Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2007

ΜΥΛΑΙΔΗ

Aye-aye! Πάλι εδώ είσαι Μυλαίδη; Πάλι εδώ; Νόμιζα πως σε τούτη την ποντικότρυπα δε θα με έβρισκες. Και πλησιάζεις τόσο αθόρυβα Μυλαίδη, που με τρομάζεις. Κάποτε άκουγα τσεκίνι να πέφτει στη θάλασσα από την πλώρη ίσαμε την πρύμνη. Τώρα πια δε με βοηθάει η ακοή μου. Ίσως και να συνήθισε από τα σουρσίματα του λιμανιού. Ας είναι.

Τράβα εκείνο το βαρέλι Μυλαίδη, κάθισε, δεν περιμένω κανέναν. Κανείς πια δε με θέλει στο πλήρωμά του. Τι να τον κάνουν ένα γέρο- παράλυτο, που τα χέρια του τρέμουν περισσότερο κι απ' τις αντένες στο μαϊστρο; Χα-χα! Τα χέρια του, λέω! Έχεις δίκιο να χαμογελάς Μυλαίδη κοιτώντας τούτο το γάντζο που ξεπροβάλει από το βρώμικο μανίκι μου. Έχω μήνες να τον αλείψω λαρδί. Σκούριασε κι αυτός σαν την ψυχή μου. Κέρασέ με ένα κρογκ Μυλαίδη, δε μπορώ να μιλώ με στεγνό λαρύγγι.

Aye-aye! Πουτάνας γιος αυτός ο κάπελας! Στον απόπατο τον γεμίζει τον τσίγκο του. Καταραμένος να' ναι! Κι αυτός κι όλοι οι μεθύστακες εδώ μέσα. Τους βλέπεις Μυλαίδη; Όλοι κάνουν πως δε μας βλέπουν. Κι όμως ρίχνουν λοξές ματιές και χασκογελάνε πίσω από τα κιτρινισμένα γένια τους. Μη νομίζεις Μυλαίδη, κι αλλού το ίδιο είναι. Σε όλα τα καταγώγια του λιμανιού. Δε με γελά εμένα το μάτι μου.

Τι; Aye-aye! Μη με κοιτάς έτσι Μυλαίδη, ξέρω τι σκέφτεσαι. Κάθε βράδυ γι' αυτό έρχεσαι και με ξετρυπώνεις Μυλαίδη. Μόνο γι' αυτό κι όχι για τη συντροφιά μου. Χα-χα! Τη συντροφιά μου, λέω! Λες και δε βρωμάω σα σάπιος μπακαλιάρος. Λες και τα χνώτα μου δε διώχνουν τους παπαγάλους. Λες και τα σάλια μου δεν έχουν αρχίσει να ξεφεύγουν από το μισόγερτο στόμα μου με τα σαπισμένα δόντια -όσα έχουν απομείνει, πάει να πει. Συντροφιά να σου πετύχει!

Aye-aye! Μη με κοιτάς έτσι Μυλαίδη, σε σκιάζομαι. Διάολε, θα με ακούσει και κανένα από τούτα τα κωθώνια και θα αναγκαστώ να του δείξω τι χρώμα έχουν τα άντερά του. Ξέρω γιατί με κοιτάς Μυλαίδη, ξέρω γιατί έρχεσαι. Κέρασε με ένα σιχαμένο κρογκ ακόμα και θα τα ξεράσω όλα, Μυλαίδη. Μπορώ ακόμα να τα βάλω με πέντε παληκαράδες και να τους χώσω τις σπάθες στον πισινό Μυλαίδη, αλλά μάρτυς μου ο θεός εκείνου του Εβραίου, δε μπορώ να τα βάλω με τούτο το βλέμμα. Ένα κρογκ μόνο να ποτίσω τα μουστάκια μου και θα' χεις την αλήθεια που ζητάς τόσον καιρό.

Εντάξει Μυλαίδη, τον είχα δει. Ήμουν βαρδιάνος εκείνο το σούρουπο και μισοκρεμόμουν στα ξάρτια, όταν τους είδα. Η Ανναμπέλλα είχε γλιστρίσει από το κατάρτι και αιωρούνταν στο κενό. Αυτός στεκόταν από πάνω της. Αρκούσε να σκύψει και να την τραβήξει από τον ντελικάτο καρπό. Μα δεν το έκανε. Κύλησαν μερικές στιγμές σαν το λάδι στην κλεψύδρα του καπετάνιου. Στο τέλος η Ανναμπέλλα ξέσφιξε τα δάχτυλά της. Άκουσα το γδούπο μόνο και τις φωνές στο κατάστρωμα. Ήμουν παγωμένος. Δεν κατέβηκα από πάνω, παρά μόνο αργά το βράδυ. Υπήρχε μια παράξενη σιωπή ανάμεσα στο πλήρωμα. Ηλιοκαμένα και χαρακωμένα πρόσωπα που κοιτούσαν μόνο στο σκοτεινό πέλαγος. Την άλλη μέρα τη δέσαμε στη σανίδα, τυλιγμένη στο πιο λευκό καραβόπανο που βρήκαμε. Μετά άρχισε το σούσουρο. Και το σούσουρο στο καράβι, το ξέρεις καλά Μυλαίδη, είναι χειρότερο κι απ' τις κραυγές.

Οι γυναίκες και οι γέρο-πειρατές μιλούν πολύ, ειν' αλήθεια. Να με συμπαθάς Μυλαίδη, μα θα φτάσω κι εκεί που θέλεις. Αν κόψεις το κρογκ και τις ιστορίες από τούτο το διαβολότοπο, Μυλαίδη, δε μένει παρά ένα τσούρμο ξεδοντιάρηδες κι ένα μάτσο πουτάνες. Λίγες μέρες μετά τον βρήκαμε τυφλό στο καμπούνι του. Κάποιος του έχωσε σίδερο στα μάτια την ώρα που κοιμόταν. Aye-aye! Τον είδα, Μυλαίδη. Είχαν απομείνει δύο πληγές που ανάβλυζαν πύον και δάκρυα. Δεν ήξερα ότι μπορούσαν κι οι τρύπες να δακρύζουν. Τα υποχθόνια μουρμουρητά σταμάτησαν.

Άλλοι υποστήριξαν ότι ο μικρός και όμορφος Πρίγκηπας, ο προστατευόμενός της, αυτός που ήταν το αντικείμενο του φθόνου του, είχε ξεπληρώσει λίγο από το αίμα της. Άλλοι πίστεψαν ότι πλήρωνε παλιές αμαρτίες, χρώσταγε στα χαρτιά, αυτό το ξέραμε όλοι. Κάποιος είπε ότι η Ανναμπέλλα είχε ανέβει από το μαύρο βυθό, τυλιγμένη στα φύκια, για να εκδικηθεί. Ο Εβραίος υποστήριξε ότι τυφλώθηκε μόνος του από τον πόνο της χαμένης του αγάπης. Μα αυτός ποτέ δεν την αγάπησε, μόνο τη ζήλευε. Ξέρω καλά Μυλαίδη, κανείς τους δεν είχε δίκιο.

Πως γυαλίζουν τα μάτια σου Μυλαίδη! Σαν να ψυλλιάστηκες τι ετοιμάζομαι να πω. Χα-χα! Να ψυλλιάστηκες, λέω! Το ξέρεις σίγουρα. Ω, ναι! Μα τα χίλια σκυλόψαρα των Σαργασσών, το ξέρεις, ότι το μόνο σίδερο που μάτωσε πάνω στο καράβι εκείνο το βράδυ, ήταν το σίδερο από τούτον εδώ το γάντζο!

Τελείωσε και τούτο δω το κάτουρο. Δεν πειράζει, τώρα τα είπα. Μη με ρωτήσεις τι απέγινε εκείνος. Δεν έμαθα ποτέ. Σαν και μένα θα τριγυρνά από καπηλειό σε καπηλειό και θα ζητιανεύει για μια σταγόνα μπύρα. Και κάτι ακόμα. Όλοι μας κοιτούσαμε αντρίκια την Ανναμπέλλα. Όλο το πλήρωμα, από τον καπετάνιο μέχρι τον τελευταίο μούτσο. Μα κανείς μας δεν είχε τα κότσια να την αγγίξει. Όμως σε όλο το μπουλούκι μόνο η δύσμοιρη αφεντιά μου είχε την ατυχία να την αγαπήσει.

Σηκώνεσαι Μυλαίδη; Φεύγεις κιόλας; Ούριο άνεμο σου εύχομαι Μυλαίδη, εγώ θα καθίσω. Νομίζω ότι έχω ακόμα δυό τσεκίνια στην τρύπια τσέπη μου. Θα αγοράσω λίγη ακόμα λησμονιά. Στο επανειδείν Μυλαίδη Ανναμπέλλα!
..................................................................................................................
Αφιερωμένο στην composition doll, όθεν και η έμπνευση (σχεδόν κλοπή δηλαδή, αλλά πειρατής είμαι, για το Θεό!).

3 σχόλια:

Composition Doll είπε...

Παναγιώτη εξαιρετικό!!!!! Όπως και στο Νονό, το δεύτερο μέρος απείρως καλυτερο από το πρώτο!!!

:)))))))

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ είπε...

Άσε ρε συ(συγγνώμη για το "άσε"), δικό σου είναι όλο, εξάλλου στο αφιέρωσα. Η Σοφία λέει να το κάνω βιβλίο, της άρεσε η ιδέα.Εμένα πάλι μου άρεσε η ιδέα της Σοφίας.Να δω τι θα πρωτογράψω. Καμιά δεκαριά βιβλία είναι έτοιμα στο μυαλό μου και στριφογυρίζουν σαν τα μπαλάκια στο Λόττο. Να δω ποιο θα ξεμπουκάρει.

Composition Doll είπε...

Άρχισε να γράφεις και αυτό που είναι να βγει, θα βγει μόνο του μπροστά-μπροστά!!! :)))))))