Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΗΔΗ

Περιδιαβαίνοντας στα Πολιτικά του Αριστοτέλη, για ανάγκες του Πανεπιστημίου, (ξανα-)έπεσα πάνω στο εξής χωρίο:
"άμα γάρ φύσει τοιούτος [ο "αφρήτωρ,αθέμιστος,ανέστιος"] και πολέμου επιθυμητής, άτε περ άζυξ ων ώσπερ εν πεττοίς" ( Πολιτ. 1253a, 7-9)
Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με τη μετάφραση του Κάκτου, "ο άνθρωπος που από τη φύση του είναι τέτοιος [χωρίς συγγενείς, χωρίς νόμους και χωρίς σπίτι] είναι συγχρόνως και πολεμοχαρής, επειδή ακριβώς είναι μοναχικός, όπως λέμε στο παιχνίδι των πεσσών".

Αναρωτήθηκα γιατί ο φιλόσοφος να αναφέρει τους πεσσούς ως μοναχικό παιχνίδι, όταν ξέρουμε ότι παιζόταν με δύο παίκτες;

Πρώτα να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα. Τα παιχνίδια στην Αρχαία Ελλάδα καλούνταν αθύρματα. Σε αυτά ανήκαν βέβαια όλων των ειδών τα παιχνίδια, όπως π.χ. η αιώρα (κούνια), η πλαταγή (κουδουνίστρα), ο τροχός (τσέρκι) ή η σφαίρα (μπάλα). Ειδικά για τα επιτραπέζια (επί άβακος) παιχνίδια δεν υπήρχε περιορισμός ηλικιακός είτε παίζονταν με κύβους (ζάρια) είτε όχι. Ψαχούλεψα λίγο τη βιβλιοθήκη μου και θυμήθηκα τον Ευριπίδη στο "Ιφιγένεια η εν Αυλίδι" :

"Πρωτεσίλαόν τ' επί θάκοις πεσσών ηδομένους μορφαίσι πολυπλόκοις, Παλαμήδεά θ', ον τέκε παις ο Ποσειδάνος". (Ιφιγένεια ή εν Αυλίδι, στ. 194-199)

Εδώ θα διαφωνήσω λίγο με τη μετάφραση του Κάκτου, που αποδίδει τους πεσσούς ως "ζάρια" και μεταφέρει το "ηδομένους μορφαίσι πολυπλόκοις" ως "χαίρονταν διπλές και ντόρτια" (!!). Θα το μετέφραζα (με κάθε επιφύλαξη, λόγω των ελλειμματικών μου γνώσεων) κάπως έτσι:

[Είδα και] τον Πρωτεσίλαο (σημ: μιλάει ο κορυφαίος του Χορού που υποτίθεται έχει επισκεφτεί τον καταυλισμό των Αχαιών στην Αυλίδα και τους βρίσκει, απόντος ανέμου, να ασχολούνται με οτιδήποτε άλλο εκτός από πολεμικές προετοιμασίες. Εξαίρεση βέβαια κι εδώ ο ωκύπους Αχιλλέας που παραβγαίνει, παρά θιν' αλός, μ' ένα τέθριππο, και φυσικά το νικά) να παίζει πεσσούς, καθισμένος πάνω σε πάγκους μαζί με τον Παλαμήδη- τον οποίο γέννησε ο γιος του Ποσειδώνα- και να χαίρονται με τις πολύπλοκες διακλαδώσεις [του παιχνιδιού].

Εξάλλου είναι ο Όμηρος αυτός που πρωτοεμφανίζει τον Παλαμήδη ως εφευρέτη του παιχνιδιού των πεσσών, εκδοχή που φαίνεται να υιοθετούν τόσο ο Σοφοκλής όσο κι ο Ευριπίδης. Τι στο καλό ήταν όμως αυτοί οι πεσσοί;

Καταρχήν (ή καταρχάς, που θα 'λεγε κι ο Σαραντάκος) δεν ήταν ένα μόνο πράγμα. Πεσσοί ονομάζονταν διάφορα είδη παιχνιδιών που παίζονταν πάνω σε άβακα, τις περισσότερες φορές με ζάρια. Τα συνηθισμένα εξαρτήματα του παιχνιδιού ήταν πούλια, είτε βότσαλα, είτε κόκαλα, σπανιότερα από γυαλί ή μέταλλο. Οι αρχαίοι μας πρόγονοι έπαιζαν λοιπόν επιτραπέζια, όπως ας πούμε μια πρόδρομη μορφή του ταβλιού. Σε κάποιες περιπτώσεις όμως τιμούσαν και τα μη τυχερά παίγνια, όπως ήταν μια εκδοχή της σημερινής ντάμας αλλά, κατά τα φαινόμενα, και μια βερσιόν του σημερινού σκακιού.

Αυτό φαίνεται καθαρά στο πλήθος των ερυθρόμορφων και μελανόμορφων αγγείων που αναπαριστούν δύο αντιπάλους, άνδρες πάντα και συνήθως οπλισμένους, να κάθονται αντίκρυ και να έχουν στη μέση μια "σκακιέρα". Σε άλλα αγγεία αυτό που μετακινούν δεν προβάλλεται, άρα εικάζουμε ότι θα έχει την πεπλατυσμένη μορφή που έχουν τα πούλια σήμερα. Αλλού όμως προεξέχουν εμφανώς κάποιες φιγούρες, σφηνοειδείς ή σφαιρικές, ήτοι πιο κοντά στα πιόνια του σημερινού σκακιού.

Ασφαλώς δεν ισχυρίζομαι ότι οι παππούδες μας έπαιζαν σκάκι, τουλάχιστον όχι με τη μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα. Αυτό δεν εισήχθη στην Ευρώπη παρά τον 8ο-9ο αιώνα από τους Άραβες στην Ιβηρία και παγιώθηκε μετά τις σταυροφορίες, κυρίως στις βασιλικές αυλές. Σίγουρα όμως οι πεσσοί (χωρίς ζάρια) ήταν ένα παιχνίδι με πολυπλοκότητα κινήσεων, όπως μας μεταφέρει ο Ευριπίδης, αλλά και ο Σοφοκλής στον " Παλαμήδη" του.

Οι ρίζες του παιχνιδιού δεν είναι δύσκολο να προσδιοριστούν, εφόσον γνωρίζουμε ότι η Μεσοποταμία ή/και η περιοχή μεταξύ Πακιστάν και Ινδίας αποτέλεσαν τις γενέτειρες του πρώιμου σκακιού. Μολονότι ο Ηρόδοτος (Ι, 94, 2-4) ισχυρίζεται ότι πήραμε από τους Λυδούς κάμποσες εφευρέσεις (όπως π.χ. τη λαβή της ασπίδας), αλλά και όλα τα αθύρματα, αρνείται το ότι σε αυτά συμπεριλαμβανόταν και οι πεσσοί, εμμένοντας στην ομηρική εκδοχή. Πιο κοντά στην αλήθεια μοιάζει να είναι ο Πλάτωνας. Λέει ο παμμέγιστος στο "Φαίδρο":

"αυτώ δε όνομα τω δαίμονι είναι Θεύθ. τούτον δη πρώτον αριθμόν τε και λογισμόν ευρείν και γεωμετρίαν και αστρονομίαν, έτι δε πεττείας τε και κυβείας, και δη και γράμματα" (Φαίδρ. 274 c-d).

Πάει να πει, "Το όνομα του θεού τούτου είναι Θεύθ [Θωθ ή Τωτ, το αντίστοιχο του δικού μας Ερμή] . Λένε λοιπόν πως αυτός πρώτος ανακάλυψε τους αριθμούς και τους υπολογισμούς, τη γεωμετρία και την αστρονομία, κι ακόμα τα παιχνίδια με τους πεσσούς και τα ζάρια, και βέβαια τα γράμματα".

Τα αρχαιολογικά ευρήματα δικαιώνουν τον Αριστοκλή (έτσι τον έλεγαν, το Πλάτων ήταν παρατσούκλι), αφού τα επιτραπέζια παιχνίδια πουσυναντάμε μετέπειτα στον ελλαδικό χώρο τηρούν τις προδιαγραφές του "Αιγυπτιακού σκακιού", του "σενέτ". Επιπρόσθετα τα αντίστοιχα ευρήματα του Έβανς στο παλάτι της Κνωσού αποκαλύπτουν αθύρματα ενδιάμεσα αυτών της Αιγύπτου και των κλασικών Ελληνικών. Η λογική διαδρομή Αίγυπτος-Κρήτη-κυρίως Ελλάδα, μοιάζει διαυγής, ασφαλώς με κάποιες αλλαγές στη μορφή και στους κανόνες των πεσσών.

Σύμφωνα με τη συνήθεια των προπατόρων μας, που τουλάχιστον στο νησί μου διατηρείται αλώβητη, τοποθετούνταν στον τάφο ή το νεκρικό θάλαμο του αποδημήσαντα και κάποια λατρεμένα του αντικείμενα. Έτσι, από τάφους παιδιών συχνά ανασύρονται αθύρματα, μερικά μάλιστα σκεπασμένα με κεραμίδια για να μην αλλοιωθούν. Το ίδιο όμως ισχύει και για τα αρχαιολογικά ευρήματα σε τάφους ενηλίκων, απ' όπου έχουμε και μια ιδέα του πως ήταν οι πεσσοί.
Τα "πιόνια", που ήταν ως επί το πλείστον κοκάλινα, δεν οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν σκαλισμένες μορφές που να αναπαριστούν κάποιο αξίωμα ή ιδιότητα. Εντούτοις, αρκετά από αυτά είναι ανισομεγέθη επιτρέποντάς μας να φανταστούμε κάτι τέτοιο. Φυσικά το απλούστερο θα ήταν πάνω στα "πιόνια" αυτά να υπάρχει ζωγραφισμένο ένα σύμβολο ή εικονίδιο, δημιουργώντας την απαραίτητη για το σκάκι ποικιλομορφία. Απεικόνιση που, δυστυχώς, δε θα ήταν δυνατό να επιβιώσει των αιώνων.

Υπάρχει όμως και κάτι που μοιάζει να επέζησε στην τύρβη του χρόνου. Ξαναγυρνώντας στο αριστοτελικό απόσπασμα βλέπουμε να παρομοιάζεται ο αρχαίος "σκακιστής" με μονήρη και ανέστιο μαχητή. Αυτό, σε συνδυασμό με την εικόνα των πάνοπλων και αφοσιωμένων -σχεδόν απορροφημένων- στους πεσσούς παικτών, μεταφέρει τον απόηχο ενός άκρως ανταγωνιστικού, επίπονου και αμείλικτου στρατηγικού παιχνιδιού. Ενός παιχνιδιού όπου η πνευματική διαπάλη εξοστρακίζει την άμιλλα και η επιδίωξη της νίκης, της απόλυτης κυριαρχίας, υποσκάπτει την αλληλεγγύη και την κοινωνικότητα. Ο των πεσσών θιασώτης θυμίζει "αθέμιστον πολέμου επιθυμητή", ένα ανθρώπινο θηρίο.

Πόσοι από τους φίλους σκακιστές δεν έχουν νοιώσει στις παρτίδες τους αυτήν την άτεγκτη αντιπαράθεση, αυτόν τον εγκεφαλικό ακήρυχτο πόλεμο, τον άστοργο και άξενο; Και ποιός από μας δε συνάντησε παραδείγματα σκακιστών που κατέληξαν μοιραία στο ψύχος της αποξένωσης;

Μπορεί ο Παλαμήδης να ήταν εγγονός του Ποσειδώνα, από βασιλική γενιά, ενάρετος, σοφός και γενναίος μα, λυπάμαι που το λέω, θα πρέπει να ήταν αφόρητα μοναχικός.

4 σχόλια:

greekchesspolitics είπε...

Εξαιρετικό Παναγιώτη!

Να πω μια προσωπική εμπειρία που μου θύμισαν οι μοναχικές σκέψεις στο κείμενό σου. Είναι γνωστό ότι δεν έπαιξα ούτε πολύ, ούτε ιδιαίτερα σπουδαίο αγωνιστικό σκάκι. Ακόμη όμως θυμάμαι μια παρτίδα στη Βουδαπέστη, γύρω στα 1975, όπου αντιμετώπισα σε φιλικό της Καλλιθέας έναν βετεράνο ΥΜ (της ΜΤΚ ή του Σπάρτακους, δεν θυμάμαι πια).

Βετεράνος Ούγγρος ΥΜ = 2150+ (τοτινό), εγώ δεν είχα καν ελληνικό τίτλο, κι έπαιζα και με τα μαύρα. Αποφάσισα να πάω για νίκη (κανένας σεβασμός δεν υπήρχε τότε για τους βετεράνους :-)) και διάλεξα μια Σκωτσέζικη με Βθ4+. Η σκακιέρα γρήγορα πήρε φωτιά, ο Ούγγρος κατάλαβε ότι είχε μπλέξει με έναν φιλόδοξο νέο κι εγώ ήταν από τις σπάνιες φορές που είχα καρφωθεί στην καρέκλα μου κι έπαιζα σκάκι. Ούτε άλλες σκακιέρες κοίταζα, ούτε ρολόγια έφτιαχνα, ούτε με διαιτητές μιλούσα, ούτε τις κατάφορτες βιτρίνες με βιβλία και κύπελλα και τρόπαια και φωτογραφίες χάζευα.

Στην κρίσιμη θέση, εκεί όπου η πίεση που ασκούσα στον λευκό ήταν αφόρητη, πραγματικά αισθάνθηκα για λίγα δευτερόλεπτα τα μυαλά μας να παλεύουνε «σώμα με σώμα» πάνω από τη σκακιέρα. Ήταν σαν να έβλεπα το νού και τη θέληση του αντίπαλού μου να κατατροπώνονται.

Η θέση του έσπασε, και μετά από αρκετή ακόμη μάχη, όπου έλυσα όλα τα τεχνικά προβλήματα που μου έθεσε, ο λευκός εγκατέλειψε.

Δεν ένιωσα ποτέ ξανά κάτι τέτοιο. Νομίζω όμως ότι εκείνη η υπερβατική εμπειρία είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη που δεν έχω ξεκολλήσει από τους πεσσούς αυτούς μετά από 35 χρόνια!

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ είπε...

Τάκη,
ευχαριστώ για την κατάθεση της εμπειρίας. Η ένταση αυτή, η ακόμα και υπερβατική όπως λες, ίσως είναι αυτή που μας κρατάει με τα δεσμά της αγκιστρωμένους στους πεσσούς. Από την άλλη, δε θα ξεχάσω ποτέ τη μοναξιά που μ' έκαναν να αισθανθώ πολλές παρτίδες μου, άσχετα με το αν είχα κερδίσει. Αυτός είναι και ο λόγος που κάποτε τα είχα παρατήσει για το μπριτζ. Φευ! Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο. Και μένουν για πάντα εκεί.

Ανώνυμος είπε...

Καταπληκτικη δημοσιευση.Διορθωστε μονο αυτα
ωκύπους < αρχαία ελληνική ὠκύπους < ὠκύς + πούς
αλς γενικη της αλός.
Χαιρετω

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ είπε...

@Ανώνυμος
Ευχαριστώ πολύ για τις διορθώσεις.
Πρέπει να τα προσέχω περισσότερο αυτά.