Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

ΚΕΜΑΛ

Άρεσε ο Λέκκας ως ερμηνευτής και τον κρατάω στη συντροφιά. Εδώ σε ένα από τα αγαπημένα ποιήματα του Γκάτσου, με τη σπαρακτική μουσική του Μάνου.









"Νικημένο μου ξεφτέρι/ δε αλλάζουν οι καιροί"
Κι όμως...κάτι υπάρχει. Είναι βαθύ και υπόκωφο ακόμα. Μα είναι παλλόμενο. Το ακούω τα βράδια που ψυχορραγούν οι ήχοι. Το διαβάζω σε ιστούς με λόγια , σε ανοικτά παραθύρια και σε φλέβες ανοιχτές.Εδώ και καιρό, πάλλομαι στους ρυθμούς του.

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

OSCAR

And the Oscar goes to...


...Bill Palaeokostas!
...για την ταινία "Το μετέωρο βήμα του Κορυδαλλού"!

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

ΠΑΝΑΚΕΙΑ VII

Οι άνθρωποι αποφεύγουν τις κηδείες. Ξέρω γιατί. Όχι επειδή φοβούνται την όψη του νεκρού, το κερένιο χρώμα του, το λιπαρό και φουσκωμένο δέρμα του ή τις μύγες που κάθονται πάνω του ανενόχλητες. Επειδή φοβούνται τον ίδιο το θάνατο. Οι κηδείες τους θυμίζουν την ύστατη ώρα. Αυτή που δεν μπορούν να αποφύγουν. Ακόμα χειρότερα, γιατί τους θυμίζουν τους πολλούς, τους χιλιάδες θανάτους που έχουν ζήσει, που ζουν οι ίδιοι, κάθε μέρα και κάθε στιγμή. Γι’ αυτό και πασχίζουν με ψιμύθια και μαντζούνια να τον καθυστερήσουν.



Στην κηδεία του αδερφού μου, δύο μέρες μετά την επίσκεψή μου, ήμασταν δεν ήμασταν δέκα άτομα. Οι πιο πολλοί ήταν μέλη της συντεχνίας των ιχθυοπωλών και μύριζαν χειρότερα κι από το πτώμα του Δημήτριου. Ο ουρανός ψιλόβρεχε θλίψη και η χήρα πετροβολούσε με κατάρες τη Μοίρα. Ο μόνος πραγματικά ατάραχος ήταν ο μικρός Νικόλαος που είχε αίμα ελληνικό. Βλέπετε, η ράτσα μου είναι αιώνες συνηθισμένη να παλεύει με την πέτρα, την αρμύρα και το Χάρο. Και να χάνει πάντα.


Ούτε ‘γω δάκρυζα. Λυπόμουν, ναι, αυτή είναι η σωστή λέξη. Λυπόμουν για τον εαυτό μου. Για τη ζωή μου τη χαμένη. Για κείνες τις ζωές που’ χα πάρει με αντάλλαγμα τη δική μου και λίγη δόξα. Ακόμα περισσότερο λυπόμουν για κείνες που’ χα χάσει, τις δικές μου ζωές, όλα τα χρόνια που κυνηγούσα τη χίμαιρα της Πανάκειας, του βοτανιού, της σκόνης της γιατρειάς, του απεικάσματος ενός μακρύτερου και καλύτερου βίου.


Δεν είχα ζήσει. Είχα ονειρευτεί να ζήσω…

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ-2

Ξεχάστε τα SMS για τη EUROVISION.



Θυμηθείτε τα SOS για τον ΠΛΑΝΗΤΗ.




Στις 20:30, το Σάββατο 28 Μαρτίου 2009, πόλεις και χωριά σε ολόκληρο τον κόσμο θα σβήσουν τα φώτα τους για μία ώρα – την Ώρα της Γης– στέλνοντας ένα ισχυρό παγκόσμιο μήνυμα ότι όλοι μαζί μπορούμε να δράσουμε ενάντια στην υπερθέρμανση του πλανήτη.
Ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι σε περισσότερες από 1000 πόλεις του πλανήτη αναμένεται να συμμετάσχουν στη φετινή «Ώρα της Γης». Με αυτόν τον τρόπο θα σταλεί ένα μήνυμα στους ηγέτες του κόσμου, λίγους μήνες πριν την Παγκόσμια Σύνοδο των Ηνωμένων Εθνών για το Κλίμα στην Κοπεγχάγη το 2009, ότι απαιτούμε τη δέσμευσή τους για δράσεις που θα μειώσουν [δραστικά και αμετάκλητα] τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, προς όφελος του πλανήτη.

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

ΣΗΜΑΔΕΜΕΝΟΣ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

Γιατί η αγάπη -όπως την αντιλαμβάνομαι- ταιριάζει περισσότερο στους στίχους του Μιχάλη Γκανά και τη μουσική του Μίκη, παρά σε σαχλές γιορτούλες.

"Σαν καταρράχτης να ξοδευτώ..."

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

Βαρέθηκα να ακούω κάμποσα "χρόνια πολλά" δεξιά κι αριστερά από το πρωί. Συμβουλεύτηκα λοιπόν το εορτολόγιο για να δω ποια μεγάλη γιορτή παρέβλεψα. Δε βρήκα τίποτε περισσότερο από το ότι σήμερα εορτάζει μια αξιομνημόνευτη πληθώρα οσίων. Έτσι, για να ξορκίσω και κάποια από τα ανομήματά μου, διάλεξα τον πιο διάσημο εξ αυτών (στην αγιογραφία κάτω αριστερά) για να τον παρουσιάσω, μπας και φανώ άξιος της ευχής του. Αυτόν που εορτάζουν οι πολλοί σήμερα δεν τον βρήκα .


Όσιος Αυξέντιος ο εν τω όρει.



Ο Όσιος Αυξέντιος καταγόταν από την Συρία. Έζησε στην Κωνσταντινούπολη επί αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β’ του Μικρού (408-450 μ.Χ.) και κατείχε το αξίωμα του σχολαρίου του στρατηλάτου.Η φιλήσυχη και φιλομόναχη διάθεσή του και η αγάπη του για τον ασκητικό βίο, τον οδήγησε στο να γίνει μοναχός. Εγκατέλειψε λοιπόν τις τιμές και τα αξιώματά του και αποσύρθηκε σε όρος πετρώδες της Χαλκηδόνος, την Οξεία Πέτρα, όπου και ασκήτευε, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με την μελέτη και σπουδή της Αγίας Γραφής. Τόση δε ήταν η φήμη του για τις σπάνιες αρετές και την βαθιά θεολογική μόρφωσή του, ώστε προσκλήθηκε στην Δ' Οικουμενική Σύνοδο, που συνεκλήθη το έτος 451 στην Χαλκηδόνα για να καταδικάσει τις κακοδοξίες του Ευτυχούς.Στο ασκητήριό του καθημερινά προσέρχονταν πολλοί, για να λάβουν την ευλογία του, μεταξύ των οποίων και πολλοί πλούσιοι που του έφερναν τροφές και δώρα.Αλλά εκείνος χρησιμοποιούσε για τον εαυτό του λίγο ψωμί για τη συντήρησή του και κερί για το παρεκκλήσι του. Τα υπόλοιπα τα διαμοίραζε στους πτωχούς. Ο σεβασμός προς τον Όσιο έγινε αιτία να ιδρυθεί στους πρόποδες του βουνού γυναικεία μονή.Ο Άγιος Θεός αξίωσε τον Άγιο Αυξέντιο του χαρίσματος της θαυματουργίας και έτσι επιτέλεσε πολλά θαύματα. Ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη μεταξύ των ετών 470-472 μ.Χ.


Στο Συναξάριο της Κωνσταντινούπολης αναφέρεται ότι το τίμιο λείψανο του Αγίου κατατέθηκε στον ευκτήριο οίκο της γυναικείας μονής που ίδρυσε και η οποία ονομαζόταν Τριχιναρία. Η Σύναξη αυτού ετελείτο στη μονή του Καλλιστράτου εντός της Κωνσταντινουπόλεως.


Απολυτίκιο.
Ήχος πλ. α’.
Τον συνάναρχον Λόγον.‘Ώσπερ φοίνιξ ηυξήνθης Πάτερ υψίκομος, δικαιοσύνης εκφέρων τους ψυχοτρόφους καρπούς, συ γαρ βίον ιερόν πολιτευσάμενος, της Εκκλησίας στηριγμός, και θαυμάτων αυτουργός, Αυξέντιε ανεδείχθης, δια παντός ικετεύων, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.

Κοντάκιον.
Ήχος β’.
Την εν πρεσβείαις. Κατατρυφήσας θεόφρον της εγκρατείας, και τας ορέξεις της σαρκός χαλινώσας, ώφθης τη πίστει σου αυξανόμενος, και ως φυτόν εν μέσω του Παραδείσου εξήνθησας, Αυξέντιε Πάτερ ιερώτατε.

Επισήμανση:
"Και τας ορέξεις της σαρκός χαλινώσας" λέει το κοντάκιο προς τιμήν του οσίου, δε λέει: ξεσκιστείτε να αγοράζετε καρδούλες και μπιχλιμπίδια, μπας και αποχαλινωθούν οι ορέξεις της σαρκός!

Άντε μπράβο, με τις ξενόφερτες βουλιμίες. Όσιος Αυξέντιος που σας χρειάζεται...

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Σκέφτηκα να κάνω μερικές αλλαγές ή -αν θέλετε- προσθήκες στο ιστολόγιο. Η αλήθεια είναι πως ο ελεύθερος χρόνος μου εξακολουθεί να πάσχει από νανισμό, δηλαδή να είναι τόσο ελεύθερος όσο και ο Νικόλαος Αρμούρης στο κεφ 21 της "Πανάκειας". Ωστόσο δεν είναι ανυπόφορα χρονοβόρο το να καθιερώσω ένα "Σχόλιο της εβδομάδας" ή να αναρτώ από το γιουτούμπι (γεν. :του γιουτουμπιού), κάποια μουσικά κομμάτια που με εκφράζουν ή τελοσπάντων μου αρέσουν τα μάλα. Για να μη σας πλακώσω στα άπερκατ με Χατζιδάκι, με το καλησπέρα, ας περιοριστώ στον -εμβριθή όσο και να'ναι- σχολιασμό της επικαιρότητας.

ΣΧΟΛΙΟ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ:
*Οι καιροί ου μενετοί (που για όσους βαριούνται να ανοίξουν το λεξικό σημαίνει πως δεν μπορούν να περιμένουν άλλο- οι καιροί...)

*Και οι άρρενες τηλεθεατές επίσης, θα προσθέσω εγώ. Πότε θα έρθει καλοκαίρι για να ακούσουν τις καιρικές προβλέψεις της πλέον διάσημης Πετρούλας;

*Με την κατάλληλη περιβολή, εξυπακούεται...

*Σημεία των καιρών, τα πτερόεντα, έπεα και ιμάτια ομού.


Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

ΠΑΝΑΚΕΙΑ VI

Όταν φτάσαμε σ’ εκείνο το σημείο ο ουρανίσκος μου έκαιγε από την πιλάλα. Ένας κύκλος πολεμιστών είχε ριχτεί σε μια λυσσαλέα μάχη πάνω απ’ το σώμα του διοικητή μας και χώθηκα κι εγώ ανάμεσά τους. Η λόγχη μου ήταν άχρηστη. Την πέταξα και τράβηξα το ξιφίδιό μου από τη ζώνη, που ήταν επιμελώς τροχισμένο με ακονόπετρα. Άρχισα να χτυπώ με μανία. Η όρασή μου θόλωσε, είχα την εντύπωση ότι είχε ξαφνικά σκοτεινιάσει. Μα χτυπούσα αδιάκριτα, δεξιά κι αριστερά, σφίγγοντας την κοκάλινη λαβή με όλη μου την δύναμη, εισπνέοντας σκόνη και δαγκώνοντας χώμα, ραντίζοντας με αίμα τη γη, ξανά και ξανά, δεξιά κι αριστερά, χωρίς να κοιτώ, χωρίς να ξέρω αν σκότωνα, κι αν αυτοί που σκότωνα ήταν μουσουλμάνοι ή χριστιανοί.
Φευγαλέα περνούσαν από μπροστά μου πρόσωπα πιτσιλισμένα από αίμα, μάσκες αγωνίας, μορφασμοί πόνου, μάτια τρομαγμένα, δόντια σφιγμένα, κορμιά βρώμικα, πόδια ανοιγμένα, χέρια κομμένα, κράνη σπασμένα, θώρακες με βαθουλώματα, όπλα ορφανά, κραυγές χωρίς ηχώ και ψυχές αδειανές. Κι εγώ συνέχιζα να στριφογυρίζω μέσα στον ορυμαγδό, αλαφιασμένος, σα μύστης παγανιστικής τελετής, σαν τρελός, με το αίμα να φτάνει μέχρι το κόκαλο της λαβής και να στάζει στα δάχτυλά μου, γλοιώδες, κολλώδες και ζεστό. Κάποια στιγμή τα ίδια αυτά δάχτυλα άνοιξαν μόνα τους, κι άφησαν τι ξιφίδιο να πέσει στα πόδια μου. Πήγα να σκύψω να το πάρω μα δε μπόρεσα. Για τον ίδιο λόγο που το είχα χάσει. Και ο λόγος αυτός ήταν ο πόνος. Ένας βαθύς, οξύς πόνος που έκανε τον αέρα στα πνευμόνια μου να ξεραθεί. Ένας πόνος που ξεκινούσε από την πλάτη μου και που έσχιζε σαν κεραυνός όλο μου το σώμα στα δυο. Πήγα να πω «μάνα», μα πριν προλάβω σωριάστηκα στο έδαφος.
Μετά έσβησαν όλα τα κεριά του κόσμου.

[Απόσπασμα από την "Πανάκεια", φωτογραφία από το Ιστορικό Μουσείο της Βαλέτας]