Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

ΜΕΓΑΝΗΣΙ: ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ (μέρος 2ο)

Την πιο έντονη μεγανησιώτικη παρουσία στην Επαναστατική περίοδο ενσαρκώνει ο οπλαρχηγός Δήμος Τσέλιος, γνωστός αργότερα και ως Γέρο- Δήμος. Το πραγματικό του όνομα ήταν Δήμος Φερεντίνος, όπως αποκαλύπτει ο ίδιος στα αποσπασματικά, διασωθέντα της πυρκαγιάς, απομνημονεύματά του στον Τερτσέτη :

«Εγεννήθηκα εγώ εις το Μεγανήσι της Αγίας Μαύρας. Ένας Μεταξάς ήλθε και το κατοίκησε. Εκεί εκατοίκησαν οι παππούληδές μας, τέσσερα αδέρφια Φερεντιναίοι» [44].

Γεννημένος το 1785 σε μικρή ηλικία χάνει και τους δύο γονείς του από ατυχήματα και μπαίνει ψυχοπαίδι σε Αγιομαυρίτικο σπίτι. Επιστρέφει στο νησί έφηβος πια και αποφασισμένος να μπαρκάρει στα εμπορικά πλοία της εποχής. Μάλιστα ο αδερφός του ήταν κάτοχος ενός εξ αυτών. Στην πορεία όμως κάποιος κλεφταρματολός, ονόματι Ζαφείρης τον ξεσηκώνει και τον συμπαρασύρει να συμμετάσχει στον Αγώνα. Αυτό έγινε το 1804. Ένα χρόνο μετά συναντά τον Κατσαντώνη και λίγο αργότερα τον Καραϊσκάκη :

«Ξακολουθάαμεν την κλεψιά τότε, διάφορους πολέμους. Ερχόντανε και μεγαλώναμε. Εξακολουθάγαμε. Εμεγάλωσε οΑντώνης, έτρεμε η Τουρκιά. Στα 1805 ήλθε και ο Καραϊσκάκης»[45].

Ο Δήμος Τσέλιος συνεχίζει με συνέπεια τη δράση του ως Κλέφτης και ανέρχεται στην ιεραρχία ενώ αποκτά στενή φιλική σχέση με τον Καραϊσκάκη:

«Έφυγε ο Καραϊσκάκης από το Πρεμέτι από τη φυλακή. Από τόπον εις τόπον ήλθε εις τα Άγραφα. Εγίνηκε και αυτός πρώτη σκάλα, καθώς ήμον και εγώ(…)Τότε με τον Καραϊσκάκη απόκτησα πιστή αγάπη. Από τότε. Εσκοτώσαμε τον Λιάζακα τον Βελιγκέκα. Εμείς είμεθα σαράντα, εκείνοι χίλιοι»[46].

Σ’ όλη την περίοδο μέχρι την Επανάσταση δε μένει μακριά από το Μεγανήσι. Παρ’ ότι έχει ήδη παντρευτεί (τελικά απέκτησε έξι παιδιά), επισκέπτεται το νησί συνήθως με άλλους οπλαρχηγούς:

«Τον χειμώνα εκαθήμεθα εις ένα λιτρουβιό εις το Μεγανήσι με τον Καραϊσκάκη και Οδυσσέα. Ο Καραϊσκάκης μου είπε δια την Εταιρείαν, ότι θα γίνει την άνοιξιν. Η φαμελιά μου ήτον εις το Μεγανήσι. Εβγήκα έξω. Εβγήκαμεν έξω»[47]

Το Μεγανήσι παραμένει για τον Τσέλιο το «μέσα», ο τόπος γαλήνης και ανάπαυλας από τον ορυμαγδό της μάχης, ο τόπος που θάλπει τη φαμελιά του. Με την έκρηξη της Επανάστασης αρχίζει να διαφαίνεται όχι μόνο η στρατηγική δεινότητά του και η ανδρεία του, μα και η απεριόριστη εκτίμηση που έτρεφαν οι άλλοι γι’ αυτόν.

«Εξορμούν οι Λευκάδιοι υπό τον Δήμον Τσέλιον εις την Ήπειρον και καταδιώκουν τους Τούρκους καταφύγοντας εις Βάλτον και Ξηρόμερον»[48]

αναφέρει ο ιστορικός Κ. Μαχαιράς και αλλού γράφεται:

«Ο αντιστράτηγος Δημοτζέλιος έδειξε και τώρα την ανδρεία και αξιότητά του, και δεν αμφιβάλλομεν ότι θέλομεν έχει πάντοτε αιτίαν να εγκωμιάζομεν έναν τόσον γενναίον και ταύτω τόσον μετριόφρωνα πολεμιστήν»[49].

Από το 1821 έως το 1829 ο οπλαρχηγός συμμετέχει σε δώδεκα εκστρατείες, δώδεκα πολιορκίες και τριάντα εννέα μάχες με σημαντικότερες αυτές της Βόνιτσας, του Μύτικα και του Λεσινίου, το οποίο και οχύρωσε μετατρέποντάς το σε απόρθητο φρούριο μέχρι την απελευθέρωση. Συμμετείχε και στις δύο πολιορκίες του Μεσολογγίου, από το οποίο εξήλθε λόγω ασθένειας, χωρίς όμως να πάψει να μάχεται έξωθεν[50]. Η σημαντικότερη ίσως τιμή του αποδόθηκε λεκτικά μετά τη μάχη της Αράχωβας, από το στόμα του ίδιου του Καραϊσκάκη:

«Ήτον απαραδειγμάτιστος και η δραστηριότης του στρατηγού Δήμου Τζέλιου, όστις έπιασε τον σημαντικότατον ζωντανόν, εφόνευσε περίπου 15 μόνος του, και επειδή ο σκοτωμός των εχθρών είναι πολυάριθμος, αγνοώ, ίσως εφόνευσε και περισσότερους. Τούτο μόνον σας λέγω ότι εις κάθε εποχήν δείχνει μεγάλη γενναιότητα»[51].

Μετά την απελευθέρωση και την έλευση του Όθωνα βρίσκουμε το 1836 το Δήμο Τσέλιο να πρωτοστατεί σε κίνημα με αιτήματα την εκδίωξη των Βαυαρών που λυμαίνονταν το δημόσιο βίο και την κατάρτιση Συντάγματος. Το κίνημα αποτυγχάνει και ο ίδιος αυτοεξορίζεται στα πάτρια εδάφη εξαθλιωμένος οικονομικά και καταπτοημένος ηθικά. Αναφέρει σχετικά ο Τερτσέτης:

«Προχθές είδα εις το δρόμον των Αθηνών με πενιχρά φορέματα, πολύ πλέον πενιχρά, βυθισμένον εις την λύπην, ομοίαζε η όψη του προσώπου του. Είδα τον οπλαρχηγό Δημοτσέλιο (…)ούτε γράμματα προσκυνημένων, τα οποία εδιάβασα, ούτε φόβος και δώρα εχθρού τον έπεισαν να προδώσει τη σημαία, την οποίαν μάλιστα εζώσθη ως σινδόνι θανάτου. Ταλαίπωρη Ελλάς. Τα αληθινά σου τέκναθρέφονται με τα δάκρυα των, παραλογούν ή παραμιλούν εις τους δρόμους»[52].

Ο Τσέλιος πεθαίνει το 1854 στο Αγρίνιο. Οι βαθμοί που του είχαν αφαιρεθεί του επεστράφησαν το 1843, ενώ τα οστά του μεταφέρθηκαν στο Μεσολόγγι το 1901 και αργότερα στον Κήπο των Ηρώων. Ο ανδριάντας του στήθηκε στο Μεγανήσι να ατενίζει τα μέρη που απελευθέρωσε μόλις το 2006…

Μέχρι την Ένωση της Επτανήσου με την υπόλοιπη Ελλάδα στα 1864 στο Μεγανήσι επικρατεί το πατροπαράδοτο φεουδαλικό σχήμα, όπου κάποιες αρχοντικές οικογένειες κατέχουν τις περισσότερες εκτάσεις καθώς και τα παραγωγικά μέσα (ανεμόμυλους, ελαιοτριβεία, καΐκια κ.τ.λ.), όπως η οικογένεια του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη.

Δικός της ήταν ο ένας από τους έξι ανεμόμυλους που δεσπόζει σήμερα πάνω από το Κατωμέρι και ονομάζεται «Παλιόμυλος»[53], καθώς και πολλά κτήματα που , όπως συνηθιζόταν, υπενοικιάζονταν. Ο ίδιος ο ποιητής ερχόταν συχνά στο νησί και μάλιστα είχε Μεγανησιώτες στη δούλεψή του. Αναφέρεται ότι η πρώτη φράση του διθυράμβου για τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’, προέρχεται από χείλη Μεγανησιώτη ψαρά[54].

Στο Μεγανήσι υφίσταται Δήμος από το 1829 και αναγνωρίζεται επισήμως μετά την Ένωση με βασιλικό διάταγμα του 1866. Έχει δύο χωριά (Βαθύ, Σπαρτοχώρι) και περιλαμβάνει τα νησιά Σκορπιό, Μαδουρή, Χελώνι, Κυθρό, Θηλειά, Άγιο Νικόλαο, Σπάρτη και Πεταλά[55]. Ο Δήμος καταργείται το 1912 και επιστρέφουμε σε δύο κοινότητες : «Βαθέος» (Βαθύ και Κατωμέρι) και «Σπαρτοχωρίου».

Η οικονομία στηρίζεται στην εγχώρια παραγωγή λαδιού, λιναριού, κρασιού, κριθαριού, σιταριού, ενώ η αλιεία και το εμπόριο ανέρχονται σταδιακά. Αναφέρεται ειδικότερα και το εμπόριο πέτρας η οποία χρησιμοποιείται για το χτίσιμο των Λευκαδίτικων αρχοντικών[56]. Η θρησκεία εξακολουθεί να έχει βαρύνουσα σημασία στις ζωές των κατοίκων αφού στις αρχές του αιώνα μια επιδημία ευλογιάς οδήγησε τους πιστούς στο να μεταφέρουν τη σεπτή Κάρα του Αγίου Βησσαρίωνος (1489-1541) από την Πύλη Τρικάλων για δεήσεις στο Μεγανήσι. Έκτοτε θεωρείται πολιούχος του νησιού και το 1910 οικοδομήθηκε η ομώνυμη εκκλησία[57]. Η πολιτιστική δράση είναι επίσης παρούσα αφού από το 1880 παιζόταν στο Κατωμέρι ο «Ερωτόκριτος» του Κορνάρου και αργότερα άλλες δημώδεις θεατρικές παραστάσεις όπως η «Γκόλφω» και η «Σκλάβα» του Περεσιάδη[58]. Αυτό από μόνο του μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το βιοτικό επίπεδο είναι αισθητά βελτιωμένο σε σχέση με την υπόλοιπη Λευκάδα, πράγμα που υποδεικνύει και ο πληθυσμός του νησιού: Το 1920, 1644. Το 1928, 1650, ενώ το 1940, 2054, τη στιγμή που άλλα χωριά της Λευκάδας μετά βίας ξεπερνούσαν τις τριακόσιες ψυχές. Επιπρόσθετα το Μεγανήσι εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό αποφοίτων Γυμνασίου, μεγαλύτερο κι από την πρωτεύουσα Λευκάδα![59]

Η στασιμότητα του πληθυσμού στη διάρκεια του Μεσοπολέμου έχει να κάνει με τη μετανάστευση, φαινόμενο που θα ενταθεί μεταπολεμικά. Υπολογίζεται ότι κατά την πρώτη μόνο δεκαετία του 20ου αιώνα μεταναστεύουν 210 άνθρωποι (κατά κύριο λόγο άντρες) από το Μεγανήσι για την Αμερική ή τη Ν. Αφρική, δηλαδή το 1/8 του πληθυσμού![60]

Στην ιστορική καμπή που θα χαράξει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος το νησί δε μένει αλώβητο. Στην αρχική επιστράτευση σαράντα περίπου Μεγανησιώτες ξεκινούν σα σε πανηγύρι για το μέτωπο της Αλβανίας[61]. Τελικά δεν αναφέρεται η συμμετοχή κανενός στις εχθροπραξίες. Εντούτοις το Μεγανήσι δε μένει ασυγκίνητο και παρά τη νομισματική κρίση και την επίταξη των καϊκιών του, στέλνει ρουχισμό στους εμπόλεμους.

Συχνά συγχέεται η ονομασία της σπηλιάς του «Παπά» με αυτή του υποβρυχίου «Παπανικολής». Η αλήθεια είναι ότι η φυσική σπηλιά πήρε το όνομά της όχι επειδή διετέλεσε ορμητήριο ή κρησφύγετο του περιλάλητου υποβρυχίου, μα επειδή αποτέλεσε κρυψώνα για τους μεσαιωνικούς πιστούς και τον ιερέα τους από τις πειρατικές επιδρομές. Έχει αναφερθεί ωστόσο η δράση άλλων υποβρυχίων στα χωρικά ύδατα του Μεγανησίου καθώς και ο τορπιλισμός ιταλικού ανιχνευτικού το 1942[62]. Το Πάσχα του 1941 καταφεύγει στο Μεγανήσι κλιμάκιο υψηλόβαθμων στρατιωτικών του Σερβικού Επιτελείου, με επικεφαλής το Στρατάρχη Σίμοβιτς[63]. Εικάζεται ότι ανάμεσά τους βρισκόταν ο μετέπειτα στρατάρχης «Τίτο», που το ίδιο διάστημα διαφεύγει μέσω Ιονίου για τη Μέση Ανατολή.

Η έλευση των Ιταλών φασιστών την ίδια χρονιά αλλάζει τη ζωή των κατοίκων. Η ιταλική δύναμη αριθμεί μόλις είκοσι άτομα, μα εφαρμόζουν σκαιές μεθόδους, όπως την απαγόρευση της κυκλοφορίας και τη συσκότιση, ενώ δε διστάζουν να σέρνουν στις φυλακές ή να ξυλοκοπούν τους αντιφρονούντες. Δε λείπουν αυτή την εποχή και φαινόμενα μαυραγοριτισμού, αν και σε μικρό ποσοστό. Διατηρείται ακόμα μια υποτυπώδης εμπορική γέφυρα με τη Στερεά Ελλάδα, είτε παρανόμως, είτε με την ανοχή των δωροδοκημένων καραμπινιέρων και μελών της «Φινάντσα».

Την ίδια περίοδο (αρχές του ’42) αρχίζει να οργανώνεται η Αντίσταση με τη γνωστή τριαδική μέθοδο. Στην ουσία το Μεγανήσι αποτελεί αντιστασιακό κρίκο μεταξύ Λευκάδας και Ξηρομέρου. Στα αρχεία του ΕΑΜ του Μάη του ’43 το Μεγανήσι αναφέρεται ως «5η τομεακή». Το 1943 επίσης ιδρύεται η ΕΠΟΝ Μεγανησίου που αναλαμβάνει δράση κοινωνική (συσσίτια) και πολιτιστική (ανεβάζει το «Φωτεινό»). Μάλιστα είναι η πρώτη φορά που σε χωριό της Λευκάδας ανεβαίνουν γυναίκες στη σκηνή, το 1944[64]. Συχνά πυκνά το νησί δέχεται εκφοβιστικούς βομβαρδισμούς, και μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το καταλαμβάνουν οι Γερμανοί, τέσσερις ένοπλοι όλοι κι όλοι. Η Αντίσταση φουντώνει και αρκετοί Μεγανησιώτες συμμετέχουν σε ένοπλη δράση, όπως ο σαμποτέρ Βαρνακιώτης, στην Αιτωλία. Τελικά το νησί πληρώνει το δικό του φόρο αίματος στην Ελευθερία καθώς δύο απ’ τους αντιστασιακούς συλλαμβάνονται στη Νικιάνα και μεταφέρονται στο Αγρίνιο όπου και εκτελούνται δια απαγχονισμού στις 27-7-1944. Ήταν ο Δημήτρης Μαρούλης και ο Νίκος Αμάραντος…[65]

Κατά την περίοδο του εμφυλίου βρίσκουμε εξόριστους Μεγανησιώτες στο κολαστήριο της Μακρονήσου από το 1947- 50[66].

Η Μεγανησιώτικη οικονομία προσπαθεί να ορθοποδήσει στηριζόμενη στην ελαιοπαραγωγή, την οικιακή κτηνοτροφία και την αλιεία. Σταδιακά όμως στρέφεται στη ναυτιλία και τη μετανάστευση. Η συγκοινωνία γίνεται με καΐκια και η μεταφορά στον Πειραιά με το περιλάλητο «Γλάρος».

Ο Ροντογιάννης χαρακτηρίζει τους Μεγανησιώτες «εφοπλιστές» και «θαρραλέους πλοιοκτήτες»[67]. Το Μεγανήσι δίνει τότε «κάποια εντύπωση ευμάρειας, σε αντίθεση με τη βαθιά εντύπωση ανέχειας που προκαλούν όλα σχεδόν τα χωριά της ορεινής Λευκάδας»[68]. Πράγματι, αναφέρεται η ύπαρξη 22 εμποροκάικων με ευρύ πεδίο δράσης[69]. Ταυτόχρονα επέρχεται και μια στροφή προς τη μόρφωση και την επιστημονική κατάρτιση, που τελικά θα αναδείξει τη νέα δυναμική μεταπολεμική γενιά, το άλλο πρόσωπο του νησιού.

Παρ’ όλα αυτά ο πληθυσμός ξεκινά μια μειωτική τροχιά που εξηγείται για μια ακόμα φορά από το νέο μεγάλο μεταναστευτικό κύμα προς την Αυστραλία (κυρίως) και την Αμερική. Ο καταστροφικός σεισμός της Κεφαλονιάς του ’53 αφήνει ανεπηρέαστο το Μεγανήσι, όπως και άλλοι μεγάλοι σεισμοί στη συνέχεια, πιθανότατα λόγω της γεωλογικής του

–σπηλαιώδους- υποδομής. Στη δεκαετία του εξήντα ανθεί ένα νέο είδος παραεμπορίου, αυτό των λαθραίων τσιγάρων, που προσπορίζει κινδύνους αλλά και παχυλά εισοδήματα στους ενασχολούμενους. Φυσικά, στην περίοδο της Χούντας βρίσκουμε στους κλωβούς της Γυάρου και Μεγανησιώτη εκπρόσωπο, το Λάμπρο Δάγλα[70].

Με τη Μεταπολίτευση αρχίζει ουσιαστικά ν’ αλλάζει πρόσωπο το νησί κυρίως τεχνολογικά, παρ’ ότι ο πληθυσμός διατηρεί τις ελλειπτικές του τάσεις, λόγω της εσωτερικής αυτή τη φορά μετανάστευσης προς Πάτρα και Αθήνα. Έτσι το Νοέμβρη του 1974 το Μεγανήσι ηλεκτροδοτείται για πρώτη φορά και αποκτά τηλεφωνική σύνδεση δύο χρόνια αργότερα. Η υδροδότηση ωστόσο εξακολουθεί να παραμένει δυσχερής και να γίνεται από πηγάδια ή ακόμα κι από υδροφόρα πλοία, ενώ σχεδόν κάθε σπιτικό διαθέτει ιδιωτική στέρνα. Στα 1977 και μέχρι το 1980 το νησί γίνεται αντικείμενο ανθρωπολογικής μελέτης, από τον τότε Λέκτορα και νυν καθηγητή του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης Roger Just. Το βιβλίο του «A Greek Island Cosmos» αποτελεί μια γλαφυρή αποτύπωση της Μεγανησιώτικης κοινωνίας πριν την έλευση του τουρισμού.

Το 1980 ιδρύεται για πρώτη φορά Γυμνάσιο στο Μεγανήσι και αποτελεί έναν σημαντικό μοχλό αναζωογόνησης της πνευματικής και κοινωνικής ζωής. Σε συνδυασμό με την ίδρυση του Συλλόγου Απανταχού Μεγανησιωτών «Ο Μέντης» (ήδη από το 1976), που δραστηριοποιείται κυρίως στην Αθήνα, το Μεγανήσι δείχνει να διαρρηγνύει το κουκούλι της πολιτιστικής του εσωστρέφειας.

Η δεκαετία του ’80 λοιπόν αποτελεί το μεταίχμιο που γεφυρώνει το μεταπολεμικό Μεγανήσι μ’ αυτό της νεωτερικότητας. Η ελαιοπαραγωγή μειώνεται σταδιακά και τα οικονομικά σκήπτρα περιέρχονται στο ναυτιλιακό συνάλλαγμα[71]. Ο τουρισμός από ευκαιριακός που ήταν αποκτά μια κάποια οργάνωση. Το 1984 μπαίνει σε λειτουργία το πρώτο μεγανησιώτικο οχηματαγωγό σκάφος, για να κατασκευαστούν τρία ακόμα στη συνέχεια εκσυγχρονίζοντας τις μεταφορές. Το 1985 το νερό της Βαυκερής φτάνει στο νησί επιλύνοντας το μόνιμο πρόβλημα της λειψυδρίας. Στο τέλος της παραγωγικής αυτής δεκαετίας οι κοινότητες προσχωρούν σε εθελούσια συνένωση και συναποτελούν μετά από ογδόντα χρόνια ξανά το Δήμο Μεγανησίου (1990). Το 1993 το Μεγανήσι γνωρίζει την τιμή της εκπροσώπησης για πρώτη φορά στο Εθνικό Κοινοβούλιο, στο πρόσωπο του Πάνου Πάλμου. Από το 2002 προστίθενται και Λυκειακές τάξεις σ’ αυτές του Γυμνασίου. Η σταδιακή απαξίωση της ναυτιλίας στρέφει την οικονομική δραστηριότητα στο τουριστικό προϊόν με όλες τις θετικές και αρνητικές επιπτώσεις που αυτό συνεπάγεται.

Η οικοδομική δραστηριότητα γιγαντώνεται και μη Μεγανησιώτες γίνονται κύριοι μεγάλων εκτάσεων γης, ενώ υψώνονται αδιάκοπα ξενοδοχεία και τουριστικά καταλύματα. Στην απογραφή του 2001, οι μόνιμοι κάτοικοι του νησιού ανέρχονται στους 1092 με εμφανώς αυξανόμενες τάσεις ως αιτιατού της εκρηκτικής ανάπτυξης.

Τι βαρύτητα έχει η νέα πολυγλωσσική ταυτότητα του νησιού σε σχέση με το φυσικό του κάλλος; Τι είδους συνύπαρξη είναι αυτή των παιδιών που παίζουν ανέμελα στο δρόμο και των απειράριθμων αυτοκινήτων; Των μοντέρνων καταστημάτων και των γιαγιάδων με την παραδοσιακή φορεσιά άθιχτη, σα δεύτερο δέρμα; Του μπετόν αρμέ και των φρεσκοασβεστωμένων αυλών με τις γλάστρες το βασιλικό; Είναι το Μεγανήσι του σήμερα ο τόπος των αντιθέσεων; Αναζητεί ακόμα, μετά από τόσους αιώνες, την ταυτότητα και τα χνάρια του ή μήπως βαυκαλίζεται στην κούνια της χαμένης του αθωότητας; Θα είναι για πάντα «ένα καταπράσινο κοράλλι ριγμένο στην ποδιά του Ιονίου»; Ο χρόνος θα δείξει.

Κι αν ξαναγυρίσουμε στο ερώτημα που ξεκίνησε το ταξίδι μας στο χρόνο «Ποιος είσαι κι από που; Που βρίσκονται ο τόπος κι οι γονείς σου;», τότε για τους Μεγανησιώτες τους πολυταξιδεμένους και άρα κατά βάθος νοσταλγικούς και αιώνια ερωτευμένους με το νησί τους, αξίζουν τα λόγια του Γέρο Δήμου, όχι μόνο σαν απόηχος ιστορικός, μα κυρίως σαν αποτύπωμα της συλλογικής τους ψυχής:

«Ήτον το σπίτι μας στο Μεγανήσι (…) ωραίο νησί, σαν να’ ναι στην Παράδεισο»[72]


[44] Γεώργιος Τερτσέτης, Αυτογραφικά Απομνημονευματα του Δήμου Τσέλιου, ό.π., σελ 20

[45] ό.π., σελ. 21.

[46] ό.π., σελ. 21

[47] ό.π., σελ. 21

[48] Κ. Μαχαιρά, Λευκάς 1700-1864,ΑΘΗΝΑ 1956, σελ. 101.

[49] Περιοδικό Ελληνικά Χρονικά, τομ. Β’, II, 7-2-1925.

[50] Κώστας Πάλμος, ΔΗΜΟΤΣΕΛΙΟΣ, ΠΕΙΡΑΙΑΣ 1997,σελ. 12-13

[51] Κώστας Πάλμος, ό.π. σελ, 14

[52] Κώστας Πάλμος, ό.π., σελ. 22

[53] Κώστας Πάλμος, Μεγανησιώτικα, ό.π.., σελ. 89

[54] Κώστας Πάλμος, ό.π., σελ. 45

[55] Ι. Ροντογιάννης, ό.π., τομ. Β’, σελ. 627

[56] Βλ. και Roger Just, A Greek Island Cosmos, SAR PRESS, James Currey, OXFORD 2000, σελ. 57

[57] Κώστας Πάλμος, ό.π., σελ. 35.

[58] Σπύρος Βρεττός, Οι λαϊκοί ποιητές της Λευκάδας (1900-1985) ως κοινωνικό φαινόμενο, εκδ. Καστανιώτη, ΑΘΗΝΑ 1990, σελ. 53.

[59] Σπύρος Βρεττός, ό.π., σελ 97.

[60] Roger Just, ό.π., σελ 53.

[61] Μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα, Λάμπρου Δάγλα.

[62] Μαρτυρία π. Γεράσιμου Κονιδάρη.

[63] Κώστα Πάλμου, Οι Σέρβοι στο Μεγανήσι, εφ. Μεγανησιώτικοι Αντίλαλοι, περ. Β’- 8, Απρίλιος 1999.

[64] Σπύρος Βρεττός, ό.π., σελ. 55.

[65] Ζώης Τ. Κουτσαύτης, Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΛΕΥΚΑΔΑ (Ιταλική και Γερμανική κατοχή), εκδ. Π.Ε.Α.Ε.Α. ΛΕΥΚΑΔΑΣ, ΑΘΗΝΑ 1991, σελ. 526

[66] Μαρτυρία φυλακισμένου Λάμπρου Δάγλα.

[67] Ι. Ροντογιάννης, ό.π., τομ Β’, σελ. 622

[68] Σπύρος Βρεττός, ό.π., σελ. 45

[69] Σπύρος Βρεττός, ό.π.

[70] Μαρτυρία του ίδιου.

[71] Roger Just, ό.π., σελ. 53

[72] Γεωργίου Τερτσέτη, ό.π. σελ. 21

9 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Tom

Πολύ καλή δουλεία Παναγιώτη. Εξαιρετικά και τα 2!!!!!

Σπύρος Ιλ. είπε...

Εξαιρετικό, Παναγιώτη! Είδες που άμα θέλεις (δηλ. δεν ασχολείσαι αναφανδόν με τα ιστολόγια) μπορείς και να δουλέψεις αποδοτικά?
Υ.Γ.: Για κοίτα, νησάκι τοσοδούλικο, αλλά με μια ιστορία... ΝΑ! :-)

valamonte1 είπε...

[μετα την απελευθερωση και την ελευση του οθωνα βρισκουμε το 1836 το δημο τσελιο να πρωτοστατει σε κινημα με αιτηματα την εκδιωξη των βαυαρων και την καταρτιση ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ!!!!!] μα !! τοσο ανεπτυγμενο ηταν το δημοκρατικο φρονημα εκεινη την εποχη ? σε καμια χωρα της ευρωπης τοτε δεν γινοταν ουτε καν κουβεντα περι συνταγματος ..ουτε ακουστα δεν το ειχαν...

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ είπε...

@valamonte1
"Μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 δημιουργήθηκαν διάφορα βραχύβια συντάγματα που δεν ευδοκίμησαν είτε λόγω των αδυναμιών τους είτε λόγω της εσωτερικής διαμάχης μεταξύ των πολιτικών.

Πρώτο σύνταγμα ήταν αυτό που ψηφίστηκε από την Α' Εθνοσυνέλευση στις 1 Ιανουαρίου 1822 στην Επίδαυρο με ονομασία «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» και αναθεωρήθηκε το 1823 από την Β' Εθνοσυνέλευση στο Άστρος με τον «Νόμο της Επιδαύρου». Η Γ' Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας το 1827 ψήφισε το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» το οποίο όμως αναστάλθηκε από την Δ' Εθνοσυνέλευση του Άργους μετά από πρόταση του Ιωάννη Καποδίστρια.

Το 1832 η Ε' Εθνοσυνέλευση στο Ναύπλιο ψήφισε το «Ηγεμονικόν Σύνταγμα» το οποίο όμως δεν εφαρμόστηκε και ο Όθων βασίλευσε χωρίς σύνταγμα μέχρι το Μάρτιο του 1844 που παραχωρήθηκε σύνταγμα μετά από την εξέγερση της Γ' Σεπτεμβρίου 1843. Το Σύνταγμα αυτό εγκαθίδρυσε τη συνταγματική μοναρχία και συντάχθηκε ως επί το πλείστον με βάση το γαλλικό σύνταγμα του 1830 και το βελγικό του 1831. Μετά την ανατροπή του Όθωνα ψηφίστηκε στην Αθήνα το σύνταγμα του 1864 το οποίο εισήγαγε τον θεσμό της βασιλευομένης δημοκρατίας. Το σύνταγμα του 1864 αναθεωρήθηκε το 1911 ενώ τα έτη 1920 και 1924 αποπειράθηκε να αναθεωρηθούν ξανά αλλά η διαδικασία διακόπηκε λόγω επαναστατικών πράξεων".



Έτσι, πρόχειρα, όπως τα ξεσήκωσα από τη Βικιπαίδεια. Η δε έννοια του "Συντάγματος", ασχέτως ονομασίας, είναι συμβατή με την πολιτική σκέψη των Ελλήνων από την αρχαιότητα, όπως για παράδειγμα στους νόμους του Κλεισθένη, του Δράκοντα, του Σόλωνα. Ο Αριστοτέλης στα Ηθικά Νικομάχεια, και φυσικά στα Πολιτικά, το βάζει σε μια πιο ορθολογική βάση, αν και φυσικά δεν το ονομάζει Σύνταγμα. Αν έχετε διαβάσει το "Χειρόγραφο της Πράγας" θα θυμάστε ίσως το ρόλο που έπαιξαν αρκετές μυστικές οργανώσεις στη διεκδίκηση από τις μοναρχίες γραπτού νομοθετικού πλαισίου που να προασπίζει εννόμως και εγγράφως κάποια θεμελιώδη δικαιώματα των λαϊκών στρωμάτων. Να θυμίσω τέλος και την ψήφιση του Αμερικανικού Συντάγματος το 1787.

Προδήλως λοιπόν διαφωνούμε. Όχι μόνο γινόταν κουβέντα, αλλά και αιματηρές συμπλοκές που εξαπλώθηκαν στις επαναστάσεις του
1848 σε όλη την Ευρώπη.

valamonte1 είπε...

αγαπητε φιλε καλησπερα , βασικα δεν αμφισβητω τα στοιχεια που παραθετεις , εγω με το σχολιο μου ηθελα να επισημανω το παραδοξον του πραγματος..δηλαδη πως ειναι δυνατον σε μια υπο υδρυση χωρα και χωρις μαλιστα τα απαραιτητα υλικα (κουλτουρα ,προιστορια ,εθνικη συνοχη ,θρησκεια κλπ) να υπαρχει απαιτηση για συνταγμα!!! η ελλαδα ειναι απο τις πρωτες χωρες στο κοσμο!!!που επεβαλαν το γενικο δικαιωμα ψηφου!(1877) την στιγμη που η χωρα που δημιουργησε τον κοινοβουλευτισμο , η αγγλια επεβαλε το γενικο δικαιωμα ψηφου μολις το 1918 , γιναμαι τυποις δημοκρατες πριν απ' τους κατ΄ουσιαν δημοκρατες εγγλεζους , λεει ο συμπατριωτης μας γερασιμος κακλαμανης γιατι? γιατι η πλειοψηφεια λεει δεν σου επιτρεπει να καταλαβεις αν ο λαος εχει η δεν εχει εθνικη συνειδηση. εξ΄αλλου συμπληρωνω εγω , αποκτησαμε εμεις ποτε σοβαρο και αξιοπιστο συνταγμα? η εστω κοινοβουλιο της προκοπης? εγω πιστευω ποτε . καλο απογευμα ευχομαι καλο μηνα και ευχαριστω πολυ για την φιλοξενεια γιωργο βλαχο με λενε και ζω και εργαζομαι στη λυγια

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ είπε...

Φίλε και συμπατριώτη Γιώργο.
Η επαναστατικότητα εκείνης της εποχής σε όλη σχεδόν την Ευρώπη, καθώς και ο αναδυόμενος εθνικισμός, είχαν ασφαλώς ένα άρωμα δημοκρατίας και ανατροπής του ancient regime. Έννοιες όπως η ελευθερία λόγου και έκφρασης, η ισονομία, η συμμετοχή των μαζών στη νομή της εξουσίας, ακόμα και το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, είχαν χαραχτεί από τη διανόηση του τέλους του 18ου αιώνα και έτειναν να κατοχυρωθούν και νομικά -όχι χωρίς τη σθεναρή αντίσταση των δυνάμεων της συντήρησης. Άρα οι συνταγματικές διεκδικήσεις θα έλεγα ότι σήμαιναν την αλλαγή εποχής, την -δειλή είναι αλήθεια- προλεταριακή αφύπνιση και κυρίως την αλματώδη άνοδο (κοινωνική και οικονομική) της τρίτης τάξης, της αστικής.
Τώρα για το ελληνικό κοινοβούλιο, είναι μεγάλη κουβέντα και έχω και πολλά κενά στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, οπότε μάλλον θα αποφύγω το σχολιασμό. :-)
Εγώ ευχαριστώ για την επίσκεψη και το σχολιασμό.

valamonte1 είπε...

εγω αγαπητε φιλε εχω πολυ περισσοτερα και μεγαλυτερα κενα ,βασικα λογω περιορισμενης πνευματικης ικανοτητας (δημοτικο εχω τελειωση)προσπαθω οσο το δυνατον να τα καλυψω ειτε με ανταλλαγη αποψεων (οπως καλη ωρα τωρα) ειτε διαβαζοντας οσο μπορω...παντως οσον αφορα το θεμα των συνταγματικων διεκδηκισεων στην ελλαδα συμφωνω , προς το παρον , με την αποψη του γερασιμου κακλαμανη ο οποιος λεει σε γενικες γραμμες οτι το ελληνικο συνταγμα που φτιαχτηκε τοτε ηταν για τα πανηγυρια...οχι βεβαια οτι σημερα ειναι καλυτερο....(σε καμια χωρα της ευρωπης δεν αναθεωρειται τοσο συχνα οσο εδω το συνταγμα )

admin είπε...

Α, ρε Παναγιώτη, δεν θυμόμουνα ότι είσαι και σκακιστής.

Θυμάσαι το σύντροφό μου στο Μπριτζ, και κολλητό μου φίλο, το Γιώργο Λατζουράκη? Ζει τις τελευταίες του μέρες στο Ερρίκος Ντυνάν.

Ε, ρε ανατροπές που έχει η ζωή!

Πάει το Μπριτζ για μένα, τέλειωσε οριστικά.

Νάσαι καλά εκεί στο Μεγανήσι. Χαιρετίσματα και στον αδερφό σου.

Τάκης Ιατρού
(takisiatrou@gmail.com)

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ είπε...

Γειά σου φίλε Τάκη! Πολύ χάρηκα που σε ακούω, αν και έγινες άγγελος κακών μαντάτων. Κρίμα για τον Λατζ. Λυπάμαι πολύ. Με τους μόνους που έχω επαφή από το μπριτζ είναι φυσικά ο κουμπάρος μου ο Κάνελ και ο Δημήτρης ο Καλύβας. Εκτός τσόχας εννοείται. Στα γεράματα μάλλον θα ξαναγυρίσω στο μπριτζ. Να είσαι πάντα καλά και να τα λέμε τώρα που ξαναβρεθήκαμε.