Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2008

IMPERIUM

Στη μεγαλύτερη πόλη της ανατολικής επαρχίας της αυτοκρατορίας ένα σμήνος αγριόπαπιες πετά πάνω απ’ τα τείχη και κατευθύνεται προς την ανατολή. Το βλέμμα των φρουρών τις ακολουθεί και βυθίζεται στην άκρη του ορίζοντα σε μια ασυνήθιστη γραμμή. Όσο περνάει η ώρα, η γραμμή διαγράφεται καθαρότερα και επιβεβαιώνει την εγκυρότητα της τρομερής είδησης. Η ατέλειωτη σειρά του εχθρικού στρατού χάνεται κατά τμήματα μέσα στην ομίχλη και στριφογυρίζει σαν φίδι στην πεδιάδα. Μέσα απ’ τα τείχη ένα παιδί ζει τις τελευταίες ώρες απ’ τα χρόνια της αθωότητάς του...

Το κύμα της ιστορίας περνάει απ’ τη ζωή ενός συνηθισμένου παιδιού. Το νήμα της μοίρας του είναι έτοιμο να βουτήξει στο κύμα της ιστορίας. Ποιος άραγε κινεί τα νήματα της μοίρας; Μέχρι πού φτάνει το δικαίωμα του ανθρώπου να επιλέγει; Μπορούν οι επιλογές μας να αλλάξουν τη μοίρα;


Αυτά μπορεί να διαβάσει κανείς στο οπισθόφυλλο του "IMPERIUM" του Μιχάλη Σπέγγου από τις εκδόσεις Λιβάνη. Ένα βιβλίο που διάβασα με πολύ ενδιαφέρον και στο οποίο συνάντησα πλείστες αρετές, αλλά και μερικές από τις εγγενείς αδυναμίες των Ελλήνων συγγραφέων.

Στην πράξη πρόκειται για τη φανταστική βιογραφία ενός ανθρώπου, που από τον εξανδραποδισμό στην τρυφερή του ηλικία και τη γαλούχησή του στη χώρα των απίστων (το σκηνικό δεν προσδιορίζεται, μα εμφανώς είναι ο Μεσαίωνας του Βυζαντίου), φτάνει στην καταξίωση λόγω των ιδιαίτερων χαρισμάτων του. Από την ελευθερία και την απομόνωση, στην πολεμική καταξίωση και στην ανάρρηση στα ύπατα αξιώματα της Αυτοκρατορίας. Όλος αυτός ο δύσβατος και αιματηρός δρόμος είναι στρωμένος με πλάκες σοφίας, εσωτερικής αναζήτησης, ψηλάφησης της κοινωνικής γλυφής και διαμόρφωσης προσωπικότητας. Δεν είναι όμως μια απλή περιπέτεια, ούτε ένα μυθιστόρημα μαθητείας. Είναι μάλλον θα έλεγα μια αλληγορία για την απόκτηση, την ισχύ και την διαιώνιση μιας αυτοκρατορίας, της εξουσίας της ίδιας, της ουσίας της δύναμης από τότε έως και σήμερα.

Ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτηρίζει την ιστορία του "ένα μεγάλο και βασανιστικό ερώτημα", μα εγώ νομίζω πως δίνει και απαντήσεις. Δυστυχώς όχι όλες, όχι σε όλους τους προβληματισμούς που καταπιάνεται (και δεν είναι λίγοι). Κι αυτό είναι ένα από τα (λίγα ομολογουμένως) ψεγάδια του βιβλίου. Ένα άλλο στοιχείο που (προσωπικά απόλαυσα, μα που) στοιχηματίζω πως θα ξίνισε στις γυναίκες αναγνώστριες ήταν η μεγάλη έκταση της κομβικής μάχης που χρίζει τον ήρωα- ήρωα, αναδεικνύοντας την ιδιοφυϊα του! Δύσκολοι καιροί για πολεμιστές...

Έργα του ίδιου:


α)Περί Αισθημάτων

β)Η Τελευταία Συγγνώμη

γ)Μπίλη ο Τίγρης

δ)Η Εξομολόγηση Ενός Πυρηνικού Φυσικού

ε)Μ'Αεροπλάνα και Βαπόρια.



Γενικά μένω ικανοποιημένος από την πρώτη μου συνάντηση με έναν αξιόλογο συγγραφέα που δε γνώριζα και που θαρρώ πως ανήκει σε μια νέα ομάδα ανθρώπων που φέρνουν καινούριο αέρα στην Ελληνική Λογοτεχνία. Αποδεικνύεται πως μπορούν να υπάρξουν συναρπαστικά μα και συνάμα βαθυστόχαστα βιβλία, που να απευθύνονται σε ένα ευρύτατο κοινό, χωρίς λογοτεχνικούς αυνανισμούς,μα και χωρίς ξεπεσμό γλώσσας και πλοκής. Να βάλω σε αυτή την οιονεί ομάδα το Δημήτρη Μαμαλούκα, την Ιωάννα Μπουραζοπούλου, τον Αλέξη Σταμάτη, το Δημήτρη Σωτάκη, τον Αύγουστο Κορτώ, έχοντας σίγουρα ξεχάσει καμιά τριανταριά άλλους.


Και να ελπίσω όταν μεγαλώσω να γίνω μέλος της.

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2008

ΠΑΝΑΚΕΙΑ ΙΙ


Σα μαύρος καταρράχτης έπεφταν επάνω μου οι αμφιβολίες, αμείλικτες άρπυϊες, για το τι νόημα είχαν όλα αυτά. Τι επιδίωκα; Την εκδίκηση για έναν πατέρα που ποτέ δε θα μάθαινα αν ήταν πράγματι αυτός; Την ανεύρεση μιας κόκκινης σκόνης που ίσως και να μην υπήρχε πια; Ή μήπως την εξολόθρευση του άλλου μισού μου εαυτού, του μαύρου στρατού στη σκακιέρα της ψυχής μου, του σκοτεινού, του υποχθόνιου, του διαβολικού; Εκείνου με την ουλή στο μάγουλο, που δεν ήξερα πια αν ανήκε στο Δημήτριο ή σε μένα τον ίδιο; Ήταν αβάσταχτο και μόνο να το σκέφτομαι. Ήταν ένας ατέρμονος, ανελέητος βασανισμός.

Μόνο κοντά να φτάσω στη Ρώμη ήρθα στα συγκαλά μου. Ήταν τότε που η απόφασή μου κατακάθισε σα βαρύ ίζημα, μετά από ισχυρή ανατάραξη. Γιατί το ξεκαθάρισμα, είναι κι αυτό μια λύτρωση. Μόνιμη σαν το θάνατο, αφού εκεί, στη Ρώμη, ο ένας έπρεπε να πεθάνει. Ο Δημήτριος ή ο Νικόλαος. Το ίδιο ήταν.
...........................................................................................................
Ένα μικρό απόσπασμα από το νέο μου μυθιστόρημα, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Α.Α.Λιβάνη. Από την Πέμπτη 27/11 σε όλα τα κεντρικά βιβλιοπωλεία.

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2008

ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ

Αγαπητοί φίλοι,

Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε για την έναρξη λειτουργίας της σκακιστικής μας ιστοσελίδας http://www.chessacademy.gr/, η οποία είναι αφιερωμένη στην σκακιστική προπόνηση.
Σκοπός της ιστοσελίδας είναι να προσφέρει, βασικά αλλά και πιο προχωρημένα μαθήματα σκακιού σε κάθε ενδιαφερόμενο. Ευελπιστούμε ότι αυτή η προσπάθεια θα φέρει περισσότερο κόσμο σε επαφή με το σημαντικό θέμα της σκακιστικής προπόνησης, βοηθώντας γονείς και παιδιά, αρχάριους αλλά και προχωρημένους, να βελτιώσουν την απόδοσή τους.

Στην ιστοσελίδα θα φιλοξενούνται επίσης ειδήσεις από σημαντικές διοργανώσεις του εξωτερικού αλλά και εγχώριες, καθώς επίσης και θέματα – απόψεις για το Ελληνικό και το παγκόσμιο σκάκι.

Οποιαδήποτε βοήθεια – προβολή της ιστοσελίδας μας θα ήταν ευπρόσδεκτη.

Για όλα τα θέματα επικοινωνίας που αφορούν στην ιστοσελίδα μπορείτε να αποστέλλετε email στο greekchessacademy@gmail.com

Μετά τιμής,

Γιάννης Κατσίρης
Κώστας Τσιάμης

...............................................................................................

Από τη μεριά μου να ευχηθώ απλά καλή επιτυχία! (BEL)

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2008

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΤΟΥ

Δυσκολεύεσαι όταν είναι να κάνεις κριτική σε φίλους. Κι αν δεν τα πήγαν καλά, τι τους λες; Ευτυχώς, με το Δημήτρη Μαμαλούκα δεν έχω τέτοιο πρόβλημα. Εξάλλου, πρώτα έγινα φίλος με το έργο του και μετά με τον ίδιο.


Η Μοναξιά της Ασφάλτου λοιπόν, είναι το καινούριο του νουάρ μυθιστόρημα, αυτή τη φορά από τη δικιά μας γειτονιά, τις εκδόσεις Λιβάνη. Λέω νουάρ, διότι το σκηνικό (η βρώμικη και σκοτεινή Μητρόπολη, που δεν κατονομάζεται, αλλά που κανείς δεν έχει αμφιβολία για το ποια είναι), οι χαρακτήρες και οι ρυθμοί ανταποκρίνονται πλήρως στο είδος.


Ο Πετράρχης ( ένας αμερικανόφερτος σήριαλ κίλερ), ο Τσίκης (ένας μπάτσος χωμένος στα σκατά), η Στέλλα (μπατσίνα και η ίδια, αλλά με ομοιότητες που θα της κοστίσουν), η Δέσποινα (μια καθώς πρέπει εργαζόμενη κοπέλα, αλλά με το παρελθόν της να την κυνηγάει ανελέητα), η Μιράντα (μια αφιονισμένη και εσωστρεφής γκόμενα) και ο Αμίρ (ένας δύστυχος αλλοδαπός) είναι οι μύγες που έχει πιάσει η Πόλη στον ιστό της και που πασχίζουν να ξεφύγουν από την ειμαρμένη τους, χωρίς να κατορθώνουν τίποτε περισσότερο από το να έρθουν πιο κοντά ο ένας στον άλλο με τον πιο ανατριχιαστικό τρόπο.


Το μεταφυσικό εύρημα της ομίχλης που πλακώνει την Πόλη από καιρό σε καιρό έρχεται να επιτείνει την αίσθηση της αποξένωσης των ηρώων και να συμβάλει στη σκιαγράφηση της καταχνιάς των ζωών τους. Και η άσφαλτος φυσικά. Η ταχύτητα, ο ίλιγγος των γρήγορων αμαξιών, η ψευδαίσθηση των ουσιών, η κλειστοφοβική λαγνεία, όλα πάνω στην τραχειά και ατελείωτη άσφαλτο. Και μυστικά, μικρά και μεγάλα, από εκείνα που συνθέτουν τις ουσίες όλων μας, μα και μερικά από κείνα που τις κάνουν να αποσυντίθενται, όπως φαίνεται στο σχεδόν "δαντικό" απόσπασμα από το βιβλίο:

"Η κτηνώδης Μητρόπολη τους κατάπινε σιγά σιγά. Σε λίγο του φαινόταν να οδηγεί σε μια πελώρια θάλασσα βρωμιάς και δυσωδίας. Είδε τον εαυτό του να είναι μέσα σε μια ξύλινη βάρκα και να προχωρά με δυσκολία ανάμεσα σε ετοιμοθάνατα πλάσματα. Κολυμπούσαν γύρω του μέσα στο αδιαφανές υγρό που κόχλαζε σαν οξύ (....)η πηχτή θάλασσα όμως που τους κύκλωνε -η ανήλεη Μητρόπολη- τους τραβούσε και πάλι μέσα της κάνοντάς τους να ουρλιάζουν καθώς οι σάρκες τους έλιωναν κι έφευγαν κομμάτια από τα πορφυρά κορμιά τους. Αυτή ήταν η αδηφάγος Πόλη. Χιλιάδες χιλιόμετρα βρόμικων δρόμων, στενών πεζοδρομίων, σκληρής ασφάλτου."


Οι χαρακτήρες του βιβλίου θα συνεχίσουν να κινούνται στα όρια (του νόμου, της ταχύτητας, τα δικά τους) μέχρι που να συγκρουστούν μεταξύ τους και να γίνουν κουβάρι. Ο συγγραφέας πλέκει εδώ τις αλληλουχίες των γεγονότων, τα μοιραία συναπαντήματα και την σημαντική στην εξέλιξη τοπογραφία με περισσή μαεστρία. Χαμογελώ, καθώς τον φαντάζομαι σκυμμένο πάνω από τον χάρτη της Αθήνας να σημειώνει δρόμους, στενά, να υπολογίζει χρόνους, βήματα, μέχρι κεραίας, μέχρι του τελευταίου λεπτού και του τελευταίου μέτρου, για να τοποθετήσει μέσα στο σκηνικό τους ήρωές του. Όμως, δεν είναι χάρτινοι ήρωες και -κυρίως- δεν είναι από τα παιδάκια που υπακούνε (και όποιος έχει γράψει, καταλαβαίνει τι εννοώ). Είμαι απόλυτα βέβαιος πως ο Μαμαλούκας θα ίδρωσε πολύ για να τους πείσει να κάνουν μερικά από αυτά που είχε κατα νου...


Στο τέλος ποιος θα φανεί τυχερός; Μα φυσικά εκείνος που θα πετύχει να σπάσει τον κλοιό της Πόλης και να απομακρυνθεί...


Η γλώσσα του κειμένου είναι δουλεμένη και ταιριαστή, οι διάλογοι νευρώδεις και εντός ρυθμού, οι ανατροπές ουκ ολίγες, ακόμα και στην ίδια σελίδα, τα ευρήματα πρωτότυπα και ενδιαφέροντα (όπως αυτό των καρτών Ταρώ που συνδέεται όμορφα με τις "επιχειρήσεις" του Πετράρχη) . Λίγα είναι τα σημεία στα οποία θα μπορούσα να διαφωνήσω, κυρίως στοιχεία της πλοκής (κάτι που αδυνατώ να αποβάλω, πάντα σκέφτομαι πως θα το έγραφα εγώ αυτό ή εκείνο) ή δευτερεύοντα στοιχεία των χαρακτήρων(πχ η ακραία συμπεριφορά της Δέσποινας).

Α, ναι! Να μην ξεχάσω τις εμμονές. Υπέροχες εμμονές, από αυτές που απολαμβάνει ο συγγραφέας αδιαφορώντας για τον αναγνώστη, όπως εδώ στις περιγραφές των δρόμων της πόλης. Και βέβαια οι εγκλεισμοί που δε θα μπορούσαν να λείπουν από ένα Μαμαλούκα. Εγκλεισμοί που ξεκινούν από το πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου και φτάνουν στην έκταση που καταλαμβάνει όλο το πυκνό, ξινό νέφος. Παρότι στο τέλος ο συγγραφέας συνδέει τον ήρωά του με αυτόν της "Χαμένης Βιβλιοθήκης του Δημητρίου Μόστρα", του προηγούμενου δηλαδή μυθιστορήματός του, προετοιμάζοντας για συνέχεια, δε μπορώ να θεωρήσω το βιβλίο ανώτερο του "Μόστρα", απλά διαφορετικό και εφάμιλλο. Εδώ θα διαφωνήσω με το librofilo που φάνηκε ιδιαίτερα αυστηρός (τι σου έφταιγε ο κακομοίρ-Αμίρ; :-)


Συνοψίζοντας, ένα πολύ καλό βιβλίο που διαβάζεται απνευστί και που παρά την αστυνομική πλοκή του χώνεται μέχρι τα έγκατα της ψυχής, τόσο των ηρώων του, όσο και της συλλογικής ψυχής της πόλης. Καλοτάξιδο, και... με την τελική μιας Μάσταγκ!
Υ.Γ. Περισσότερα στο ιστολόγιο του συγγραφέα, εδώ.


Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2008

ΠΑΝΑΚΕΙΑ


Ποιος είναι ο μικρός Έλληνας που φτάνει στη Μάλτα τον 16ο αιώνα κλεισμένος σ’ ένα βαρέλι με σαρδέλες;
Ποιος είναι ο Ιππότης που αναζητάει παντού την Πανάκεια, το μυθικό βοτάνι που γιατρεύει κάθε αρρώστια;
Ποιος είναι ο γέρος που συντροφιά μ’ ένα κρανίο αφηγείται τη ζωή του, χωμένος στις κατακόμβες του Παρισιού;



Μια ιστορία έρωτα, μίσους και μυστηρίου στη Μάλτα των Ιπποτών, την Ισπανία του Θερβάντες και την Ιταλία του Καραβάτζο.
Μια συναρπαστική αναζήτηση για το βοτάνι της Αναγέννησης και για το νόημα της ίδιας της ζωής και του θανάτου, στη σκιά ενός αδελφού με απαράλλαχτο πρόσωπο κι ενός κόσμου που αλλάζει διαρκώς πρόσωπα.



Ένα καταιγιστικό μυθιστόρημα που σας καλεί να αγγίξετε την Πανάκεια….
................................................................................................................................
Το νέο μου μυθιστόρημα είναι σχεδόν έτοιμο. Κυκλοφορεί σε δέκα μέρες από τις εκδόσεις Λιβάνη (πετυχημένη ομάδα δεν αλλάζει...). Θα χαρώ αν ταξιδέψετε μαζί μου στον Ύστερο Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, μέσα από τις περιπέτειες του Νικόλαου Αρμούρη. Θα χαρώ αν σας βοηθήσω να βρείτε κι εσείς την Πανάκεια...

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2008

ΕΠΕΤΕΙΟΣ


(Επικρατεί σκοτάδι στη σκηνή. Ακούγονται τρεχαλητά παιδιών. Ένα αχνό φως φέγγει χαμηλά στις σανίδες επιτρέποντας να φανεί στο κέντρο της σκηνής ένα παγκάκι και τα πόδια των δύο παιδιών. Είναι ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Μάλλον φορούν ασπρογάλαζα ρούχα. Όμως είναι πολύ σκοτάδι, τίποτε΄άλλο δε φαίνεται -για την ώρα)

ΑΓΟΡΙ: Πάμε ρε συ να την κοπανήσουμε!
ΚΟΡΙΤΣΙ:Αστειεύεσαι; Θα με σκοτώσει η μάνα μου. Περιμένει πως και πως να με δει να κάνω παρέλαση. Είναι κόρη ταγματάρχη αυτή λέει!
ΑΓΟΡΙ:Ναι, αλλά εσύ είσαι κόρη λογιστή. Και στην τελική είναι μεγάλη μαλακία όλο αυτό το σκηνικό με τις παρελάσεις. Τι καταλαβαίνουμε; Εγώ να σου πω την αλήθεια ντρέπομαι κάθε φορά που ντύνομαι σα σημαία, κι ας είναι κι όλοι οι άλλοι ντυμένοι έτσι.
ΚΟΡΙΤΣΙ:Εντάξει μωρέ, και γω δε γουστάρω, αλλά άντε να πείσεις τώρα τους γέρους...Γκρίνια θες; Μια φορά έκανα την άρρωστη. Ήμουν "παραστάτης", μπροστά μπροστά δηλαδή, δε θα το άντεχα. Η μάνα μου αρρώστησε στ' αλήθεια!

(Τα παιδιά γελάνε και κάθονται στο παγκάκι, ένα σε κάθε γωνιά του. Τα πρόσωπά τους δε φαίνονται, τόσο είναι το σκοτάδι)

ΑΓΟΡΙ:Που είμαστε εδώ πίσω; Δε μου θυμίζει τίποτε το μέρος...
ΚΟΡΙΤΣΙ: Μα, δεν πρέπει να είμαστε μακριά από το σχολείο, ίσως μάλιστα να είμαστε και μέσα στο προαύλιο ακόμα.
ΑΓΟΡΙ: Δεν έχεις άδικο, με τόσο σκοτάδι σίγουρα κοντά στο σχολειό είμαστε.Δε θα αργήσουν να καταλάβουν ότι λείπουμε από τις σειρές. Τώρα θα κοντεύουν όλοι να στοιχηθούν.
ΚΟΡΙΤΣΙ:Ίσως πρέπει να επιστρέψουμε. Μια γιορτή είναι στην τελική. Ένας λόγος, λίγο βήμα, ένα εμβατήριο και τελειώσαμε. Μετά θα πείσω τη μάνα μου να με αφήσει να πάμε για καφέ.
ΑΓΟΡΙ:Και τι γιορτάζουμε δηλαδή; Το "ΟΧΙ", λέει. Άλλοι λένε το είπε ο Μεταξάς (που δεν ξέρω ποιος ήταν, πάντως όχι αυτός με τα κονιάκ). Ο πατέρας μου λέει πως το είπε ο Λαός. Και λοιπόν; Τι κι αν λέγαμε ΝΑΙ; Τι κι αν λέγαμε ΙΣΩΣ; Κανείς δε μου εξηγεί τη διαφορά. Να σου πω την αλήθεια ούτε και που με νοιάζει να την μάθω. Τι με νοιάζει τι έγινε πριν εβδομήντα χρόνια; Αυτό που με νοιάζει είναι αν θα μπορέσω να βρω δουλειά αύριο. Τον πατέρα μου τον έδιωξαν από το εργοστάσιο. Στο είπα; Ναι, η οικονομική κρίση, λέει.
ΚΟΡΙΤΣΙ: Κάτι όμως πρέπει να σήμαιναν όλα αυτά. Η μάνα μου λέει διαρκώς πως όποιος δε γνωρίζει την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει. Θέλω να της πω πως αν ξαναζούσαμε την ιστορία ίσως να τη γράφαμε καλύτερα, μα δεν ανοίγω ποτέ τέτοια κουβέντα γιατί θα με αρχίσει με "τα κόκαλα των προγόνων μας" και άλλα τέτοια κουλά και θα φρικάρω.
ΑΓΟΡΙ:Ναι, κάτι σήμαιναν όλα αυτά, σίγουρα. Όμως, να! Θυμάσαι εκείνον το δημοσιογράφο που ρωτούσε τις προάλλες τι γιορτάζουμε στις 28 Οκτωβρίου;
ΚΟΡΙΤΣΙ:Αυτόν που του είπες για την απελευθέρωση από τους Τούρκους; Χαχα, πως δε θυμάμαι!
ΑΓΟΡΙ:Τι να του πω μωρέ του μαλάκα; Αυτός και κάτι όμοιοί του δημοσιογράφοι, πολιτικοί και διάφοροι έχουν καταντήσει την Ελλάδα στα χάλια που έχει. Όλοι αυτοί που θα στέκονται πάνω στην εξέδρα για να μας δουν να παρελαύνουμε. Απ' όλα τα γαμημένα τα κόμματα. Γουστάρω να τους λέω τέτοια και να βλέπω τη μούρη τους στις ειδήσεις το βράδυ. Του χρόνου θα τους πω για το Μαραθώνα. Θα τους στείλω αδιάβαστους.
ΚΟΡΙΤΣΙ:Κι όμως...Κάτι λείπει...Σαν κάτι να μας κρύβουν...

(Ξαφνικά ακούγεται από απροσδιόριστο σημείο η μουσική από έναν παλιό φθαρμένο δίσκο. Πολλά κριτς-κρατς και κάπου ανάμεσα η φωνή της Βέμπο, έτσι δεν την έλεγαν εκείνη την τραγουδίστρια;...Στην πλατεία του θεάτρου που μέχρι πρότινος επικρατούσε το σκότος, εμφανίζεται μια λεπτή δέσμη φωτός. Κάτω της παρουσιάζεται ένα γεροντάκι χιλιοχρονίτικο. Με τη βοήθεια ενός μπαστουνιού αρχίζει αργά να προχωράει προς τη σκηνή, ενώ η δέσμη φωτός το ακολουθεί. Τα παιδιά κοιτούν σιωπηλά το γέρικο σκυφτό σώμα με τις σκουριασμένες αρθρώσεις να οδηγεί το φως πάνω στη σκηνή. Τώρα τα πλησιάζει και τα παιδιά κάνουν ακόμα πιο πέρα, στις άκρες του παγκακιού, για να ανοίξουν λίγο χώρο. Το γεροντάκι κάθεται ανάμεσά τους. Κοιτάζει τις σανίδες τις σκηνής και κουνάει το κεφάλι, σαν κάποιον που έχει πια καταλάβει...Η μουσική παύει να ακούγεται)

ΚΟΡΙΤΣΙ:Παππού, εδώ είναι σχολείο. Τι κάνεις εδώ μέσα;
ΑΓΟΡΙ:Δε φαίνεται να σε ακούει. Περίεργος είναι. Κι αυτό το φως που τον ακολουθάει...

(Ακούγονται τώρα εμβατήρια. Από το βάθος της σκηνής έρχεται η φωνή της Δασκάλας. Τα παιδιά στρέφουν και κοιτάζουν πίσω από την πλάτη τους ανήσυχα)

ΔΑΣΚΑΛΑ:Που στο δαίμονα έχουν πάει αυτά τα δύο; Ελπίζω να μην ξεμοναχιάστηκαν και να...Θεούλη μου! (Εμφανίζεται η Δασκάλα-Φαίνονται μόνο τα πόδια της) Α! εδώ μου είστε; Σε τρία λεπτά μπροστά στο προαύλιο, είμαστε έτοιμοι...(ξαφνικά βλέπει το γέροντα)Α! Χριστός και Παναγία! Τι κάνει ετούτος εδώ ανάμεσά σας; Ει, απολίθωμα, δρόμο, δρόμο από δω, στα κομμάτια! Σας είπε τίποτε; Ό,τι κι αν σας είπε να μην τον πιστέψετε. Είναι διαφθορέας της Ιστορίας. Αυτής που γράφτηκε με το αίμα των ένδοξων προγόνων μας. Κρατήστε τον μακριά σας. Και ετοιμαστείτε, σε λίγο ξεκινάει η παρέλαση.
(Φεύγει--
--Το γεροντάκι σηκώνεται αργά και απομακρύνεται αμίλητο. Μετά από δυο βήματα χάνεται στο σκοτάδι, αφού το αλλόκοτο φως δεν τον ακολούθησε. Μια δέσμη που ξέμεινε στη μέση στο παγκάκι σαν αντικείμενο που ξεχάστηκε. Τα παιδιά ασυναίσθητα σκύβουν προς το φως. Ακουμπάνε εκεί που πριν βρισκόταν ο γέροντας. Την ίδια στιγμή σαν ηλεκτρισμένα πετάγονται πίσω με μια φωνή)


ΠΑΙΔΙΑ:Ουάου!!
ΚΟΡΙΤΣΙ:Τι ήταν αυτό;
ΑΓΟΡΙ:Το ένιωσες κι εσύ; Σα...σα να ήταν...δεν ξέρω πως να το περιγράψω...
ΚΟΡΙΤΣΙ:Είδες αυτα που είδα κι εγώ;
ΑΓΟΡΙ: Σα να ήταν σινεμά. Αστραπιαία. Είδα τόσα πολλά. Μα ήταν όλα πρωτόγνωρα. Δεν τα είχα ξαναδεί. Δεν τα είχα ξανακούσει.
ΚΟΡΙΤΣΙ:Ούτε κι εγώ. Ώστε όλα αυτά τα χρόνια μας παραμύθιαζαν. Οι γονείς, οι δασκάλοι, τα βιβλία., οι τηλεοράσεις, όλοι. Η αλήθεια δεν είναι αυτή που μας έμαθαν.
ΑΓΟΡΙ:Τώρα το βλέπω κι εγώ. Αυτό που λέμε Κοινωνία είναι μια θεατρική παράσταση...
ΚΟΡΙΤΣΙ: ..κι εμείς κομπάρσοι. Απ' αυτούς που αποτυγχάνουν στη ζωή...
ΑΓΟΡΙ:...ή που σκοτώνονται στους πολέμους...
ΚΟΡΙΤΣΙ:Αυτοί που κάνουν τις παρελάσεις, με τάξη και ομοιόμορφα.
ΑΓΟΡΙ:Για να μας κοιτούν ποιοι; Ποιοί είναι άραγε κάτω από τη σκηνή;

(Το αγόρι σηκώνεται και πλησιάζει στο χείλος της σκηνής. Το κορίτσι το ακολουθεί. Το φως ακολουθεί και τους δύο. Τώρα μόνο διαπιστώνουμε πως δεν έχουν πρόσωπα. Κάποιος τους έχει πάρει τα πρόσωπα αφήνοντας στη θέση τους το κενό, τη σκιά. Κοιτούν προς το κοινό, προς τα κει που θα πρέπει να βρίσκεται το κοινό, οι τιμητές τους, αυτοί που θα τους χειροκροτήσουν για την ιστορία που γράφουν ή για την Ιστορία που δε θα μάθουν ποτέ. Κοιτούν προς το κοινό, το σκοτεινό και αμίλητο κοινό, την ίδια στιγμή που ξανακούγεται η Βέμπο- με πολλά παράσιτα είναι η αλήθεια. Όμως σα να μην ακούνε, τα ΠΑΙΔΙΑ κοιτούν προς το κοινό. Κοιτούν προς το μέρος μας).



ΥΓ.Μια ιστοριούλα αφιερωμένη στο μπλόγκερ "Schrondiger's Cat" και σε όσους έχουν κουραστεί να παρελαύνουν.

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2008

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ "ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ"

Ο Φαρμακοποιός σας
13/10/2008: Παναγιώτης Κονιδάρης

Κατηγορία: Οι φαρμακοποιοί γράφουν






Το Μεγανήσι είναι ένα από τα πιο γραφικά νησιά του Ιονίου Πελάγους που απέχει μόλις τέσσερα ναυτικά μίλια από τις νοτιοανατολικές ακτές της Λευκάδας.
Έχει έκταση 19,85 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Διοικητικά υπάγεται στο Νομό Λευκάδας και έχει τρία γραφικά χωριά, το Σπαρτοχώρι, το Κατωμέρι και το Βαθύ, με συνολικό πληθυσμό περίπου 1200 κατοίκους.
Είναι ένα καταπράσινο νησάκι στο σύμπλεγμα που δημιουργείται μαζί με τα νησιά Μαδουρή, Θηλιά, Κυθρός, Σπάρτη, Σκορπίδι, και το Σκορπιό, το νησί του Αριστοτέλη Ωνάση.
Το Μεγανήσι έχει μεγάλη ιστορία. Εκεί έζησαν άνθρωποι από τη νεολιθική εποχή ακόμα. Σήμερα ζει εκεί ο Παναγιώτης Κονιδάρης.

Ο Παναγιώτης Κονιδάρης ζει εκεί, γιατί πρώτον εκεί γεννήθηκε –και όχι αλλού– το ιστορικό έτος 1971. Δεύτερον, γιατί μετά το σύντομο πέρασμά του από το Τμήμα Ραδιολογίας-Ακτινολογίας των ΤΕΙ και τη μετέπειτα φοίτηση και αποφοίτησή του το 1996 από τη Φαρμακευτική της Αθήνας, επέλεξε την επιστροφή στο γενέθλιο τόπο, αρνούμενος δια παντός τη μόνιμη εγκατάσταση στο Κλεινόν Άστυ. Τρίτον, γιατί σπουδάζει στα Ιωάννινα «Ευρωπαϊκό Πολιτισμό», στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, παρότι δεν απαιτείται η τακτική παρακολούθηση των σχετικών μαθημάτων. Τέταρτον, γιατί ταξιδεύει συχνά, συχνότατα, για πολλούς και διαφορετικούς λόγους: για να διαγωνισθεί στο αγωνιστικό σκάκι, όντας Υποψήφιος Μετρ, ή στο «καλλιτεχνικό σκάκι»· για να συνεννοηθεί με τον εκδότη ή το μεταφραστή του, όντας συγγραφέας και μάλιστα εμπορικότατος, αν αναλογισθεί κανείς ότι το πρώτο του βιβλίο «Το χειρόγραφο της Πράγας», που εκδόθηκε το 1997 από τις εκδόσεις Λιβάνη, έχει ήδη περάσει τα 6.000 αντίτυπα και οσονούπω θα κυκλοφορήσει στη Γερμανία· για να ζήσει, τέλος, τη συγκίνηση της ιντερνετικής επικοινωνίας μέσα από το προσωπικό του ιστολόγιο (blog).
Για όλες αυτές τις αιτίες ο Παναγιώτης Κονιδάρης ζει στο Μεγανήσι. Ζει για να ταξιδεύει, θα βγάλουν το βιαστικό συμπέρασμα κάποιοι μυστήριοι. Και βέβαια, όχι. Ο Κονιδάρης διατηρεί το μοναδικό φαρμακείο του μικρού νησιού του εδώ και δέκα συναπτά έτη, από το 1998, ζώντας εκεί με την υπομονετική –προφανώς– σύζυγό του, εκπαιδευτικό Σοφία Ηλιοπούλου. Και πέρα από την αναγκαία βιοποριστική του απασχόληση, βρίσκει τον τρόπο να έρχεται σε καθημερινή επικοινωνία με τους συντοπίτες του. Ασχολείται, επίσης, ενεργά με την τοπική αυτοδιοίκηση, έχοντας διατελέσει τα τελευταία έξι χρόνια αντιδήμαρχος και δημοτικός σύμβουλος Μεγανησίου. Αρθρογραφεί, ακόμα, σε περιοδικά και στον τοπικό τύπο της Λευκάδας. Πώς τα προλαβαίνει όλα αυτά;
Όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, έχει κάνει συμφωνία αίματος με τον… Μεφιστοφελή να μεγαλώσει το εικοσιτετράωρό του!
Όπως και να έχει πάντως, όπου και να ζει ο Κονιδάρης, στο νησί του ή στο ταξίδι, δεν παύει να είναι ένας πολύπλοκος άνθρωπος. Με μυαλό κοφτερό, χιούμορ καταλυτικό, δημιουργικότητα ασίγαστη και ταλέντο σε πολλούς και ποικίλους τομείς της τέχνης και του πολιτισμού. Και το πιο σημαντικό, μια ψυχή που διψά, αναζητεί και ψάχνει για το καινούργιο.
Αυτόν τον «δύσκολο» άνθρωπο διαλέξαμε να σας παρουσιάσουμε σε αυτό το τεύχος. Όχι μόνο για να «ευλογήσουμε τα γένια μας» –θυμηθείτε ότι το όνομά του θα ακουστεί στην πολιτιστική μας ζωή τα χρόνια που έρχονται–, αλλά και γιατί είναι επιλογή του περιοδικού μας να αποφεύγουμε όπως ο διάολος το λιβάνι το επίπεδο, μαζικό και άχρωμο της πνευματικής μας –δυστυχώς– καθημερινότητας.



.....................................................................................................................................................................
Φαρμακοποιός και συγγραφέας του βιβλίου το «Χειρόγραφο της Πράγας». Αλήθεια πως βρέθηκες στο Μεγανήσι;


Γεννήθηκα και ζω στο Μεγανήσι. Καλώς ή κακώς, η ζωή μου είναι δεμένη στο άρμα του νησιού. Ευτυχώς η γυναίκα μου το αγαπάει εξίσου (γέλιο). Σπούδασα στην Αθήνα Φαρμακευτική. Μεγάλο σχολείο. Όχι η Φαρμακευτική, η Αθήνα. Τώρα πια όμως, δε θα άντεχα να ζήσω στο κλεινόν άστυ ούτε για ένα μήνα. Γι’ αυτό και τώρα σπουδάζω στα Γιάννενα, στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο, «Ευρωπαϊκό Πολιτισμό». Είναι βολικό, αφού δε χρειάζεται να παρακολουθώ. Από ενδιαφέροντα, τίποτε άλλο. Οι αγαπημένες μου ασχολίες είναι το γράψιμο, το διάβασμα, το σκάκι, τα ταξίδια, με όποια σειρά θέλετε. Ασχολούμαι επίσης με το αγωνιστικό μπριτζ, το Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Μεγανησίου, και φυσικά με τα προβλήματα της τοπικής κοινωνίας, αφού ήμουν αντιδήμαρχος και τώρα δημοτικός σύμβουλος. Φυσικά διατηρώ και ιστολόγιο (blog), το οποίο μου απορροφά κάποιο χρόνο. Μη με ρωτήσετε, όπως όλοι, πώς τα προλαβαίνω όλα αυτά, έχω κάνει συμφωνία αίματος με το Μεφιστοφελή να μεγαλώσει το εικοσιτετράωρό μου.




Με τη φαρμακευτική πώς αποφάσισες να ασχοληθείς;


Τι ερώτηση! Μα, δεν το αποφάσισα! Αν με ρωτούσατε τότε, θα σας έλεγα ότι θέλω να γίνω οδοντίατρος. Πέρασα στη Φαρμακευτική με μισή καρδιά. Πίστευα κι εγώ τότε τη συνηθισμένη επωδό, ότι δηλαδή οι φαρμακοποιοί είναι κάτι σαν έμποροι. Όμως την αγάπησα την άτιμη. Είναι ένας μαγικός κόσμος αυτός των φαρμάκων. Επιπλέον, τα επαγγέλματα υγείας έχουν και το πλεονέκτημα της επαφής με τον κόσμο, είναι εν πολλοίς ανθρωπιστικά. Το εμπορικό κομμάτι της δουλειάς, για να είμαι ειλικρινής, δε με πολυ-απασχολεί, παρότι το φαρμακείο πάει πολύ καλά. Δε θα πουλήσω ποτέ, ας πούμε, τσόκαρα, γυαλιά ή φιλμ φωτογραφικά. Ούτε και τα καλλυντικά με πολυ-ενδιαφέρουν. Μπορώ όμως να δαπανήσω μισή ώρα να μιλάω με έναν πελάτη για το πρόβλημα υγείας του. Αυτό είναι βέβαια -θα πουν οι μάνατζερ- αντιοικονομικό. Αυτό όμως σπούδασα. Το φαρμακείο έκλεισε τον Ιούλιο τα δέκα χρόνια. Ουκ ολίγα, αν το καλοσκεφτείς. Ευτυχώς είμαι ακόμα ορεξάτος. Εξάλλου σύνταξη δεν πρόκειται να πάρουμε ποτέ, έτσι δεν είναι;


Άτομο με πολλά και ποικίλα ενδιαφέροντα, το γράψιμο κατέχει την πρώτη θέση;


Πολυπράγμων, ναι. Δε θα έλεγα όμως ότι το γράψιμο είναι η δεύτερη φύση μου, αφού καλά καλά δεν ξέρω ποια είναι η πρώτη! Πολλά πράγματα κατέχουν την πρωτοκαθεδρία στην καρδιά μου, αναλόγως την εποχή και τον προγραμματισμό μου, όχι όμως ότι δε θα μπορούσα να ζήσω και χωρίς αυτά. Τα μόνα πράγματα που δεν ανταλλάσσω είναι οι άνθρωποι που αγαπώ και οι ευλαβικά φυλαγμένες πολύτιμες μικρές στιγμές που με κάνουν ευτυχισμένο. Εντούτοις το γράψιμο με συγκινεί και με απορροφά για μεγάλα διαστήματα. Άρχισα να γράφω, πρωτόλεια φυσικά, από μικρή ηλικία. Λίγο πιο σοβαρά, ως φοιτητής. Τελικά καταστάλαξα μετά τα τριάντα. Μάλλον έπρεπε να κατακαθίσει το συσσωρευμένο ίζημα. Μου αρέσει η ποίηση, μα φοβάμαι ότι δεν είμαι άξιος να γράψω κάτι τόσο σημαντικό. Έτσι πεζογραφώ. Τόσο το «Χειρόγραφο της Πράγας», όσο και το δεύτερο βιβλίο μου, είναι μυθιστορήματα. Έχω και κάποια διηγήματα στα σκαριά. Αλλά αυτός είναι ένας δρόμος που ποτέ δεν ξέρεις πού θα σε βγάλει, γι’ αυτό είναι και τόσο συναρπαστικός.


Μίλησέ μας για το «Χειρόγραφο της Πράγας». Πώς σου ήρθε η ιδέα;


Στην ουσία ο κεντρικός άξονας της αφήγησης είναι το περίφημο, αν και όχι πολύ γνωστό στους Έλληνες, χειρόγραφο Βόινιτς. Πρόκειται για ένα υπαρκτό βιβλίο, αγνώστου συγγραφέα, γραμμένο σε ένα κείμενο παντελώς ακατανόητο. Κι αυτό, γιατί παρότι έχει αποδειχθεί επιστημονικά ότι η γραφή του αποτελεί μια δομημένη γλώσσα, αυτή η γλώσσα δεν ταυτίζεται με καμία από αυτές που υπάρχουν ή υπήρξαν. Και σαν να μην έφτανε αυτό, εικονίζει και κάποια φυτά αλλοπρόσαλλα, που ούτε αυτά έχουν καταφέρει να ταυτοποιήσουν. Πραγματικό μυστήριο, δηλαδή. Ε, πολύ θέλει να σου έρθει η ιδέα; Γνωρίζοντας για το Βόινιτς από τα διαβάσματά μου, αλλά έχοντάς το ξεχάσει, έκανα ένα ταξίδι στην Πράγα. Εκεί «σκόνταψα» πάλι πάνω του, αφού ένα κομμάτι της γνωστής ιστορίας του είναι συνδεδεμένο με την πόλη. Αυτό ήταν! Άναψε το λαμπάκι, εμβάθυνα στην έρευνα και μετά από δύο χρόνια το βιβλίο ήταν έτοιμο. Έπλεξα έναν ιστό μυστηρίου και βιβλιοφιλικής - αστυνομικής δράσης γύρω από το Βόινιτς και… ιδού!


Πρόκειται για ένα ιστορικό βιβλίο ή είναι προϊόν μυθοπλασίας;


Όχι, δεν είναι ιστορικό, είναι μυθοπλαστικό, όμως εκμεταλλεύτηκα την ευφυΐα του Έκο, που υποστηρίζει ότι τα κενά της Ιστορίας υπάρχουν για να τα γεμίζει η φαντασία των συγγραφέων. Έχει ωστόσο μια πλειάδα ιστορικών στοιχείων, απόλυτα εξακριβωμένων φυσικά, που του δίνουν την αίσθηση της πραγματικής ιστορίας. Έριξα μεγάλο βάρος στα ιντερμέδια που μεσολαβούν των βασικών κεφαλαίων και κάνουν στην ουσία ένα βαθμιαίο φλας μπακ, το οποίο με τη σειρά του υποβοηθάει την εξέλιξη της γραμμικής πλοκής. Απαιτούσε πάντως μεγάλο μόχθο, πιστέψτε με, να μάθω τι ακριβώς φορούσε, π.χ. ο Σαίξπηρ, τι έτρωγε, πώς κινούταν, πώς μιλούσε και δε συμμαζεύεται. Πάντως υπήρξαν κάποιοι που, πηγαίνοντας στην Πράγα μετά το διάβασμα του «Χειρογράφου», έψαχναν στα κτίρια για να βρουν τα σημάδια στα οποία αναφερόμουν. Η πλάκα είναι ότι βρήκαν μερικά! Τους βεβαιώνω ότι δεν τα σκάλισα ο ίδιος!


Οι αναγνώστες πώς το δέχτηκαν το βιβλίο σου; Ποια είναι η αίσθηση που έχεις εισπράξει;


Παραδόξως, πήγε πολύ καλά για πρωτόλειο. Πήρε και κάμποσες θετικές κριτικές. Την τελευταία φορά που ρώτησα είχε περάσει τα 6.000 αντίτυπα. Οσονούπω θα κυκλοφορήσει και στη Γερμανία, νομίζω ότι τελειώνει η μετάφραση. Όμως το εμπορικό κομμάτι δεν είναι το βασικό μου μέλημα. Δε γράφω για βιοποριστικούς λόγους, το φαρμακείο μου να είναι καλά! Το πιο σημαντικό ήταν οι φίλοι που έκανα με το βιβλίο, ο κόσμος που επικοινώνησε μαζί μου, που ταξιδέψαμε μαζί, θα έλεγα, στην αναγεννησιακή Πράγα. Το ζω και στο ιστολόγιό μου (blog) και δε σας κρύβω ότι είναι συγκινητική αίσθηση. Πώς να περιγράψω την έκπληξή μου, όταν παίρνοντας τηλέφωνο σε μια φαρμακευτική εταιρεία για μια παραγγελία, ακούω την τηλεφωνήτρια να με ευχαριστεί. «Μα, δεν παράγγειλα ακόμα», πήγα τότε να διαμαρτυρηθώ, για να πάρω την απάντηση: «Ευχαριστώ για τις ωραίες στιγμές που μου χάρισε το βιβλίο σας!» Ανταλλάσσεται αυτό με χρήματα;


Αναγνωστικό κοινό και κοινό του φαρμακείου, υπάρχει κάποια σύνδεση;


Μπα! Οι παππούδες του νησιού έχουν σοβαρότερα προβλήματα από τις λογοτεχνικές ανησυχίες! Πάντως υπήρξαν αρκετοί πελάτες, μη Μεγανησιώτες, που το είχαν διαβάσει. Λέτε, αν εσώκλεια σε κάθε τόμο ένα έμπλαστρο Λέοντος, να είχα μεγαλύτερη επιτυχία; (γέλιο!)


Ετοιμάζεις κάτι καινούργιο αυτόν τον καιρό; Σκοπεύεις γενικά να συνεχίσεις τη συγγραφή;


Το γράψιμο είναι ένα ποτάμι ύπουλο. Στην αρχή ρέει γαλήνιο, μα μετά αρχίζει η τυρβώδης ροή και μέχρι να συνειδητοποιήσεις τι συμβαίνει σε έχει παρασύρει σαν κούφιο κορμό. Το παράξενο είναι ότι το χαίρεσαι, σαν να κάνεις ράφτινγκ. Μόνο μη μου θυμίσετε… τους καταρράχτες. Μόλις τον Αύγουστο τέλειωσα το δεύτερο πόνημά μου, που έχει κι αυτό φαρμακευτικές πινελιές και αμιγώς φαρμακευτικό τίτλο, θα έλεγα. Δε θα τον αποκαλύψω ακόμα, εξάλλου αν όλα πάνε καλά, το Νοέμβρη ή το Δεκέμβρη θα είναι στα ράφια. Αυτή τη φορά πρόκειται για ένα καθαρόαιμο μυθιστόρημα εποχής, που εκτυλίσσεται στο 16ο αιώνα, στη Μάλτα και στη Δυτική Ευρώπη.


Θα άφηνες ποτέ τη φαρμακευτική για να ασχοληθείς αποκλειστικά με τη συγγραφή;





















Να ξεκαθαρίσω κάτι. Είμαι φαρμακοποιός. Αυτό δηλώνω και μπορώ να το αποδείξω. Δεν μπορώ να κάνω το ίδιο για τον τίτλο του «συγγραφέα», αφού οποιοσδήποτε μπορεί να αμφισβητήσει αυτή μου την ιδιότητα ή ακόμα και την ικανότητα, και πιθανότατα χωρίς να σφάλλει! Όμως θέλω να είμαι και ειλικρινής. Θα άφηνα τη φαρμακευτική για οτιδήποτε θα μου εξασφάλιζε ανάλογα εισοδήματα και περισσότερο χρόνο. Το φαρμακείο στο νησί είναι ένα άκρως χρονοβόρο επάγγελμα και πολλές φορές μου στερεί προσωπικές ελευθερίες. Την αγαπώ τη φαρμακευτική, την εξασκώ μάλλον με κέφι, αλλά έχω προνοήσει να μην πάρω όρκους παντοτινής δέσμευσης. Πάντως στο μεσοπρόθεσμο μέλλον δε διακρίνω τη σκιά κάποιου χωρισμού. Τη συγγραφή, από την άλλη, δε θα ήθελα να τη χαρακτηρίσω ερωμένη. Την αγαπώ, βλέπετε, κι αυτή. Είναι εξάλλου κάτι εξίσου σοβαρό, όπως και καθετί που μας κάνει λίγο καλύτερους ανθρώπους. Ας καταλήξουμε, λοιπόν, στο ότι θα παραμείνω για το επόμενο διάστημα πολυγαμικός.


Και ας πάμε τώρα σε ένα άλλο μεγάλο κομμάτι ενασχόλησης, το σκάκι. Συμμετοχή σε αγώνες στο εξωτερικό, διακρίσεις. Αυτή η ιστορία πώς ξεκίνησε; Ποια είναι η πορεία που ακολούθησες μέχρι σήμερα;


Σκάκι έμαθα πολύ μικρός, αλλά κόλλησα για τα καλά την ίωση μετά τα 12. Στο αγωνιστικό σκάκι ρίχτηκα με τα μούτρα στα φοιτητικά μου χρόνια και εξακολουθώ να παίζω σοβαρά σε ομάδες τις Αθήνας -αν και λιγότερες παρτίδες-σε επίπεδο Υποψήφιου Μετρ. Βέβαια δεν έχω τις διακρίσεις που υπαινίσσεστε, δεν είναι τόσο εύκολα τα πράγματα, ειδικά αν ζεις στην επαρχία. Μερικές διακρίσεις στα εφηβικά πρωταθλήματα, κάποιες νίκες σε τουρνουά, αυτά. Απλά τα τελευταία χρόνια έχω ασχοληθεί με το λεγόμενο «καλλιτεχνικό σκάκι», που έχει να κάνει με τη σωστή και ταχεία λύση σκακιστικών προβλημάτων, σαν αυτά που συναντάμε στις εφημερίδες, για να σας δώσω να καταλάβετε. Ήμουν τρίτος στο Πρωτάθλημα Αττικής, τέταρτος στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα και μέλος της Εθνικής Ομάδας τα τελευταία δύο χρόνια. Αυτό είναι όλο, μην το μεγαλοποιούμε κιόλας. Σημαντικότερα θεωρώ τα μαθήματα που ξεκινήσαμε από πέρυσι με τους μαθητές του σχολείου. Ελπίζω να εμφυσήσω σε αυτά τα παιδιά τις βασικές αρχές της φιλοσοφίας του σκακιού, που θα σταθούν πολύτιμα διδάγματα για τη ζωή τους, κι όχι βέβαια το στείρο πρωταθλητισμό, όπως κάνουν στην άρση βαρών ή το στίβο, καλή ώρα!


Nα επιμείνω στην κλασική ερώτηση; Ο χρόνος για τις δραστηριότητες και ο χρόνος δουλειάς στο φαρμακείο πώς συνδυάζονται;


Ξέρω κι εγώ; Να πω με τη βοήθεια των Decadurabolin, για να γίνω πιστευτός; Η αλήθεια είναι ότι αυτά που σε γοητεύουν σου δίνουν και τη δύναμη να τα πραγματώσεις. Δε με πήραν δα και τα χρόνια! Κλέβω και λίγο από τον ύπνο μου, έχουμε χρόνο γι’ αυτόν, γκρινιάζει και λίγο η Σοφία με το δίκιο της, αλλά με κάποιον αλλόκοτο τρόπο τα προλαβαίνω. Φυσικά, θα με δείτε συχνά στο γραφείο του φαρμακείου να γράφω ή να έχω ανοιχτή μια σκακιέρα προπονούμενος. Τον πρώτο καιρό οι πελάτες κουνούσαν με συγκατάβαση το κεφάλι: «Τρελός είναι ο φαρμακοποιός μας, παίζει σκάκι μόνος του...» .

Μετά με συνήθισαν, έτσι γίνεται με τους τρελούς φαντάζομαι (γέλια).


Αναφέρεις στο ιστολόγιο ότι: «Η ζωή είναι μια παρτίδα σκάκι. Το μυστικό δεν είναι να μάθεις να κερδίζεις, αλλά να μάθεις να διαχειρίζεσαι την ήττα». Πόσο αισιόδοξος ή απαισιόδοξος είσαι με τη σημερινή κατάσταση σε επίπεδο πολιτισμού και διαβίωσης γενικότερα;


Η ζωή είναι πράγματι μια παρτίδα σκάκι. Ο δυϊσμός του παιχνιδιού έχει πολλές συμβολικές προεκτάσεις στην καθημερινότητά μας. Το καλό και το κακό, το συγκροτημένο και το ασύνταχτο, το έξυπνο και το βλακώδες, το επιθετικό και το αμυντικό, το βιαστικό και το υπομονετικό, το διαυγές και το θολό είναι συγκρούσεις που αντανακλούν στο χαρακτήρα μας, που φωλιάζουν στα μύχια της ψυχής μας, που καθορίζουν εν τέλει το κοινωνικό μας είναι, ενίοτε δε και το ιδέσθαι.
Το έχω διατυπώσει κατ’ επανάληψη, η εικόνα του σύγχρονου ανθρώπου και δη του Νεοέλληνα, μάλλον θλίψη προκαλεί. Για ποιον πολιτισμό να μιλήσει κανείς, όταν η ουσία του, που είναι το πνεύμα, μαραζώνει στα αζήτητα; Μοιάζουμε μπλεγμένοι σε έναν ιστό, αποχαυνωμένοι, λες και ταλαντευόμαστε σε αιώρα, με την αδηφάγα αράχνη ενός άκρατου υλισμού να μας παραλύει συστηματικά. Επίπλαστες ανάγκες, καταρρακτώδης διακίνηση ελεγχόμενων πληροφοριών, διεφθαρμένοι πολιτικοί και κήνσορες της τηλεοπτικής εικόνας, συνθέτουν ένα ζοφερό σκηνικό. Δεν είμαι όμως απαισιόδοξος. Η πρώτη μορφή αντίστασης έχει να κάνει με την κατανόηση της δεινής θέσης μας στη σκακιέρα. Μόνο τότε μπορείς να οργανώσεις άμυνες. Ηττηθήκαμε, πάμε στην επόμενη παρτίδα. Για παράδειγμα, το ίδιο το διαδίκτυο, που αποτελεί όπλο της παγκοσμιοποίησης, μπορεί και να γίνει εφαλτήριο για ανεξάρτητες φωνές και πυρήνες αντίστασης. Αυτός είναι και ο λόγος που έφτιαξα ιστολόγιο και που χαίρομαι να μιλάω με άλλους μπλόγκερς. Αποτελεί μια νέα μορφή ελευθερίας της έκφρασης. Κάπως έτσι οραματίζομαι να ανατρέπεται το σκηνικό: εκ των έσω.

Να ξέρετε ότι και το τελευταίο πιόνι μπορεί να κάνει ματ!