Δασκάλα-Φαίνονται μόνο τα πόδια της) Α! εδώ μου είστε; Σε τρία λεπτά μπροστά στο προαύλιο, είμαστε έτοιμοι...(ξαφνικά βλέπει το γέροντα)Α! Χριστός και Παναγία! Τι κάνει ετούτος εδώ ανάμεσά σας; Ει, απολίθωμα, δρόμο, δρόμο από δω, στα κομμάτια! Σας είπε τίποτε; Ό,τι κι αν σας είπε να μην τον πιστέψετε. Είναι διαφθορέας της Ιστορίας. Αυτής που γράφτηκε με το αίμα των ένδοξων προγόνων μας. Κρατήστε τον μακριά σας. Και ετοιμαστείτε, σε λίγο ξεκινάει η παρέλαση.
(Φεύγει--
--Το γεροντάκι σηκώνεται αργά και απομακρύνεται αμίλητο. Μετά από δυο βήματα χάνεται στο σκοτάδι, αφού το αλλόκοτο φως δεν τον ακολούθησε. Μια δέσμη που ξέμεινε στη μέση στο παγκάκι σαν αντικείμενο που ξεχάστηκε. Τα παιδιά ασυναίσθητα σκύβουν προς το φως. Ακουμπάνε εκεί που πριν βρισκόταν ο γέροντας. Την ίδια στιγμή σαν ηλεκτρισμένα πετάγονται πίσω με μια φωνή)


ΠΑΙΔΙΑ:Ουάου!!
ΚΟΡΙΤΣΙ:Τι ήταν αυτό;
ΑΓΟΡΙ:Το ένιωσες κι εσύ; Σα...σα να ήταν...δεν ξέρω πως να το περιγράψω...
ΚΟΡΙΤΣΙ:Είδες αυτα που είδα κι εγώ;
ΑΓΟΡΙ: Σα να ήταν σινεμά. Αστραπιαία. Είδα τόσα πολλά. Μα ήταν όλα πρωτόγνωρα. Δεν τα είχα ξαναδεί. Δεν τα είχα ξανακούσει.
ΚΟΡΙΤΣΙ:Ούτε κι εγώ. Ώστε όλα αυτά τα χρόνια μας παραμύθιαζαν. Οι γονείς, οι δασκάλοι, τα βιβλία., οι τηλεοράσεις, όλοι. Η αλήθεια δεν είναι αυτή που μας έμαθαν.
ΑΓΟΡΙ:Τώρα το βλέπω κι εγώ. Αυτό που λέμε Κοινωνία είναι μια θεατρική παράσταση...
ΚΟΡΙΤΣΙ: ..κι εμείς κομπάρσοι. Απ' αυτούς που αποτυγχάνουν στη ζωή...
ΑΓΟΡΙ:...ή που σκοτώνονται στους πολέμους...
ΚΟΡΙΤΣΙ:Αυτοί που κάνουν τις παρελάσεις, με τάξη και ομοιόμορφα.
ΑΓΟΡΙ:Για να μας κοιτούν ποιοι; Ποιοί είναι άραγε κάτω από τη σκηνή;

(Το αγόρι σηκώνεται και πλησιάζει στο χείλος της σκηνής. Το κορίτσι το ακολουθεί. Το φως ακολουθεί και τους δύο. Τώρα μόνο διαπιστώνουμε πως δεν έχουν πρόσωπα. Κάποιος τους έχει πάρει τα πρόσωπα αφήνοντας στη θέση τους το κενό, τη σκιά. Κοιτούν προς το κοινό, προς τα κει που θα πρέπει να βρίσκεται το κοινό, οι τιμητές τους, αυτοί που θα τους χειροκροτήσουν για την ιστορία που γράφουν ή για την Ιστορία που δε θα μάθουν ποτέ. Κοιτούν προς το κοινό, το σκοτεινό και αμίλητο κοινό, την ίδια στιγμή που ξανακούγεται η Βέμπο- με πολλά παράσιτα είναι η αλήθεια. Όμως σα να μην ακούνε, τα ΠΑΙΔΙΑ κοιτούν προς το κοινό. Κοιτούν προς το μέρος μας).



ΥΓ.Μια ιστοριούλα αφιερωμένη στο μπλόγκερ "Schrondiger's Cat" και σε όσους έχουν κουραστεί να παρελαύνουν.

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2008

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ "ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ"

Ο Φαρμακοποιός σας
13/10/2008: Παναγιώτης Κονιδάρης

Κατηγορία: Οι φαρμακοποιοί γράφουν






Το Μεγανήσι είναι ένα από τα πιο γραφικά νησιά του Ιονίου Πελάγους που απέχει μόλις τέσσερα ναυτικά μίλια από τις νοτιοανατολικές ακτές της Λευκάδας.
Έχει έκταση 19,85 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Διοικητικά υπάγεται στο Νομό Λευκάδας και έχει τρία γραφικά χωριά, το Σπαρτοχώρι, το Κατωμέρι και το Βαθύ, με συνολικό πληθυσμό περίπου 1200 κατοίκους.
Είναι ένα καταπράσινο νησάκι στο σύμπλεγμα που δημιουργείται μαζί με τα νησιά Μαδουρή, Θηλιά, Κυθρός, Σπάρτη, Σκορπίδι, και το Σκορπιό, το νησί του Αριστοτέλη Ωνάση.
Το Μεγανήσι έχει μεγάλη ιστορία. Εκεί έζησαν άνθρωποι από τη νεολιθική εποχή ακόμα. Σήμερα ζει εκεί ο Παναγιώτης Κονιδάρης.

Ο Παναγιώτης Κονιδάρης ζει εκεί, γιατί πρώτον εκεί γεννήθηκε –και όχι αλλού– το ιστορικό έτος 1971. Δεύτερον, γιατί μετά το σύντομο πέρασμά του από το Τμήμα Ραδιολογίας-Ακτινολογίας των ΤΕΙ και τη μετέπειτα φοίτηση και αποφοίτησή του το 1996 από τη Φαρμακευτική της Αθήνας, επέλεξε την επιστροφή στο γενέθλιο τόπο, αρνούμενος δια παντός τη μόνιμη εγκατάσταση στο Κλεινόν Άστυ. Τρίτον, γιατί σπουδάζει στα Ιωάννινα «Ευρωπαϊκό Πολιτισμό», στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, παρότι δεν απαιτείται η τακτική παρακολούθηση των σχετικών μαθημάτων. Τέταρτον, γιατί ταξιδεύει συχνά, συχνότατα, για πολλούς και διαφορετικούς λόγους: για να διαγωνισθεί στο αγωνιστικό σκάκι, όντας Υποψήφιος Μετρ, ή στο «καλλιτεχνικό σκάκι»· για να συνεννοηθεί με τον εκδότη ή το μεταφραστή του, όντας συγγραφέας και μάλιστα εμπορικότατος, αν αναλογισθεί κανείς ότι το πρώτο του βιβλίο «Το χειρόγραφο της Πράγας», που εκδόθηκε το 1997 από τις εκδόσεις Λιβάνη, έχει ήδη περάσει τα 6.000 αντίτυπα και οσονούπω θα κυκλοφορήσει στη Γερμανία· για να ζήσει, τέλος, τη συγκίνηση της ιντερνετικής επικοινωνίας μέσα από το προσωπικό του ιστολόγιο (blog).
Για όλες αυτές τις αιτίες ο Παναγιώτης Κονιδάρης ζει στο Μεγανήσι. Ζει για να ταξιδεύει, θα βγάλουν το βιαστικό συμπέρασμα κάποιοι μυστήριοι. Και βέβαια, όχι. Ο Κονιδάρης διατηρεί το μοναδικό φαρμακείο του μικρού νησιού του εδώ και δέκα συναπτά έτη, από το 1998, ζώντας εκεί με την υπομονετική –προφανώς– σύζυγό του, εκπαιδευτικό Σοφία Ηλιοπούλου. Και πέρα από την αναγκαία βιοποριστική του απασχόληση, βρίσκει τον τρόπο να έρχεται σε καθημερινή επικοινωνία με τους συντοπίτες του. Ασχολείται, επίσης, ενεργά με την τοπική αυτοδιοίκηση, έχοντας διατελέσει τα τελευταία έξι χρόνια αντιδήμαρχος και δημοτικός σύμβουλος Μεγανησίου. Αρθρογραφεί, ακόμα, σε περιοδικά και στον τοπικό τύπο της Λευκάδας. Πώς τα προλαβαίνει όλα αυτά;
Όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, έχει κάνει συμφωνία αίματος με τον… Μεφιστοφελή να μεγαλώσει το εικοσιτετράωρό του!
Όπως και να έχει πάντως, όπου και να ζει ο Κονιδάρης, στο νησί του ή στο ταξίδι, δεν παύει να είναι ένας πολύπλοκος άνθρωπος. Με μυαλό κοφτερό, χιούμορ καταλυτικό, δημιουργικότητα ασίγαστη και ταλέντο σε πολλούς και ποικίλους τομείς της τέχνης και του πολιτισμού. Και το πιο σημαντικό, μια ψυχή που διψά, αναζητεί και ψάχνει για το καινούργιο.
Αυτόν τον «δύσκολο» άνθρωπο διαλέξαμε να σας παρουσιάσουμε σε αυτό το τεύχος. Όχι μόνο για να «ευλογήσουμε τα γένια μας» –θυμηθείτε ότι το όνομά του θα ακουστεί στην πολιτιστική μας ζωή τα χρόνια που έρχονται–, αλλά και γιατί είναι επιλογή του περιοδικού μας να αποφεύγουμε όπως ο διάολος το λιβάνι το επίπεδο, μαζικό και άχρωμο της πνευματικής μας –δυστυχώς– καθημερινότητας.



.....................................................................................................................................................................
Φαρμακοποιός και συγγραφέας του βιβλίου το «Χειρόγραφο της Πράγας». Αλήθεια πως βρέθηκες στο Μεγανήσι;


Γεννήθηκα και ζω στο Μεγανήσι. Καλώς ή κακώς, η ζωή μου είναι δεμένη στο άρμα του νησιού. Ευτυχώς η γυναίκα μου το αγαπάει εξίσου (γέλιο). Σπούδασα στην Αθήνα Φαρμακευτική. Μεγάλο σχολείο. Όχι η Φαρμακευτική, η Αθήνα. Τώρα πια όμως, δε θα άντεχα να ζήσω στο κλεινόν άστυ ούτε για ένα μήνα. Γι’ αυτό και τώρα σπουδάζω στα Γιάννενα, στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο, «Ευρωπαϊκό Πολιτισμό». Είναι βολικό, αφού δε χρειάζεται να παρακολουθώ. Από ενδιαφέροντα, τίποτε άλλο. Οι αγαπημένες μου ασχολίες είναι το γράψιμο, το διάβασμα, το σκάκι, τα ταξίδια, με όποια σειρά θέλετε. Ασχολούμαι επίσης με το αγωνιστικό μπριτζ, το Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Μεγανησίου, και φυσικά με τα προβλήματα της τοπικής κοινωνίας, αφού ήμουν αντιδήμαρχος και τώρα δημοτικός σύμβουλος. Φυσικά διατηρώ και ιστολόγιο (blog), το οποίο μου απορροφά κάποιο χρόνο. Μη με ρωτήσετε, όπως όλοι, πώς τα προλαβαίνω όλα αυτά, έχω κάνει συμφωνία αίματος με το Μεφιστοφελή να μεγαλώσει το εικοσιτετράωρό μου.




Με τη φαρμακευτική πώς αποφάσισες να ασχοληθείς;


Τι ερώτηση! Μα, δεν το αποφάσισα! Αν με ρωτούσατε τότε, θα σας έλεγα ότι θέλω να γίνω οδοντίατρος. Πέρασα στη Φαρμακευτική με μισή καρδιά. Πίστευα κι εγώ τότε τη συνηθισμένη επωδό, ότι δηλαδή οι φαρμακοποιοί είναι κάτι σαν έμποροι. Όμως την αγάπησα την άτιμη. Είναι ένας μαγικός κόσμος αυτός των φαρμάκων. Επιπλέον, τα επαγγέλματα υγείας έχουν και το πλεονέκτημα της επαφής με τον κόσμο, είναι εν πολλοίς ανθρωπιστικά. Το εμπορικό κομμάτι της δουλειάς, για να είμαι ειλικρινής, δε με πολυ-απασχολεί, παρότι το φαρμακείο πάει πολύ καλά. Δε θα πουλήσω ποτέ, ας πούμε, τσόκαρα, γυαλιά ή φιλμ φωτογραφικά. Ούτε και τα καλλυντικά με πολυ-ενδιαφέρουν. Μπορώ όμως να δαπανήσω μισή ώρα να μιλάω με έναν πελάτη για το πρόβλημα υγείας του. Αυτό είναι βέβαια -θα πουν οι μάνατζερ- αντιοικονομικό. Αυτό όμως σπούδασα. Το φαρμακείο έκλεισε τον Ιούλιο τα δέκα χρόνια. Ουκ ολίγα, αν το καλοσκεφτείς. Ευτυχώς είμαι ακόμα ορεξάτος. Εξάλλου σύνταξη δεν πρόκειται να πάρουμε ποτέ, έτσι δεν είναι;


Άτομο με πολλά και ποικίλα ενδιαφέροντα, το γράψιμο κατέχει την πρώτη θέση;


Πολυπράγμων, ναι. Δε θα έλεγα όμως ότι το γράψιμο είναι η δεύτερη φύση μου, αφού καλά καλά δεν ξέρω ποια είναι η πρώτη! Πολλά πράγματα κατέχουν την πρωτοκαθεδρία στην καρδιά μου, αναλόγως την εποχή και τον προγραμματισμό μου, όχι όμως ότι δε θα μπορούσα να ζήσω και χωρίς αυτά. Τα μόνα πράγματα που δεν ανταλλάσσω είναι οι άνθρωποι που αγαπώ και οι ευλαβικά φυλαγμένες πολύτιμες μικρές στιγμές που με κάνουν ευτυχισμένο. Εντούτοις το γράψιμο με συγκινεί και με απορροφά για μεγάλα διαστήματα. Άρχισα να γράφω, πρωτόλεια φυσικά, από μικρή ηλικία. Λίγο πιο σοβαρά, ως φοιτητής. Τελικά καταστάλαξα μετά τα τριάντα. Μάλλον έπρεπε να κατακαθίσει το συσσωρευμένο ίζημα. Μου αρέσει η ποίηση, μα φοβάμαι ότι δεν είμαι άξιος να γράψω κάτι τόσο σημαντικό. Έτσι πεζογραφώ. Τόσο το «Χειρόγραφο της Πράγας», όσο και το δεύτερο βιβλίο μου, είναι μυθιστορήματα. Έχω και κάποια διηγήματα στα σκαριά. Αλλά αυτός είναι ένας δρόμος που ποτέ δεν ξέρεις πού θα σε βγάλει, γι’ αυτό είναι και τόσο συναρπαστικός.


Μίλησέ μας για το «Χειρόγραφο της Πράγας». Πώς σου ήρθε η ιδέα;


Στην ουσία ο κεντρικός άξονας της αφήγησης είναι το περίφημο, αν και όχι πολύ γνωστό στους Έλληνες, χειρόγραφο Βόινιτς. Πρόκειται για ένα υπαρκτό βιβλίο, αγνώστου συγγραφέα, γραμμένο σε ένα κείμενο παντελώς ακατανόητο. Κι αυτό, γιατί παρότι έχει αποδειχθεί επιστημονικά ότι η γραφή του αποτελεί μια δομημένη γλώσσα, αυτή η γλώσσα δεν ταυτίζεται με καμία από αυτές που υπάρχουν ή υπήρξαν. Και σαν να μην έφτανε αυτό, εικονίζει και κάποια φυτά αλλοπρόσαλλα, που ούτε αυτά έχουν καταφέρει να ταυτοποιήσουν. Πραγματικό μυστήριο, δηλαδή. Ε, πολύ θέλει να σου έρθει η ιδέα; Γνωρίζοντας για το Βόινιτς από τα διαβάσματά μου, αλλά έχοντάς το ξεχάσει, έκανα ένα ταξίδι στην Πράγα. Εκεί «σκόνταψα» πάλι πάνω του, αφού ένα κομμάτι της γνωστής ιστορίας του είναι συνδεδεμένο με την πόλη. Αυτό ήταν! Άναψε το λαμπάκι, εμβάθυνα στην έρευνα και μετά από δύο χρόνια το βιβλίο ήταν έτοιμο. Έπλεξα έναν ιστό μυστηρίου και βιβλιοφιλικής - αστυνομικής δράσης γύρω από το Βόινιτς και… ιδού!


Πρόκειται για ένα ιστορικό βιβλίο ή είναι προϊόν μυθοπλασίας;


Όχι, δεν είναι ιστορικό, είναι μυθοπλαστικό, όμως εκμεταλλεύτηκα την ευφυΐα του Έκο, που υποστηρίζει ότι τα κενά της Ιστορίας υπάρχουν για να τα γεμίζει η φαντασία των συγγραφέων. Έχει ωστόσο μια πλειάδα ιστορικών στοιχείων, απόλυτα εξακριβωμένων φυσικά, που του δίνουν την αίσθηση της πραγματικής ιστορίας. Έριξα μεγάλο βάρος στα ιντερμέδια που μεσολαβούν των βασικών κεφαλαίων και κάνουν στην ουσία ένα βαθμιαίο φλας μπακ, το οποίο με τη σειρά του υποβοηθάει την εξέλιξη της γραμμικής πλοκής. Απαιτούσε πάντως μεγάλο μόχθο, πιστέψτε με, να μάθω τι ακριβώς φορούσε, π.χ. ο Σαίξπηρ, τι έτρωγε, πώς κινούταν, πώς μιλούσε και δε συμμαζεύεται. Πάντως υπήρξαν κάποιοι που, πηγαίνοντας στην Πράγα μετά το διάβασμα του «Χειρογράφου», έψαχναν στα κτίρια για να βρουν τα σημάδια στα οποία αναφερόμουν. Η πλάκα είναι ότι βρήκαν μερικά! Τους βεβαιώνω ότι δεν τα σκάλισα ο ίδιος!


Οι αναγνώστες πώς το δέχτηκαν το βιβλίο σου; Ποια είναι η αίσθηση που έχεις εισπράξει;


Παραδόξως, πήγε πολύ καλά για πρωτόλειο. Πήρε και κάμποσες θετικές κριτικές. Την τελευταία φορά που ρώτησα είχε περάσει τα 6.000 αντίτυπα. Οσονούπω θα κυκλοφορήσει και στη Γερμανία, νομίζω ότι τελειώνει η μετάφραση. Όμως το εμπορικό κομμάτι δεν είναι το βασικό μου μέλημα. Δε γράφω για βιοποριστικούς λόγους, το φαρμακείο μου να είναι καλά! Το πιο σημαντικό ήταν οι φίλοι που έκανα με το βιβλίο, ο κόσμος που επικοινώνησε μαζί μου, που ταξιδέψαμε μαζί, θα έλεγα, στην αναγεννησιακή Πράγα. Το ζω και στο ιστολόγιό μου (blog) και δε σας κρύβω ότι είναι συγκινητική αίσθηση. Πώς να περιγράψω την έκπληξή μου, όταν παίρνοντας τηλέφωνο σε μια φαρμακευτική εταιρεία για μια παραγγελία, ακούω την τηλεφωνήτρια να με ευχαριστεί. «Μα, δεν παράγγειλα ακόμα», πήγα τότε να διαμαρτυρηθώ, για να πάρω την απάντηση: «Ευχαριστώ για τις ωραίες στιγμές που μου χάρισε το βιβλίο σας!» Ανταλλάσσεται αυτό με χρήματα;


Αναγνωστικό κοινό και κοινό του φαρμακείου, υπάρχει κάποια σύνδεση;


Μπα! Οι παππούδες του νησιού έχουν σοβαρότερα προβλήματα από τις λογοτεχνικές ανησυχίες! Πάντως υπήρξαν αρκετοί πελάτες, μη Μεγανησιώτες, που το είχαν διαβάσει. Λέτε, αν εσώκλεια σε κάθε τόμο ένα έμπλαστρο Λέοντος, να είχα μεγαλύτερη επιτυχία; (γέλιο!)


Ετοιμάζεις κάτι καινούργιο αυτόν τον καιρό; Σκοπεύεις γενικά να συνεχίσεις τη συγγραφή;


Το γράψιμο είναι ένα ποτάμι ύπουλο. Στην αρχή ρέει γαλήνιο, μα μετά αρχίζει η τυρβώδης ροή και μέχρι να συνειδητοποιήσεις τι συμβαίνει σε έχει παρασύρει σαν κούφιο κορμό. Το παράξενο είναι ότι το χαίρεσαι, σαν να κάνεις ράφτινγκ. Μόνο μη μου θυμίσετε… τους καταρράχτες. Μόλις τον Αύγουστο τέλειωσα το δεύτερο πόνημά μου, που έχει κι αυτό φαρμακευτικές πινελιές και αμιγώς φαρμακευτικό τίτλο, θα έλεγα. Δε θα τον αποκαλύψω ακόμα, εξάλλου αν όλα πάνε καλά, το Νοέμβρη ή το Δεκέμβρη θα είναι στα ράφια. Αυτή τη φορά πρόκειται για ένα καθαρόαιμο μυθιστόρημα εποχής, που εκτυλίσσεται στο 16ο αιώνα, στη Μάλτα και στη Δυτική Ευρώπη.


Θα άφηνες ποτέ τη φαρμακευτική για να ασχοληθείς αποκλειστικά με τη συγγραφή;





















Να ξεκαθαρίσω κάτι. Είμαι φαρμακοποιός. Αυτό δηλώνω και μπορώ να το αποδείξω. Δεν μπορώ να κάνω το ίδιο για τον τίτλο του «συγγραφέα», αφού οποιοσδήποτε μπορεί να αμφισβητήσει αυτή μου την ιδιότητα ή ακόμα και την ικανότητα, και πιθανότατα χωρίς να σφάλλει! Όμως θέλω να είμαι και ειλικρινής. Θα άφηνα τη φαρμακευτική για οτιδήποτε θα μου εξασφάλιζε ανάλογα εισοδήματα και περισσότερο χρόνο. Το φαρμακείο στο νησί είναι ένα άκρως χρονοβόρο επάγγελμα και πολλές φορές μου στερεί προσωπικές ελευθερίες. Την αγαπώ τη φαρμακευτική, την εξασκώ μάλλον με κέφι, αλλά έχω προνοήσει να μην πάρω όρκους παντοτινής δέσμευσης. Πάντως στο μεσοπρόθεσμο μέλλον δε διακρίνω τη σκιά κάποιου χωρισμού. Τη συγγραφή, από την άλλη, δε θα ήθελα να τη χαρακτηρίσω ερωμένη. Την αγαπώ, βλέπετε, κι αυτή. Είναι εξάλλου κάτι εξίσου σοβαρό, όπως και καθετί που μας κάνει λίγο καλύτερους ανθρώπους. Ας καταλήξουμε, λοιπόν, στο ότι θα παραμείνω για το επόμενο διάστημα πολυγαμικός.


Και ας πάμε τώρα σε ένα άλλο μεγάλο κομμάτι ενασχόλησης, το σκάκι. Συμμετοχή σε αγώνες στο εξωτερικό, διακρίσεις. Αυτή η ιστορία πώς ξεκίνησε; Ποια είναι η πορεία που ακολούθησες μέχρι σήμερα;


Σκάκι έμαθα πολύ μικρός, αλλά κόλλησα για τα καλά την ίωση μετά τα 12. Στο αγωνιστικό σκάκι ρίχτηκα με τα μούτρα στα φοιτητικά μου χρόνια και εξακολουθώ να παίζω σοβαρά σε ομάδες τις Αθήνας -αν και λιγότερες παρτίδες-σε επίπεδο Υποψήφιου Μετρ. Βέβαια δεν έχω τις διακρίσεις που υπαινίσσεστε, δεν είναι τόσο εύκολα τα πράγματα, ειδικά αν ζεις στην επαρχία. Μερικές διακρίσεις στα εφηβικά πρωταθλήματα, κάποιες νίκες σε τουρνουά, αυτά. Απλά τα τελευταία χρόνια έχω ασχοληθεί με το λεγόμενο «καλλιτεχνικό σκάκι», που έχει να κάνει με τη σωστή και ταχεία λύση σκακιστικών προβλημάτων, σαν αυτά που συναντάμε στις εφημερίδες, για να σας δώσω να καταλάβετε. Ήμουν τρίτος στο Πρωτάθλημα Αττικής, τέταρτος στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα και μέλος της Εθνικής Ομάδας τα τελευταία δύο χρόνια. Αυτό είναι όλο, μην το μεγαλοποιούμε κιόλας. Σημαντικότερα θεωρώ τα μαθήματα που ξεκινήσαμε από πέρυσι με τους μαθητές του σχολείου. Ελπίζω να εμφυσήσω σε αυτά τα παιδιά τις βασικές αρχές της φιλοσοφίας του σκακιού, που θα σταθούν πολύτιμα διδάγματα για τη ζωή τους, κι όχι βέβαια το στείρο πρωταθλητισμό, όπως κάνουν στην άρση βαρών ή το στίβο, καλή ώρα!


Nα επιμείνω στην κλασική ερώτηση; Ο χρόνος για τις δραστηριότητες και ο χρόνος δουλειάς στο φαρμακείο πώς συνδυάζονται;


Ξέρω κι εγώ; Να πω με τη βοήθεια των Decadurabolin, για να γίνω πιστευτός; Η αλήθεια είναι ότι αυτά που σε γοητεύουν σου δίνουν και τη δύναμη να τα πραγματώσεις. Δε με πήραν δα και τα χρόνια! Κλέβω και λίγο από τον ύπνο μου, έχουμε χρόνο γι’ αυτόν, γκρινιάζει και λίγο η Σοφία με το δίκιο της, αλλά με κάποιον αλλόκοτο τρόπο τα προλαβαίνω. Φυσικά, θα με δείτε συχνά στο γραφείο του φαρμακείου να γράφω ή να έχω ανοιχτή μια σκακιέρα προπονούμενος. Τον πρώτο καιρό οι πελάτες κουνούσαν με συγκατάβαση το κεφάλι: «Τρελός είναι ο φαρμακοποιός μας, παίζει σκάκι μόνος του...» .

Μετά με συνήθισαν, έτσι γίνεται με τους τρελούς φαντάζομαι (γέλια).


Αναφέρεις στο ιστολόγιο ότι: «Η ζωή είναι μια παρτίδα σκάκι. Το μυστικό δεν είναι να μάθεις να κερδίζεις, αλλά να μάθεις να διαχειρίζεσαι την ήττα». Πόσο αισιόδοξος ή απαισιόδοξος είσαι με τη σημερινή κατάσταση σε επίπεδο πολιτισμού και διαβίωσης γενικότερα;


Η ζωή είναι πράγματι μια παρτίδα σκάκι. Ο δυϊσμός του παιχνιδιού έχει πολλές συμβολικές προεκτάσεις στην καθημερινότητά μας. Το καλό και το κακό, το συγκροτημένο και το ασύνταχτο, το έξυπνο και το βλακώδες, το επιθετικό και το αμυντικό, το βιαστικό και το υπομονετικό, το διαυγές και το θολό είναι συγκρούσεις που αντανακλούν στο χαρακτήρα μας, που φωλιάζουν στα μύχια της ψυχής μας, που καθορίζουν εν τέλει το κοινωνικό μας είναι, ενίοτε δε και το ιδέσθαι.
Το έχω διατυπώσει κατ’ επανάληψη, η εικόνα του σύγχρονου ανθρώπου και δη του Νεοέλληνα, μάλλον θλίψη προκαλεί. Για ποιον πολιτισμό να μιλήσει κανείς, όταν η ουσία του, που είναι το πνεύμα, μαραζώνει στα αζήτητα; Μοιάζουμε μπλεγμένοι σε έναν ιστό, αποχαυνωμένοι, λες και ταλαντευόμαστε σε αιώρα, με την αδηφάγα αράχνη ενός άκρατου υλισμού να μας παραλύει συστηματικά. Επίπλαστες ανάγκες, καταρρακτώδης διακίνηση ελεγχόμενων πληροφοριών, διεφθαρμένοι πολιτικοί και κήνσορες της τηλεοπτικής εικόνας, συνθέτουν ένα ζοφερό σκηνικό. Δεν είμαι όμως απαισιόδοξος. Η πρώτη μορφή αντίστασης έχει να κάνει με την κατανόηση της δεινής θέσης μας στη σκακιέρα. Μόνο τότε μπορείς να οργανώσεις άμυνες. Ηττηθήκαμε, πάμε στην επόμενη παρτίδα. Για παράδειγμα, το ίδιο το διαδίκτυο, που αποτελεί όπλο της παγκοσμιοποίησης, μπορεί και να γίνει εφαλτήριο για ανεξάρτητες φωνές και πυρήνες αντίστασης. Αυτός είναι και ο λόγος που έφτιαξα ιστολόγιο και που χαίρομαι να μιλάω με άλλους μπλόγκερς. Αποτελεί μια νέα μορφή ελευθερίας της έκφρασης. Κάπως έτσι οραματίζομαι να ανατρέπεται το σκηνικό: εκ των έσω.

Να ξέρετε ότι και το τελευταίο πιόνι μπορεί να κάνει ματ!

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2008

ΝΑ 'ΜΟΥΝ ΤΟ ΜΑΗ ΜΟΥΡΤΖΙΑ, ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΕΒΣΕΕΒ...(ή αλλιώς, ανταπόκριση από τη Γιούρμαλα της Λεττονίας)

"Γιούμαλα" στα Φινλανδικά σημαίνει Θεός.
"Γιούρμαλα" στα Λεττονικά δεν ξέρω τι σημαίνει, αλλά πάντως όχι Θεός.


Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η Λεττονία είναι μια χώρα της Βαλτικής που εκτείνεται σκακιστικά, δηλαδή οριζοντίως και καθέτως. Οριζόντια, δε συναντάς γήλοφο ψηλότερο των 5 μέτρων. Κάθετα, η απόσταση των γυναικών από τα νύχια μέχρι τη μέση δεν είναι μικρότερη του 1.50. Ασυνήθιστες εκτάσεις για Έλληνες...



Η πρωτεύουσα Ρίγα είναι μια ήσυχη πόλη που λατρεύει τις γάτες και μισεί τους Έλληνες σκακιστές και τους Ρώσους γενικώς (βλ. μουσείο "Κατοχής", δηλ. Ρωσικής Κατοχής, λες και οι Ναζί δεν υπήρξαν ποτέ, τσ-τσ-τσ!). Η Ρίγα λοιπόν, ερημώνει κατά τις 9 το βράδυ, λες και χτυπάνε οι σειρήνες για την επιδρομή της Λουφτβάφε. Δεδομένου ότι το κάπνισμα απαγορευόταν ολοσχερώς (ελεύθεροι σκοπευτές έχουν ακροβολιστεί στα πιο απίθανα σημεία για να τιμωρούν παραδειγματικά τους άθλιους παραβάτες), υποψιάζομαι ότι έτρεχαν σπίτια τους για να φουμάρουν. Ή ίσως σε κάποιο από τα αναρίθμητα καζίνο, που συναγωνίζονται σε αριθμό τα μανιτάρια της χώρας. Τι άλλο να προσδοκά κανείς από μια πόλη με τέτοιο όνομα... Αν σ' αυτό προσθέσουμε και την καλλίπυγο συλφίδα Ρωσικής καταγωγής που τριγυρνούσε διαρκώς στο χώρο των αγώνων με το μίνι (και δεν εννοώ το ούζο), καθιστώντας το άναμμα της κεντρικής θέρμανσης περιττό, καταλαβαίνετε ότι είχαμε μεγάλο πρόβλημα να λύσουμε (για την ακρίβεια 18 προβλήματα).


Ας το παραδεχτούμε ωστόσο. Το αποτέλεσμα της ομάδας ήταν απογοητευτικό. Η εικοστή θέση που καταλάβαμε, ούτε που καταλάβαμε πως προέκυψε. Όλα ξεκίνησαν καλά, αφού στον Open διαγωνισμό λύσης τη Δευτέρα ο Κώστας Πρέντος διέπρεψε κάνοντας 53,5/60 βαθμούς, καταλαμβάνοντας την 6η θέση (συμμετείχαν όλα τα μεγαθήρια) και πραγματοποιώντας τη 2η νόρμα του για τον τίτλο του GM λύσης. Μάλιστα του είχαν καταχωρίσει 54,5 βαθμούς και τον έδιναν τρίτο, μα ο ίδιος ο Κώστας, ως βράχος ηθικής, έσπευσε να αποκαταστήσει την παροδική εύνοια της τύχης. Αναρωτιέμαι μήπως δεν είναι Έλληνας...Ο Νίκος Μενδρινός δεν τα πήγε τόσο καλά στο Open τουρνουά πετυχαίνοντας μόνο 37,5, ενώ η αφεντιά μου έφτασε στο ικανοποιητικό 36. Κάθε φορά που περνάω το 50% είμαι ευχαριστημένος - ιδίως αν πρόκειται για μετοχές εταιρίας.




Η συνέχεια δυστυχώς, έγινε ελλείψει Γιούμαλα. Ο Βελιμίροβιτς που έβαζε τα προβλήματα (και που άμα ξαναδεί κερασμένη μπύρα από μένα να μου τρυπήσετε τη μύτη) διάλεξε ορισμένα εύκολα -για το επίπεδο που μιλάμε - με αποτέλεσμα την πρώτη μέρα να βρίσκονται οι πρώτες δώδεκα ομάδες σε απόσταση 8-9 βαθμών. Ο Νίκος ρεφάρησε, και με ένα 40/45 έδειξε τα δόντια του (με όλα τους τα σφραγίσματα, κοφτερά εντούτοις). Ο Κώστας περιορίστηκε στους μέτριους 35 β. κι εγώ στους 26. Κλωτσήσαμε πόντους στα δυάρια, τη στιγμή που κάποιοι σηκώνονταν στα 10 λεπτά (όσο χρόνο χρειαζόμουν για να γράψω το όνομά μου). Έτσι το βράδυ της Τρίτης ισοβαθμούσαμε στην 14-17 θέση, με όλες τις ομάδες να βρίσκονται πολύ κοντά.

Η Τετάρτη δεν ήταν καλύτερη μέρα, παρ' ότι διαπιστώσαμε με έκπληξη ότι ο ήλιος περνάει κι από τη Γιουρμάλα καμιά φορά. Στα Helpmates, ή "προβλήματα αρωγής", όπως τα ονόμασα, γκρεμίστηκε ο φούρνος του κυρ-Ηλία στο Μεγανήσι. Έλυσα και τα τρία δικαιολογώντας την παρουσία μου στα μακρινά έλη της Βαλτικής. Στις άλλες δύο κατηγορίες βέβαια δεν περίμεναν και πολλά από μένα, με αποτέλεσμα να χάσουμε ένα τουλάχιστον πρόβλημα σε "πολυκινησιακά" και "προβλήματα αυτοκαταστροφής", έκαστος. Το επίπεδο δυσκολίας τη 2η μέρα του Παγκόσμιου ήταν κάπως ανεβασμένο, μα όλοι έλυναν από κάτι. έτσι η ομάδα μας έφτασε στους 143,5/180 βαθμούς, ενώ η δωδεκάδα (που ήταν ο καταρχήν στόχος) απείχε μόλις 6-7 βαθμούς, ήτοι ένα και μισό πρόβλημα ακόμα. Πολλές ομάδες κατέρρευσαν στα Selfmates (όπως οι Άγγλοι που διεκδικούσαν το χρυσό), με τους Ρώσους να κερδίζουν πάνω στο νήμα (178/180) και σε ισοβαθμία με τους Γερμανούς (μέτρησε ο καλύτερος χρόνος!).

Όσο για μας, ατομικά, όλοι μαζέψαμε περισσότερους πόντους απ' ότι είχαμε στη Ρόδο πέρυσι, κάνοντας μάλιστα το υψηλότερο ποσοστό μας σε Παγκόσμιο. Φευ! Αυτό δεν ήταν αρκετό, λόγω των πολύ κοντινών αποτελεσμάτων. Η μπίλια έκατσε στο 20. Μαύρο. Πίσσα.

Ο Κώστας είχε συνολικά 68,5/90, ο Νίκος 65/90 και η ταπεινότητά μου γαντζώθηκε πάνω από το πολυπόθητο 50% με 46,5/90 (με την αρωγή των ομώνυμων προβλημάτων). Διέπρεψε φυσικά ο Πετράκης (ο Πολωνός Μούρτζια),


που κέρδισε λύνοντας τα πάντα, από σπουδές μέχρι κορδόνια παπουτσιών, κι από τριάρια μέχρι το Μεσανατολικό. Άψογος και ο Μπάρμπα-Εβσέεβ (αριστερά στην παρακάτω φωτό), αλλά λίγο πιο αργός...


Να μην ξεχάσω τον υπερδραστήριο και ακάματο Χάρη Φουγιαξή (πράγμα όχι δύσκολο, αφού ήταν όλη μέρα κλεισμένος στις υποεπιτροπές συνεδριάζοντας), ο οποίος στήριζε την ομάδα ηθικά, κερνώντας τα ποτά της παρηγοριάς.
Γενικά, είναι εντυπωσιακό να βλέπεις όλους αυτούς τους θηριώδεις λύτες μαζεμένους και ιδίως να βλέπεις τους χρόνους στους οποίους λύνουν τα προβλήματα. Σε πιάνει η ψυχή σου. Και εντυπωσιάζεσαι ακόμα περισσότερο από την αστείρευτη δίψα τους για διάκριση, έτσι, ρομαντικά, κι όχι για τη διεθνή καταξίωση ή τα χρήματα, όπως στο - διεφθαρμένο πια- αγωνιστικό σκάκι.
Θέλουμε πολύ ακόμα για να αγγίξουμε τέτοια ύψη.


Κάτι ψιθυριζόταν στους διαδρόμους ότι το επόμενο Παγκόσμιο θα είναι στη Βραζιλία (και δη στο Ριο, όπου επιτρέπεται το κάπνισμα -και άλλα πράγματα). Ευκαιρία λοιπόν για όλους τους Έλληνες σκακιστές και λύτες ν' αρχίσουν να προετοιμάζονται για το ερχόμενο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Λύσης. Μερικά μαθήματα σάμπα, ίσως βοηθήσουν αποφασιστικά.


Ο Πολεμικός Ανταποκριτής του περιοδικού (και αμετανόητος βάρδος μακρόσυρτων και ηρωικών σάγκα), Παναγιώτης Κονιδάρης, BEL

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΠΝΙΖΟΥΝ

Αυτό είναι πρόβλημα. Να έχεις κόψει το τσιγάρο προ εβδομάδος και να πρέπει να μιλήσεις για μια ποιητική συλλογή με το μαυλιστικό τίτλο "ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΠΝΙΖΟΥΝ".
Όμως το χρωστούσα στη διαδικτυακή φίλη "Φαίδρα Φις", την ποιήτρια Χαριτίνη Ξύδη πάει να πει, που μου έκανε την τιμή να εμπιστευτεί την ανάπηρη -όσο και ακίβδηλη- κρίση μου. Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, λοιπόν η νέα ποιητική της επίθεση. Επίθεση με νύχια και με δόντια. Με λέξεις που δε ζητούν κατανόηση και οίκτο, αλλά αγκιστρώνονται με θράσος πάνω σου σαν οίστροι. Με στίχους που περιελίσσονται με μίσχους παρηχήσεων και παρακλάδια εικονοπλαστικά γύρω από την πραγματικότητα, μέχρι που αυτή βουλιάζει αποχαυνωμένη στη μέθη του υπερβατικού. Με ποιήματα που απηχούν τη μοναξιά και την οδύνη του σώματος, τον περιδεή αποκλεισμό του από τα άλλα σώματα και τις άλλες, τις μυριάδες ψυχές, τον εγκλεισμό του στην ανοικτίρμονα ειρκτή του χθεσινού μέλλοντος.


Πολλά είπα, και δεν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος. Καλύτερα να αφήσω λίγους στίχους να τρέξουν στην οθόνη.


ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΠΝΙΖΟΥΝ

Μια βραδιά κοιμάται κι ασημίζει
Του φεγγαριού τα πάρκα
Βαριά όνειρα καπνίζει
Βουβός άνεμος θυμίζει
Παραμύθια ατέλειωτα
Και τα όνειρα καπνίζουν
-ένα τρένο που σφυρίζει-

Θαύματα κι οράματα
Το λιβάνι τους μυρίζει
Και φώτα αχαλίνωτα

Βιαστικός άγγελος δανείζει
Φτερά σε ερπετά.




Η Χαριτίνη Ξύδη δεν ξέρω πότε γεννήθηκε -τη γουστάρουν αυτή την απροσδιοριστία οι γυναίκες για να συντηρούν το μυστήριο του φύλου τους-, έχει προλάβει πάντως να εκδόσει ακόμα τις ποιητικές συλλογές:


"Το ράμφος"
"Η ερωμένη απολεσθέντων θαυμάτων" και
"Οι τρομπέτες του Οκτώβρη", όλες από τις εκδόσεις Κώδικας, καθώς και το "C-Minor, Ένα αιρετικό ρομάντζο", από τις εκδόσεις Ιωλκός. Για τα βραβεία της δε γράφω, καλύτερο βραβείο είναι να επισκεφτεί κανείς το ιστολόγιο της, αφού βεβαιωθεί ότι δεν έχει κάποια επείγουσα δουλειά...




Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008

ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ (μέρος τελευταίο)


Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΠΙΟΝΙΟΥ
Ήγγικεν η ώρα του πιονιού. Και όσο κι αν έστυβα το μυαλό μου σα λεμόνι (αναφέρομαι στο μέγεθος κι όχι στη διαδικασία), τίποτε χιουμοριστικό δεν κατέβαινε. Οι ιδέες μου θλιβερές, σαν τις παρτίδες μου. Ο χρόνος πιεστικός, όπως στις παρτίδες μου κι αυτός. Μέχρι που ένα βράδυ ξύπνησα από έναν ψίθυρο. Ερχόταν από την ξύλινη σκακιέρα που έχω δίπλα στο τζάκι. Θεέ μου πόσο αλλόκοτο ήταν! Μες στο σκοτάδι και τη σιγαλιά έσκυψα κι αφουγκράστηκα. Και τότε άκουσα τις ιστορίες των πιονιών και μονομιάς ήξερα τι να γράψω.

ΧΩΡΟΣ:ΠΑΝΤΟΥ, ΧΡΟΝΟΣ:ΠΑΝΤΑ.
-ε4: «Κάποτε με είπαν Ιουδήθ. Ήταν τότε που οι Ασσύριοι, ασκέρια ολάκερα, άντρες πεινασμένοι για βία, χωρίς οίκτο και χωρίς πρόσωπο, έφτασαν στις πόρτες μας αρματωμένοι με αδυσώπητο θράσος για να γκρεμίσουν τα Άγια των Αγίων. Κανείς δεν άντεχε ν’ αντισταθεί στη λαίλαπα του μετάλλου. Οι προύχοντες κι οι στρατηγοί κρύφτηκαν στα θολωτά τους κελιά, πίσω από τείχη χάρτινα και κάτω από νόμους της σιωπής. Κι εγώ τότε φόρεσα το κόκκινο λινό μου φόρεμα και τα χρυσάφια, που κρέμονταν από πάνω του σαν την κρούστα στο ξεραμένο αίμα. Φόρεσα και τη λεπίδα της αποκοτιάς, ακονισμένη από τα μαύρα παρακλητικά μάτια του λαού μου. Και βγήκα εκεί έξω. Και ήμουν στο κέντρο αυτού που θα ονόμαζες σκακιέρα, σαν πόρνη σεμνή και σαν γυμνή αγία. Προχώρησα ανάμεσα σε λύκεια μάτια και σε φράχτες δερμάτινους μέχρι τη σκηνή του Αξιωματικού. Δεν το κρύβω, ήπια μαζί του. Τον έκανα να βουλιάξει στη χαύνωση της ανωτερότητας. Τον έκανα ν’ αγαπήσει το βόμβο του αίματος στ’ αυτιά του, όπως το μωρό αγαπάει το νανούρισμα.
Και μετά, όταν η μακριά κώμη του σκέπασε τα μάτια, τον έκανα να νιώσει την αστραπή του Θεού μου, που ξέσπασε σαν πίδακας στον κομμένο του λαιμό. Γύρισα πίσω με το κεφάλι του Ολοφέρνη στο δισάκι μου. Την άλλη μέρα ο μαύρος στρατός έφυγε για τη Βαβυλώνα του. Δεν το έκανα για τη δόξα, ένα πιόνι είμαι μόνο. Το έκανα από χρέος».


-ε5: «Μετά με φώναζαν Κυνέγειρο. Θα ήταν νομίζω όταν άρχισα να μυρίζω τον ιδρώτα των ηρώων. Αυτών που δεν είχαν σκουτάρι για τους ίδιους παρά μόνον για τους συντρόφους τους. Αυτών που στήθηκαν σε στοίχους σαν τις Μοίρες, πρόθυμοι να βάψουν τις παπαρούνες πιο κόκκινες. Τη θυμάμαι καλά εκείνη την παρτίδα –παρτίδα δε θα την έλεγες; Θυμάμαι τα λεφούσια που γεννοβολούσε η Ασία, με τις πολύχρωμες αντιξυρίδες και τα λοφία από φτερά εξωτικών πουλιών. Θυμάμαι και τον πρώτο ήλιο που τάχυνε το βήμα μας, χίλια πόδια σαν ένα. Και την κάψα όταν το χώμα τρύπωνε στα ρουθούνια μου, άνυδρο σαν τη ράτσα μου. Μετά όλα έγιναν κρότος. Πατούσα σε σώματα και δεν κοίταζα πίσω. Τα πιόνια δεν κοιτούν πίσω, έτσι δεν είναι φτιαγμένοι οι κανόνες; Ούτε και το αγριεμένο χρεμέτισμα των ίππων με έσκιαξε.
Είχα γίνει όλος μια πεδιάδα, ήμουν όλος ένας Μαραθώνας, που απλώθηκε ίσαμε τη θάλασσα. Κι όταν αγκάλιασα τα μαύρα σκαριά, τα πισσωμένα με τρόμο και υποταγή, νόμιζα πως θα ξεκολλήσω τους αρμούς τους. Μου έκοψαν το χέρι, είναι αλήθεια. Όμως είχα κι άλλο. Είχα ακόμα και δόντια. Ήμουν πάνοπλος, σαν τον Πολυνείκη στην Έβδομη Πύλη της Θήβας. Μα αυτό είναι από τις ιστορίες που διηγείται ο αδερφός μου ο Αισχύλος. Η δικιά μου ιστορία, είναι ιστορία πιονιού. Δεν έχει πισωγυρίσματα. Μόνο μπρος με πάει».

-ε6: Κλαύδιος Πετρώνιος ήταν το όνομα που μ’ έκανε να στρέφω το κεφάλι. Όχι τίποτε σπουδαίο δηλαδή, μην πάει ο νους σου σε ισχυρές φατρίες. Πόσο μάλλον που ήμουν απελεύθερος, ένα πιόνι πάει να πει. Ατσάλι τα μπράτσα μου από τα κάτεργα, ατσάλι κι η ψυχή μου από την ανέχεια. Μερικά σηστέρσια με οδήγησαν εκεί, στα Καταλαυνικά Πεδία, κι αυτά λειψά, σαν τις υποσχέσεις διεφθαρμένου εκατόνταρχου. Μα να, υπηρετούσα τη δόξα, σήκωνα ψηλά τον αετό, κι αυτό είναι κάτι για να αφηγείσαι στα εγγόνια σου. Είχα ξορκίσει το φόβο, όχι σε βωμούς βακχικών θεών, μα με το ίδιο το αργασμένο πετσί μου. Είχα μασήσει χορτάρι και είχα ξεδιψάσει σε γούρνες στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Έτσι, εκείνη τη μέρα που αγνάντευα, θολούς μέσα στην καλοκαιριάτικη βράση, τους δασύτριχους Ούννους, μιλιούνια αιμοσταγή, τερμίτες ακόρεστους, τίποτα δε με φόβιζε και τίποτε δε σεβόμουν. Γι’ αυτό κι όταν σάλπισε η ανάγκη δούλεψα ευσυνείδητα. Τόσο, που η λαβή του κοντού ισπανικού μου ξίφους ξεχείλισε στον καρπό μου. Κι όταν η Μάστιγα του Θεού έριξε ίσα κατά πάνω μας εκείνα τα τρομερά κάστρα, τα ογκώδη θηρία που ούρλιαζαν το θάνατο, είχα την πρόνοια ν’ ακολουθήσω τις γραμμές μας, που αραίωναν ευέλικτα για να τα εγκλωβίσουν στα μετόπισθεν και να τα ξεκοιλιάσουν αμείλικτα, σα δύσμοιρα ψάρια.
Όλη τη μέρα προχωρούσα μπροστά και σκότωνα λοξά, όχι για τα σηστέρσια, ούτε για τους πραιτοριανούς. Μόνο γιατί έτσι διδάχτηκα, γιατί έτσι επιτάσσει ο Νόμος. Αυτός που δε θα με θυμηθεί, μα που θα υπάρχει και μετά από μένα. Κι αν θες να ξέρεις, και μετά από σένα».

-ε7: «Μιλάει ο Βροχή- Στο- Πρόσωπο. Μου είπαν πως δεν έκλαψα όταν γεννήθηκα. Πως τα σημάδια στα φύλλα των δέντρων το έδειχναν καθαρά πως θα γίνω πολεμιστής. Δεν πολέμησα όμως τότε, στην κοιλάδα του Μεγάλου Κέρατου με το σφοδρό άνεμο, με τα κόκκινα βράχια ή με το παγερό χιόνι. Αυτά είναι αδέρφια μου. Αντίπαλοί μου ήταν τα Λευκά Πρόσωπα. Ήλθαν κάποτε στη γη μας, σταλμένοι λέει από τη Βασίλισσα τους. Κι εμείς τους είπαμε να ζήσουν. Τα τετράγωνα ήταν πολλά, έφταναν για όλους. Μα αυτοί δεν παζάρευαν. Ήθελαν τα πάντα. Κι έτσι αναγκάστηκα να δανειστώ ξύλα από την οξιά για τα βέλη και πέτρα λαξεμένη από το βουνό για το τσεκούρι. Έφτιαξα και χρώματα. Μαύρο για τη γενναιότητα των παιδιών μου. Άσπρο για την ανάπαυση των προγόνων μου. Και κόκκινο για το δικό μου το θυμό. Κι όταν έφτασε η ώρα ξεχύθηκα σα βούβαλος σε οίστρο και σαν τον αγέρα που ξυρίζει τις πλάτες των αλόγων. Αυτοί είχαν φυσικά βέργες της φωτιάς, που χτυπούσαν σαν τον κεραυνό από μακριά. Μα εγώ είχα τη λάμψη του κεραυνού στα μάτια και τη φωτιά του Μανιτού στην καρδιά. Εκείνη τη μέρα δε σταμάτησα ούτε κι όταν δεν είχε μείνει κανένας ορθός από τους άντρες με τα μαλλιά σαν τα ώριμα στάχυα. Δεν έπαψα μέχρι που το ποτάμι χόρτασε αίμα και οι γύπες λευκή σάρκα. Πήγα κι άλλες φορές στην κοιλάδα ψάχνοντας του κάκου για τη Βασίλισσά τους. Μα κι όταν τα κόκαλά τους ξάσπρισαν κάτω απ’ τον κόκκινο ήλιο, αυτή δεν εμφανίστηκε. Έφτασα μέχρι αυτό που λες Έβδομη Γραμμή. Πήρα πίσω τα ποτάμια και τα βοσκοτόπια μας. Πήρα πίσω την τιμή μου, αυτήν που κάνει τον πολεμιστή να αναπνέει. Μα βλέπω τα Λευκά Πρόσωπα να ξανάρχονται. Βλέπω και τα δικά μας τα σκαμμένα από τον κάματο. Βλέπω και τους άντρες να ζητούν πυροβόλα, να ντύνονται σαν τους Λευκούς στο σώμα και στην ψυχή. Τη μαύρη ψυχή.
Γι’ αυτό βλέπεις το πρόσωπό μου να σκοτεινιάζει. Μίλησε ο Βροχή- Στο- Πρόσωπο, το πιόνι».

-ε8: «Με λένε Ρότζερ. Ή μήπως Χάινριχ; Ίσως και Γεβγκένι. Τι σημασία έχει;
Περπάτησα στις πεδιάδες της Γαλλίας και στις ερήμους της Αφρικής. Διέσχισα δασώδεις εκτάσεις στη Γερμανία και τα βαλτοτόπια της Λιθουανίας. Κοιμήθηκα στις παραλίες της Ιταλίας και στη χιονισμένη ρωσική στέπα. Έκανα φίλο την πείνα κι αδέρφι τον πόνο. Προέλασα αμέτρητες φορές με τις σκισμένες μπότες μου και τις αναρίθμητες ψείρες μου. Μα δεν παραπονιέμαι. Έτσι προέβλεπε το Σχέδιο. Και κάθε φορά που η νίκη ήταν με το μέρος μου έκανα μια χαρακιά στο τόξο μου, στη λαβή του ξίφους μου ή στο κοντάκι του όπλου μου. Γραμμές πάνω από γραμμές σαν τα σκαλιά προς το θάνατο ή προς τη δόξα. Ναι, ήρθε και η δόξα. Ήμουν κομμάτι της. Αμελητέο, αλλά κομμάτι της. Ήταν εκεί, στην Όγδοη Γραμμή. Ακολούθησε η προαγωγή. Μου κρέμασαν σιρίτια στον ώμο και χαλκάδες στο στήθος. Μα εγώ το μόνο που προσδοκούσα ήταν ένα γυναίκειο χέρι στον ώμο μου και ένα μωρό να κρέμεται στο στήθος μου με τις ουλές. Το μόνο που επιζητούσα ήταν γαλήνη. Μα γαλήνη δεν προβλέπεται για τα στρατιωτάκια. Την άλλη κιόλας στιγμή έπρεπε να ξαναγυρίσω στις γραμμές μου και να ξαναρχίσω την πορεία. Προς το θάνατο ή προς τη δόξα. Το ίδιο είναι. Δε με κόφτει που είμαι αναλώσιμος, γιατί χρόνια, αιώνες τώρα γνωρίζω το μυστικό. Έτσι, σκύψε, σκύψε να το ακούσεις: Οι σάρκες μου οικοδομούν το γίγνεσθαι. Και ο χαμός μου το είναι. Μην τρομάζεις. Υπάρχεις όσο κι εγώ. Μόνο τόσο».
………………………………………………………………………………………….

Το καταλαβαίνω. Ετούτη τη φορά δεν είχα αστεία ν’ αραδιάσω. Συγχωρήστε την ανικανότητά μου να σας κάνω να χαμογελάσετε. Φταίει που εκείνος ο ψίθυρος συνεχίζεται. Ξυπνάει όταν κοιμούνται οι άλλοι ήχοι. Πάσχισα να τον αποφύγω, να σφαλίσω τ’αυτιά και το μυαλό μου. Μάταιος κόπος. Κάθε φορά, πειθήνια, σηκώνομαι και πλησιάζω την πηγή του. Μοιάζει σαν ένα χέρι να με κινεί κάθε νύχτα, ξανά και ξανά στο ε4. Απομένω ολομόναχος, σαν πιόνι σε μιαν έρημη κοσμική σκακιέρα. Υπακούω ύστερα στην αναπόδραστη ανάγκη μου να διηγηθώ ιστορίες. Και το κάνω όσο πιο σιγανά μπορώ, σχεδόν ψιθυριστά. Δε θέλω δα να σας αναστατώσω…

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2008

ΚΡΕΑΣ Ή "ΚΡΕΑΣ";

Αφού θα μιλήσω για φαγητό, να πω ότι με φάγανε κάποιοι φίλοι γιατί παράτησα το μπλογκ. Αχ, και νά ξεραν τι περνάω κάθε καλοκαίρι... Έχουν όμως δίκιο. Άρα επιστρέφω ξανά, τώρα που το νέο μου μυθιστόρημα έχει πάρει το δρόμο του και εγώ έχω κάπως χαλαρώσει.


Ανοίγω τις προάλλες το μέιλ μου και τι να δω; Μια παραπομπή σε αυτήν εδώ την καταχώριση (ίσως η καταχώριση να έχει πια αλλάξει, αναφέρομαι σε αυτή με τα ταχυφαγεία).






Ωραία πράματα! Ρίξατε μια ματιά, φαντάζομαι. Ομολογώ ότι σοκαρίστηκα κάπως. Όχι πως τ' ακούμε πρώτη φορά, αλλά δεν είχα ξαναδιαβάσει τέτοιες λεπτομέρειες. Φυσικά δεν είμαι οπαδός των εν λόγω αλυσίδων καταστημάτων γρήγορου φαγητού. Θα έλεγα ότι ούτε απ' έξω δεν περνάω (και λόγω απόστασης :-)). Το συζήτησα με ένα φίλο όμως, που αρέσκεται σε αυτό το είδος διατροφής. Υποστηρίζει ότι όλα αυτά είναι ίσως προβοκάτσιες, ότι δηλαδή τα εστιατόρια αυτά ουδέποτε θα χρησιμοποιούσαν μεταλλαγμένα τρόφιμα, για να μη χάσουν το πολυπληθές πελατολόγιο τους. Κατηγόρησε μάλιστα και το συγκεκριμένο ποστ ως μύθευμα ή αναπαραγωγή μυθεύματος.

Δεν μπορώ να γνωρίζω ποια είναι η αλήθεια. Καταλαβαίνω όμως πως μια πολυεθνική έχει σαν εικόνισμα τη μεγιστοποίηση του κέρδους και μετά κόπτεται για όλα τα άλλα. Η ασφάλεια των πελατών της έρχεται σε νιοστή μοίρα και μόνο εφόσον γίνει κάποιος σχετικός ντόρος ή σε περίπτωση που η απρόσωπη Εταιρία θέλει να προβάλει το "ανθρώπινο πρόσωπό της". Παρά τις αντιρρήσεις του φίλου μου, κλίνω να πιστέψω την ειλικρίνεια του εν λόγω ποστ, αν και ως άνθρωπος που σέβεται την αντικειμενικότητα, θα το ψάξω περισσότερο. Αν πάντως είναι αλήθεια έστω και το ένα εκατομμυριοστό από όλα αυτά, τότε οι συνέπειες θα είναι ολέθριες και -αλίμονο!- κοντοπρόθεσμες.

Ακόμα κι αν όλο αυτό είναι οργουελιανό παραμύθι, φοβάμαι πως δεν απέχει και πολύ η εποχή της υλοποίησής του. Αν δε αληθεύει το κλισέ "Είμαστε ό,τι τρώμε", τότε σίγουρα σε μια παραμορφωτικά μεταλλαγμένη κοινωνία σαν τη δικιά μας, τα φαγητά (και τα ποτά) που μας αξίζουν είναι γάλα με μελαμίνη, χάμπουργκερ με κρέας μεταλλαγμένου "βοοειδούς" και νερό με εξασθενές χρώμιο.





Για κάτσε να δω αν περίσσεψαν λίγα ντόπια φασολάκια κι ένα μπακαλιαράκι από το μεσημέρι...