Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2007

ΚΑΙ ΟΙ ΣΚΑΚΙΣΤΕΣ ΣΚΕΦΤΟΝΤΑΙ

Είναι κάτι ανθρωπάκια, γερτά, μουλωχτά, συνοφρυωμένα, ρυτιδιασμένα, χαμένα στις σκέψεις τους, εντελώς αφηρημένα, με σιγανή φωνή, συνεσταλμένα, πάντα σοβαρά και σπανίως χαμογελαστα.

Αν κάπως έτσι σκέφτονται οι πολλοί για τους σκακιστές, να μη σας πω καλύτερα τι σκέφτονται οι σκακιστές για τους πολλούς! Έχω γνωρίσει παρ' όλα αυτά στο σκακιστικό σινάφι κάθε καρυδιάς καρύδι. Και όσο για τη φημολογούμενη εξυπνάδα των σκακιστών, τι να σας πω...Από ιδιοφυείς ανθρώπους μέχρι διανοητικά καθυστερημένους (κυριολεκτώ, αλλά ονόματα δε λέω) συναντάς πάνω από μια σκακιέρα. Και ψυχικά ασθενείς βεβαίως.

Υπήρξαν όμως και κάποιοι που με τις φράσεις τους έδειξαν ότι η σκακιστική σκέψη δεν περιορίζεται στα 64 τετράγωνα. Είναι συμβολική, πλατιά, με χιούμορ και ευαισθησία, με γνώση και σοφία, επιστημονική και καλλιτεχνική, με δυο λόγια γοητευτική. Έψαξα λίγο και βρήκα τις πιο διάσημες από αυτές τις σκέψεις ή τις εκφράσεις των ίδιων των σκακιστών. Διάσημες, τρόπος του λέγειν βέβαια, μιας και είναι γνωστές σχεδόν μόνο στους σκακιστικούς κύκλους. Αξίζει όμως να τις αναλογιστεί ο καθένας. Δεν θα μπω στον πειρασμό να τις σχολιάσω. Ελάχιστα χρειάζονται εξάλλου τα δικά μου σχόλια. Είναι αυτόνομες. Και αυτονόητες.


-Όταν δεις μια καλή κίνηση μην την παίξεις, κοίτα για καμιά καλύτερη (Ε.Λάσκερ)

-Στη σκακιέρα, αντίθετα με τη ζωή, το ψεύδος και η υποκρισία δεν επιζούν για πολύ

(Ε.Λάσκερ)

-Η απειλή είναι ισχυρότερη από την εκτέλεσή της (Α.Νίμτσοβιτς)

-Τα πιόνια είναι η ψυχή της παρτίδας (Α.Ντ.Φιλιντόρ)

-Νικητής είναι πάντα αυτός που κάνει το προτελευταίο λάθος (Σ.Ταρτακόβερ)


- Κανείς δεν κέρδισε την παρτίδα που εγκατέλειψε (Σ.Ταρτακόβερ)

-Τα λάθη είναι εκεί και περιμένουν να τα κάνεις (Σ.Ταρτακόβερ)








-Πριν το φινάλε οι θεοί τοποθέτησαν το μέσον της παρτίδας (Ζ. Τάρας)


-Δεν αρκεί να είσαι καλός παίκτης, πρέπει κάθε φορά και να το αποδεικνύεις (Ζ.Τάρας)


-Υπάρχουν δύο ειδών θυσίες: οι σωστές και οι δικές μου (Μ.Ταλ)






-Ένα κακό σχέδιο είναι προτιμότερο από το να μην υπάρχει σχέδιο (Φ.Μάρσαλ)


-Το σκάκι είναι σπορ. Όταν δεν είναι σπορ είναι επιστήμη. Και όταν δεν είναι ούτε επιστήμη είναι τέχνη. (Α.Κάρποβ)





-Ο καλός παίχτης είναι πάντα τυχερός (Χ.Ρ.Καπαμπλάνκα)








-Αν κερδίσω λέω ότι θυσίασα, αλλιώς παραδέχομαι ότι έκανα αβλεψία (Λ.Τολούς)

-Δεν πιστεύω στην ψυχολογία, πιστεύω στις σωστές κινήσεις (Ρ.Φίσερ)

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2007

ΜΥΛΑΙΔΗ

Aye-aye! Πάλι εδώ είσαι Μυλαίδη; Πάλι εδώ; Νόμιζα πως σε τούτη την ποντικότρυπα δε θα με έβρισκες. Και πλησιάζεις τόσο αθόρυβα Μυλαίδη, που με τρομάζεις. Κάποτε άκουγα τσεκίνι να πέφτει στη θάλασσα από την πλώρη ίσαμε την πρύμνη. Τώρα πια δε με βοηθάει η ακοή μου. Ίσως και να συνήθισε από τα σουρσίματα του λιμανιού. Ας είναι.

Τράβα εκείνο το βαρέλι Μυλαίδη, κάθισε, δεν περιμένω κανέναν. Κανείς πια δε με θέλει στο πλήρωμά του. Τι να τον κάνουν ένα γέρο- παράλυτο, που τα χέρια του τρέμουν περισσότερο κι απ' τις αντένες στο μαϊστρο; Χα-χα! Τα χέρια του, λέω! Έχεις δίκιο να χαμογελάς Μυλαίδη κοιτώντας τούτο το γάντζο που ξεπροβάλει από το βρώμικο μανίκι μου. Έχω μήνες να τον αλείψω λαρδί. Σκούριασε κι αυτός σαν την ψυχή μου. Κέρασέ με ένα κρογκ Μυλαίδη, δε μπορώ να μιλώ με στεγνό λαρύγγι.

Aye-aye! Πουτάνας γιος αυτός ο κάπελας! Στον απόπατο τον γεμίζει τον τσίγκο του. Καταραμένος να' ναι! Κι αυτός κι όλοι οι μεθύστακες εδώ μέσα. Τους βλέπεις Μυλαίδη; Όλοι κάνουν πως δε μας βλέπουν. Κι όμως ρίχνουν λοξές ματιές και χασκογελάνε πίσω από τα κιτρινισμένα γένια τους. Μη νομίζεις Μυλαίδη, κι αλλού το ίδιο είναι. Σε όλα τα καταγώγια του λιμανιού. Δε με γελά εμένα το μάτι μου.

Τι; Aye-aye! Μη με κοιτάς έτσι Μυλαίδη, ξέρω τι σκέφτεσαι. Κάθε βράδυ γι' αυτό έρχεσαι και με ξετρυπώνεις Μυλαίδη. Μόνο γι' αυτό κι όχι για τη συντροφιά μου. Χα-χα! Τη συντροφιά μου, λέω! Λες και δε βρωμάω σα σάπιος μπακαλιάρος. Λες και τα χνώτα μου δε διώχνουν τους παπαγάλους. Λες και τα σάλια μου δεν έχουν αρχίσει να ξεφεύγουν από το μισόγερτο στόμα μου με τα σαπισμένα δόντια -όσα έχουν απομείνει, πάει να πει. Συντροφιά να σου πετύχει!

Aye-aye! Μη με κοιτάς έτσι Μυλαίδη, σε σκιάζομαι. Διάολε, θα με ακούσει και κανένα από τούτα τα κωθώνια και θα αναγκαστώ να του δείξω τι χρώμα έχουν τα άντερά του. Ξέρω γιατί με κοιτάς Μυλαίδη, ξέρω γιατί έρχεσαι. Κέρασε με ένα σιχαμένο κρογκ ακόμα και θα τα ξεράσω όλα, Μυλαίδη. Μπορώ ακόμα να τα βάλω με πέντε παληκαράδες και να τους χώσω τις σπάθες στον πισινό Μυλαίδη, αλλά μάρτυς μου ο θεός εκείνου του Εβραίου, δε μπορώ να τα βάλω με τούτο το βλέμμα. Ένα κρογκ μόνο να ποτίσω τα μουστάκια μου και θα' χεις την αλήθεια που ζητάς τόσον καιρό.

Εντάξει Μυλαίδη, τον είχα δει. Ήμουν βαρδιάνος εκείνο το σούρουπο και μισοκρεμόμουν στα ξάρτια, όταν τους είδα. Η Ανναμπέλλα είχε γλιστρίσει από το κατάρτι και αιωρούνταν στο κενό. Αυτός στεκόταν από πάνω της. Αρκούσε να σκύψει και να την τραβήξει από τον ντελικάτο καρπό. Μα δεν το έκανε. Κύλησαν μερικές στιγμές σαν το λάδι στην κλεψύδρα του καπετάνιου. Στο τέλος η Ανναμπέλλα ξέσφιξε τα δάχτυλά της. Άκουσα το γδούπο μόνο και τις φωνές στο κατάστρωμα. Ήμουν παγωμένος. Δεν κατέβηκα από πάνω, παρά μόνο αργά το βράδυ. Υπήρχε μια παράξενη σιωπή ανάμεσα στο πλήρωμα. Ηλιοκαμένα και χαρακωμένα πρόσωπα που κοιτούσαν μόνο στο σκοτεινό πέλαγος. Την άλλη μέρα τη δέσαμε στη σανίδα, τυλιγμένη στο πιο λευκό καραβόπανο που βρήκαμε. Μετά άρχισε το σούσουρο. Και το σούσουρο στο καράβι, το ξέρεις καλά Μυλαίδη, είναι χειρότερο κι απ' τις κραυγές.

Οι γυναίκες και οι γέρο-πειρατές μιλούν πολύ, ειν' αλήθεια. Να με συμπαθάς Μυλαίδη, μα θα φτάσω κι εκεί που θέλεις. Αν κόψεις το κρογκ και τις ιστορίες από τούτο το διαβολότοπο, Μυλαίδη, δε μένει παρά ένα τσούρμο ξεδοντιάρηδες κι ένα μάτσο πουτάνες. Λίγες μέρες μετά τον βρήκαμε τυφλό στο καμπούνι του. Κάποιος του έχωσε σίδερο στα μάτια την ώρα που κοιμόταν. Aye-aye! Τον είδα, Μυλαίδη. Είχαν απομείνει δύο πληγές που ανάβλυζαν πύον και δάκρυα. Δεν ήξερα ότι μπορούσαν κι οι τρύπες να δακρύζουν. Τα υποχθόνια μουρμουρητά σταμάτησαν.

Άλλοι υποστήριξαν ότι ο μικρός και όμορφος Πρίγκηπας, ο προστατευόμενός της, αυτός που ήταν το αντικείμενο του φθόνου του, είχε ξεπληρώσει λίγο από το αίμα της. Άλλοι πίστεψαν ότι πλήρωνε παλιές αμαρτίες, χρώσταγε στα χαρτιά, αυτό το ξέραμε όλοι. Κάποιος είπε ότι η Ανναμπέλλα είχε ανέβει από το μαύρο βυθό, τυλιγμένη στα φύκια, για να εκδικηθεί. Ο Εβραίος υποστήριξε ότι τυφλώθηκε μόνος του από τον πόνο της χαμένης του αγάπης. Μα αυτός ποτέ δεν την αγάπησε, μόνο τη ζήλευε. Ξέρω καλά Μυλαίδη, κανείς τους δεν είχε δίκιο.

Πως γυαλίζουν τα μάτια σου Μυλαίδη! Σαν να ψυλλιάστηκες τι ετοιμάζομαι να πω. Χα-χα! Να ψυλλιάστηκες, λέω! Το ξέρεις σίγουρα. Ω, ναι! Μα τα χίλια σκυλόψαρα των Σαργασσών, το ξέρεις, ότι το μόνο σίδερο που μάτωσε πάνω στο καράβι εκείνο το βράδυ, ήταν το σίδερο από τούτον εδώ το γάντζο!

Τελείωσε και τούτο δω το κάτουρο. Δεν πειράζει, τώρα τα είπα. Μη με ρωτήσεις τι απέγινε εκείνος. Δεν έμαθα ποτέ. Σαν και μένα θα τριγυρνά από καπηλειό σε καπηλειό και θα ζητιανεύει για μια σταγόνα μπύρα. Και κάτι ακόμα. Όλοι μας κοιτούσαμε αντρίκια την Ανναμπέλλα. Όλο το πλήρωμα, από τον καπετάνιο μέχρι τον τελευταίο μούτσο. Μα κανείς μας δεν είχε τα κότσια να την αγγίξει. Όμως σε όλο το μπουλούκι μόνο η δύσμοιρη αφεντιά μου είχε την ατυχία να την αγαπήσει.

Σηκώνεσαι Μυλαίδη; Φεύγεις κιόλας; Ούριο άνεμο σου εύχομαι Μυλαίδη, εγώ θα καθίσω. Νομίζω ότι έχω ακόμα δυό τσεκίνια στην τρύπια τσέπη μου. Θα αγοράσω λίγη ακόμα λησμονιά. Στο επανειδείν Μυλαίδη Ανναμπέλλα!
..................................................................................................................
Αφιερωμένο στην composition doll, όθεν και η έμπνευση (σχεδόν κλοπή δηλαδή, αλλά πειρατής είμαι, για το Θεό!).

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2007

ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΦΩΤΙΑΣ

Γιατί πάντα έτσι ήταν. Από τη μια το σίδερο κι από την άλλη τα λουλούδια.






Γιατί όποιος δεν θυμάται την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει.



Γιατί κάποια συνθήματα δε σβήνουν από τους τοίχους όσο κι αν τα ξύνουν μανιασμένα.

Γιατί υπάρχουν γενιές που στερήθηκαν τον αγώνα.



Γιατί ακόμα κι αν κάποιοι εξαργύρωσαν τη φήμη τους, έκαναν άλλους κοινωνούς.



Γιατί πάντα ζητάς κάτι για να ανατριχιάζεις.



Γιατί κάποιοι τόποι είναι καθαγιασμένοι.





Γιατί τότε ήμουν δύο ετών και μακριά...κι όμως ξενύχτησα γύρω από τις φωτιές που άναβαν οι καρδιές, κρέμασα τη φωνή μου πάνω στα κάγκελα, κυνηγήθηκα εγώ και το όνειρό μου στους γύρω δρόμους και -ντρέπομαι που το λέω- εκεί ερωτεύτηκα για πρώτη φορά, μια γυναίκα που έμοιαζε με φλόγα . Ελευθερία νομίζω την έλεγαν.

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2007

ΒΙΒΛΙΑ

Το τηλέφωνο έχει πάψει από καιρό να χτυπάει. Το έχω αποσυνδέσει. Έτσι κι αλλιώς, θα ήταν σχεδόν ακατόρθωτο να ανακαλύψω την πηγή του υπόκωφου κουδουνίσματος κάτω από τις ατελείωτες στοίβες βιβλίων. Ήταν ο τελευταίος συνεκτικός κρίκος μου με την εξωτερική πραγματικότητα και ομολογώ ότι τον έκοψα με ευχαρίστηση.

Πάνε δεκαπέντε, ίσως δεκάξι μήνες από τότε που έμαθα για την ασθένεια. Ένας καθωσπρέπει γιατρός με περιποιημένο μούσι και γυαλιά με χρυσό σκελετό μου είχε χαμογελάσει παρηγορητικά πριν αρχίσει να μου εξηγεί για το πως ένα κύτταρο τρελαίνεται ξαφνικά και αντίθετα με τις επιταγές της φυσιολογίας αρχίζει να πολλαπλασιάζεται ξανά και ξανά. Άναρχα, επαναστατικά, ανερώτητα και κυρίως με σπουδή. Τον κοιτούσα αμίλητος και θυμάμαι ότι αισθανόμουν οίκτο. Σα να ήταν αυτός ο ίδιος ο ασθενής. Ή ίσως πάλι και για το επάγγελμά του που κουβαλάει τις ενοχές των κακών μαντάτων. Στο τέλος είχα χαμογελάσει αχνά, αρνούμενος τις προτεινόμενες "θεραπείες" και είχα αποχωρήσει από το πολυτελές γραφείο διακριτικά. Μέχρι να φτάσω στην έξοδο το είχα αποφασίσει.

Όσο ανασύρω θραύσματα από το κελάρι της μνήμης μου τόσο περισσότερο πιστεύω ότι διάβαζα ανέκαθεν. Δε μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου χωρίς να κρατάει ένα βιβλίο. Όμως ποτέ στο παρελθόν τα διαβάσματα μου δεν είχαν αυτή την πυρετώδη προσήλωση των τελευταίων μηνών. Ήταν εκείνη η ιατρική ανακοίνωση που με έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο πολύτιμο χρόνο είχα χάσει. Έπρεπε να βιαστώ. Ήταν ανάγκη να τρυπήσω το κουκούλι της γνώσης που κρεμόταν από πάνω μου αιώνες τώρα. Όφειλα να ψάξω, έστω και τώρα στα στερνά, το εν υπνώσει φτερούγισμα της πεταλούδας, που έκρυβε μέσα του.

Είχα αρχίσει από εκείνη τη μέρα να παραγγέλνω βιβλία. Όλο και περισσότερα βιβλία. Χωρίς κάποια υποτυπώδη στόχευση, χωρίς σχέδιο και κυρίως, χωρίς μέτρο. Η βιβλιοθήκες μου είχαν ξεχειλίσει καιρό πριν. Τα βιβλία είχαν ξεχυθεί σε κάθε έπιπλο του σπιτιού. Αλλά τώρα απλώνονται ανεξέλεγκτα παντού. Στα ντουλάπια, στο κρεβάτι, στο πάτωμα. Χάρτινοι πύργοι υψώνουν φράγματα καταμεσής στο σπίτι. Αναγκάζομαι πια να ανοίγω στενές διαβάσεις ανάμεσα στα τείχη των σελίδων.

Τρώω ελάχιστα. Κοιμάμαι λιγότερο. Τον υπόλοιπο χρόνο διαβάζω. Διαβάζω και πονάω. Μερικές φορές χάνω μέσα στο δάσος των τόμων το βιβλίο που διάβαζα τελευταίο. Δεν μπαίνω στον κόπο να το ψάξω. Αρχίζω ένα άλλο γρήγορα. Διαβάζω δύο, τρία ή και τέσσερα βιβλία τη μέρα. Δεν είναι αρκετά. Είναι απελπιστικά αργός ρυθμός. Το μόνο παρήγορο είναι ότι βυθίζομαι στην ανάγνωση. Και τότε δεν πονάω. Η ιαματική δράση των βιβλίων μου είχε αποκαλυφθεί από χρόνια. Αυτό που δε λέει να μου αποκαλυφθεί είναι η βαθιά αλήθεια. Αυτή που κάπου μέσα στα κείμενα θα πρέπει να παραμένει κρυμμένη. Η αλήθεια για τη ζωή. Ή αυτή για το θάνατο. Το ίδιο είναι.
Καμιά φορά επιτρέπω στον εαυτό μου την πολυτέλεια του στοχασμού. Αποξεχνιέμαι και αναλογίζομαι τη θέση μου. Θα φαινόταν παράδοξη τόση βιβλιομανία σε κάποιον απλό άνθρωπο. Ίσως ακόμα και στο σύνολο των ανθρώπων. Γιατί έχουν μάθει να διαβάζουν με το νου, όχι με το είναι. Έχουν συνηθίσει να μελετούν την ύπαρξη κι όχι την ουσία. Την περίπτωσή μου θα τη χαρακτήριζαν απαξιωτικά κλινική. Δε με πειράζει. Άλλωστε οι άνθρωποι δε χωρούσαν ποτέ στη ζωή μου. Τώρα πια δε χωρούν ούτε στο σπίτι μου.

Δε μου έχει λείψει η δράση. Ούτε το γέλιο. Ούτε η συμπόνοια, η φιλία, η αγάπη. Τα έχω δίπλα μου όλη την ώρα. Τι κι αν είναι μόνο λέξεις; Οι λέξεις δομούν τον κόσμο. Κι αυτές μπορούν να τον αποδομήσουν φτιάχνοντας νέους κόσμους. Σ' αυτούς ζω εδώ και μήνες. Κι αυτό είναι αρκετό. Τι λέω, είναι κάτι περισσότερο από αρκετό. Είναι το μόνο που μου απομένει.

Που μπορεί να φωλιάζει όλη η αλήθεια; Σε ένα φιλοσοφικό σύγγραμμα; σε ένα θεολογικό κείμενο; σε μια ιστορική καταγραφή; σε ένα απόφθεγμα; σε μια βαθυστόχαστη φράση; Δεν ξέρω ακόμα. Αλλά όλο και περισσότερο διαισθάνομαι να πλησιάζω. Νιώθω το γλυκό μυρμήγκιασμα της αποκάλυψης να κοντεύει. Μετά το χάνω ξανά. Πεισμώνω και ξαναβουτάω στα βαθιά. Χάνομαι στις λαβυρινθώδεις οδούς των λέξεων. Τις βλέπω να φωτίζονται αργά και μετά να ξανασκοτεινιάζουν. Είναι βασανιστικό. Και είναι ηδονικό. Ω! ναι. Νιώθω ότι είμαι κοντά.

Τις τελευταίες μέρες έχω γίνει βάναυσος με τα βιβλία. Μερικά είναι κουραστικά αδειανά. Τα πετάω άτσαλα από δω κι από' κει. Άλλα είναι γεμάτα φληναφήματα. Τσαλακώνω τις σελίδες τους με βιάση, χωρίς υπομονή. Προχτές δεν έβρισκα πουθενά το τασάκι κι έσβησα το τσιγάρο μου πάνω σ' ένα απ' αυτά. Έμεινε λίγη στάχτη και μια άσχημη μαύρη ουλή στο χοντρό εξώφυλλο. Κάτι δεν πάει καλά. Ίσως είναι αυτή η ιδέα που έχει τρυπώσει στο μυαλό μου. Μα που βρήκε χώρο να σταθεί;

Χτες δεν κοιμήθηκα καθόλου. Το παράξενο δεν είναι αυτό. Είναι το ότι δεν μπορώ πια να διαβάσω. Πιάνω ένα βιβλίο και το ξεφυλλίζω απαθώς. Οι σελίδες μοιάζουν λευκές, άγραφες. Για όλα φταίει αυτή η ιδέα.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος καταλαβαίνει το τέλος του όταν αυτό πλησιάζει. Τώρα ξέρω ότι έχουν δίκιο. Πάει καιρός από την τελευταία φορά που κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Βλέπω όμως τη διαφορά στα πολυφορεμένα ρούχα μου. Απίσχνανση, θα έλεγε ένας γιατρός. Κι εγώ θα χαμογελούσα πικρά. Γιατί ξέρω ότι είναι η ιδέα που με κατατρώει. Μπήκε μέσα μου ύπουλα και αιφνιδιαστικά. Είναι η υπόνοια της μη ύπαρξης αλήθειας. Είναι το θεμέλιο της ματαιότητας. Κάθε λεπτό που περνάει σιγουρεύομαι περισσότερο. Όχι, η αλήθεια δεν ήταν αυτό το μικρό φως που πολλές φορές πλησίασα. Δεν ήταν αυτή η τρεμάμενη φλόγα, σαν από πυγολαμπίδα, που ατέρμονα στριφογύριζα γύρω της, χωρίς να την αγγίζω. Γιατί πως ν' αγγίξω αυτό που δεν υπάρχει;

Στο δωμάτιο έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει. Δεν έχω κουράγιο να ανάψω τα φώτα. Ούτε απέξω, ούτε μέσα μου. Τώρα το ξέρω. Η γνώση δε βρίσκεται στα βιβλία. Δεν είναι το καλά κρυμμένο μυστικό που λαχταρούσα να ανασύρω στο φως. Τα βιβλία, αυτά που τώρα με αγκαλιάζουν με τις σκιές των όγκων τους, δε φυλάνε την αλήθεια. Σε απομακρύνουν από αυτή. Και τότε που βρίσκεται η αλήθεια; Παντού. Έξω. Στα μη βιβλία. Πιάνω τον εαυτό μου να ψιθυρίζει.

Νιώθω να ζεσταίνομαι σα να έχω πυρετό. Κάτι με πνίγει, σαν σκόνη. Θέλω να βήξω. Ασφυκτιώ. Τινάζομαι και παραπατώντας φτάνω στη μπαλκονόπορτα. Την ανοίγω με δυσκολία. Είχε μήνες ν' ανοίξει. Βγαίνω στον έξω κόσμο. Μια ριπή αέρα μου γδέρνει το πρόσωπο. Παίρνω βαθιές ανάσες που μου καίνε τον ουρανίσκο. Ζαλίζομαι για λίγο, μα η ζάλη περνά. Μπαίνω αργά στο δωμάτιο. Μια αποφορά με χτυπά. Είναι άραγε από τα βιβλία που πήραν να σαπίζουν;

Πρέπει να τα ξεφορτωθώ όσο έχω ακόμα καιρό. Βουτάω την πρώτη στοίβα. Βγαίνω στο μπαλκόνι και λαχανιασμένος αρχίζω να τους ξεσκίζω τη σάρκα. Πετώ τα χαρτιά στο δρόμο. Η μια σελίδα πίσω από την άλλη αιωρείται για λίγο στον αέρα σαν αναποφάσιστος γλάρος και μετά βουλιάζει με ένα άηχο λίκνισμα στο κενό. Κι άλλο βιβλίο. Κι άλλη στοίβα. Ο αέρας απομακρύνει τα φύλλα χαρτιού, τα στροβιλίζει κοροϊδευτικά, τα ρίχνει στο βρώμικο πεζοδρόμιο. Για πολλές ώρες το μπαλκόνι μου φυλλορροεί. Ο ορίζοντας έχει γεμίσει λέξεις. Κι έχω πολλά να σκοτώσω ακόμα.
.....................................................................................................................................
Ένας νεαρός άντρας προχωρά με τα χέρια στις τσέπες του μπλουτζήν, μέσα στο μισοσκόταδο. Προσπαθεί να σκεφτεί κάτι ευχάριστο μα δεν τα καταφέρνει. Το μυαλό του επιστρέφει διαρκώς στη φυλακή. Ο μέντορας του στις διαρρήξεις βρίσκεται δυο βδομάδες εκεί. Αισθάνεται μόνος. Ξαφνικά στρίβοντας σε μια γωνιά βλέπει το δρόμο στρωμένο με σελίδες βιβλίων. Κοιτάζει παραξενεμένος τριγύρω και εύκολα ανακαλύπτει την πηγή της αλλόκοτης βροχής. Μένει για κάμποσο ακίνητος παρακολουθώντας μια τον άντρα στο μπαλκόνι και μια τις χάρτινες νιφάδες που έχουν καλύψει δρόμο, πεζοδρόμια, αυτοκίνητα, δέντρα, τα πάντα. Μερικές απ' αυτές έρχονται προς το μέρος του. Σκύβει και μαζεύει μια σελίδα. Τη διπλώνει και τη βάζει στην τσέπη του δερμάτινου του. Διασχίζει τον ήσυχο δρόμο και απομακρύνεται. Ίσως και να χαμογελά, αλλά ποιος ξέρει, έτσι βιαστικά που φεύγει;