Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ, ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΔΙΨΑ



Άκουσα για τον Κυριάκο Φραγκούλη για πρώτη φορά μέσα από τη στήλη του Σιαπέρα, με τον οποίο είχε διαρκή επικοινωνία. Το καλλιτεχνικό σκάκι για μένα ήταν τότε ό,τι είναι το μυθικό σκάκι σήμερα: εξωτικό. Αργότερα, μαθητής Λυκείου (διέμενα στη γενέτειρά του, το Νυδρί), ξανάκουσα κάποια διφορούμενα σχόλια από τους ντόπιους, που εντάθηκαν όταν αποκαλύφθηκε πως ανήκα κι εγώ σε εκείνο το αλλόκοτο σινάφι των σκακιστών.


«Πρέπει να γνωρίσεις τον Κυριάκο. Αυτός όλη τη μέρα σκάκι παίζει!» μου έλεγαν. Στο τέλος μου τον γνώρισαν. Αλλά σκάκι δεν παίξαμε. Για καλή μου τύχη τον συνέδεε παλαιόθεν φιλία με τον πατέρα μου κι έτσι αποδέχτηκε την παρέα μου, πράγμα όχι εύκολο για τον μονήρη χαρακτήρα του. Όμως δεν τον έβλεπα παρά τις μέρες που έπαιζε μπάσκετ ο Άρης του Γκάλη.

Τα λόγια μας λιγοστά, τον σεβόμουν και –δεν το κρύβω- τον κοιτούσα με περιέργεια. Δεν είχα έως τότε την ευκαιρία να παίξω σοβαρό σκάκι και η εικόνα που είχα για τους σκακιστές ήταν η εντελώς συμβατική, αυτή των γραβατωμένων Κάρποβ και Κασπάροβ. Ο Κυριάκος όμως ήταν ολωσδιόλου αντισυμβατικός. Δεν ήταν τόσο ηλικιωμένος, μα τα ξενύχτια, το κάπνισμα και η εργένικη ζωή είχαν σαφή επίδραση στο παρουσιαστικό του. Φορούσε απλά ρούχα, καθαρά, μα σπάνια σιδερωμένα. Τα γένια του ήταν κίτρινα στις άκρες από τις αλλεπάλληλες στρώσεις νικοτίνης και τα ακροδάχτυλά του ακολουθούσαν το παράδειγμά τους, από την ίδια ακριβώς αιτία. Η φωνή του έβγαινε θαρρείς με κόπο, ένρινη, βραχνή, σχεδόν σπηλαιώδης και, μολονότι μιλούσε αργά, μερικές φορές μου ήταν δύσκολο να παρακολουθήσω τι έλεγε. Όμως ήταν πάντα ευγενικός και με μια συμβουλή έτοιμη για κάθε περίσταση. Τα μικρά του μάτια, αείφωτα, έλαμπαν παράξενα στο ατάραχο πρόσωπο του. Αυτό που εκλάμβανα ως τάση διδακτισμού προς εμένα, άργησα πολύ να καταλάβω ότι ήταν ένα είδος στοργής. Σκάκι όμως δεν παίξαμε.

Η αρχική λαχτάρα μου να συναντήσω για πρώτη φορά έναν αξιόμαχο αντίπαλο (η επαρχία δε μου είχε δώσει αυτή την ευκαιρία άλλοτε), ξεφούσκωσε γρήγορα. Ο Κυριάκος αρνούνταν πεισματικά να παίξει σκάκι μαζί μου. Αυτό που έκανε διαρκώς ήταν να βγάζει από την τσέπη ένα φθαρμένο ή μισοσκισμένο απόκομμα εφημερίδας (μερικές φορές και περισσότερα) και να προσπαθεί να με κάνει να λύσω το πρόβλημα που αναπαριστούσε. Κάποιες φορές τα κουτσοκατάφερνα, μα τις περισσότερες έπεφτα σε δοκιμές ή χανόμουν στους λαβυρίνθους των διαπλεκόμενων κομματιών. Ήταν σπαρμένο αγκάθια το βάπτισμα πυρός μου στο καλλιτεχνικό σκάκι, μα ο «δάσκαλός» μου δεν το έβαζε κάτω.

Φυσικά, δεν ήταν εύκολο να κρύψω τη δυσφορία μου, ιδιαίτερα από έναν τόσο οξύνοο άνθρωπο όπως ήταν εκείνος. Ο ίδιος ήταν εξαιρετικός λύτης, το διαπίστωσα ιδίοις όμμασι, κι αυτό, για κάποιο λόγο, με πείσμωνε. Οι σχέσεις μας όμως με τον καιρό ζεστάθηκαν περισσότερο και η οικειότητα δεν άργησε να έρθει. Μαζί με αυτή επέστρεψαν και οι οχλήσεις μου για μια «κανονική» παρτίδα. Ήμουν τόσο άμυαλος! Μου έδινε μαργαριτάρια και τα πετούσα στους χοίρους.

Όταν κατάλαβε ότι δύσκολα θα τιθάσευε τη ζέση μου για μάχη, άρχισε να με μυεί στον μαγικό κόσμο της σπουδής. Αυτό άλλαξε πολύ τα πράγματα. Με έμαθε να βλέπω τα φινάλε, την τακτική, το σκάκι γενικότερα με άλλο μάτι. Άρχισα να περνάω πολλές ώρες σκυμμένος πάνω από τα διαγράμματα, όπως κι αυτός. Η σπουδές ήταν, όπως και να το κάνουμε, ένα στοίχημα για τη σκακιστική μου αξία. Βελτιώθηκα χωρίς καν να το καταλάβω. Και το κυριότερο, άρχισα να βλέπω πίσω από τις κινήσεις, την κατασκευή, την ιδέα του συνθέτη, την ομορφιά της σύλληψης. Ο Κυριάκος τόσον καιρό μου έδειχνε την ομορφιά!

Τότε ήταν που άρχισα να λύνω και τα δυάρια και τριάρια, με τα οποία αφειδώς με τροφοδοτούσε. Άρχισα έτσι να αποκτώ τεχνική. Έλυνα μάλιστα και μόνος μου, όσα μπορούσα να βρω στον τύπο της εποχής. Κάποια μέρα μου έδωσε μια σχετικά εύκολη, αλλά ενδιαφέρουσα σπουδή, τούτη δω:



Ισοπαλία

Προσπαθήστε να τη λύσετε. Τότε, θυμάμαι, τα είχα καταφέρει. Στο τέλος μου φανέρωσε, με έκδηλη ικανοποίηση, ότι ο ίδιος ήταν ο συνθέτης. Εντυπωσιάστηκα. Μου έδωσε κι άλλες δικές του σπουδές, κάποιες αδημοσίευτες, μερικές υπό κατασκευή. Μου είχε αποκαλυφθεί ένα άλλο πρόσωπο του Κυριάκου, απ’ αυτό του μονομανή λύτη. Διαπίστωνα ότι γνώριζα ελάχιστα πράγματα για τον άνθρωπο που έστεκε με τις ώρες πάνω από ένα τσαλακωμένο κομμάτι χαρτί κινώντας το σώμα του αενάως μπρος και πίσω, μπρος και πίσω. Έτσι άρχισα να ρωτάω ξεθαρρεμένος όλο και περισσότερα σε σημείο να γίνομαι αγενής και φορτικός. Ήταν όμως τέτοια η περιέργειά μου που στο τέλος άλωσε τη συστολή του. Ναι, τη συστολή του, απέναντι στο αμούστακο που ήμουν τότε. Γιατί ο Κυριάκος ο Φραγκούλης υπήρξε ένας σημαντικός σκακιστικός συνθέτης, από τους ελάχιστους που είχαμε στην Ελλάδα. Διατηρούσε αλληλογραφία με τα μεγαλύτερα σκακιστικά περιοδικά και ήταν συνδρομητής σε καμιά δεκαριά απ’ αυτά, όλων των γλωσσών.


Όταν κάποια μέρα γρίπιασε και, με τη μεσολάβηση του πατέρα μου, μου επέτρεψε να τον επισκεφτώ για πρώτη φορά στο σπίτι του, είδα ατελείωτες στοίβες περιοδικών, έναν πραγματικό θησαυρό που κειτόταν στο πάτωμα, στα παλιά έπιπλα, σε σκονισμένα ράφια, σε μπαούλα, ακόμα και στην κουζίνα. Και βιβλία. Και χαρτιά με σημειώσεις, προχειρογραμμένα. Ήταν ποίηση. Γιατί ο τότε σκακιστικός μέντοράς μου, ήταν και ποιητής και μάλιστα τόσο αξιόλογος που ποίημά του είχε συμπεριληφθεί σε μια ανθολογία Λευκαδιτών ποιητών, ενώ άλλα είχαν δημοσιευτεί στα περιοδικά «Πάλι», «Χάρτης» και «London Magazine». Δε θυμάμαι πια ποιους στίχους του ακούμπησαν τα δάχτυλά μου. Ίσως όμως και να’ ταν ετούτοι:

«Δεν είμαι εκείνος που γνώρισες…
Υπάρχω μόνο σε νύχτες κομματιασμένες
Ή στις κρυψώνες μιας ασυλλόγιστης μέρας
Ελάχιστης σαν τον ουρανό.
Κι όμως φοβάμαι, θα με συναντήσεις
Ακολουθώντας την έμπνευση του ανέμου
Ψηλαφώντας τον ειρμό της βροχής
Έχω ένα βλέμμα μεταμφιεσμένο
Κι όμως, φοβάμαι, θα μ’ αναγνωρίσεις
Ανεβαίνοντας πάλι το ύψος της ακάνθινης προσδοκίας».

Λες κι εκείνη η επίσκεψή μου είχε αποσύρει ένα βαρύ παραπέτασμα, έκτοτε άρχισε να μου μιλάει όλο και περισσότερο για τον εαυτό του. Έμαθα για την, απροσδιόριστη ως τότε, ηλικία του (είχε γεννηθεί το 1935), για τις σπουδές του στην Ιατρική Θεσσαλονίκης τις οποίες διέκοψε απότομα, αφού λύγισε ψυχικά κάτω από την πίεση του διαβάσματος –ίσως και άλλων παραγόντων-, για τη φιλία του με τον Νάνο Βαλαωρίτη και την επιρροή του σουρεαλισμού στα ποιήματά του, ακόμα και για το κρυφό του πάθος, την χαρτοπαιξία. Το τελευταίο με είχε αφήσει ενεό! Που να φανταστώ ότι τις φορές που τον συναντούσα απρόσμενα τα χαράματα, οδεύοντας προς τη στάση του λεωφορείου, αυτός επέστρεφε από το τραπέζι της πόκας! Έως τότε πίστευα ότι επρόκειτο για πρωινούς περιπάτους, ή ίσως κάποια άγρυπνα βράδια…

Κάμποσες φορές μετά μου έκανε το τραπέζι, ιδίως όταν η νυχτερινή τύχη του χαμογελούσε, πράγμα καθόλου σπάνιο. Αυτό μάλλον ήταν και ο μόνος βιοπορισμός του, αν και προς το τέλος είχε νοικιάσει και κάποιο ακίνητο. Όμως όλα αυτά δεν είχαν σημασία. Μεγαλύτερη σημασία γι’ αυτόν έμοιαζε να έχει η εκούσια μοναξιά του. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που μου είχε ζητήσει, έτσι, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, στη μέση μιας κουβέντας, να τον αφήσω μόνο του, παρέα με ένα ποτήρι μπύρα και ένα διάγραμμα, ή πίνοντας καφέ και κοιτώντας θολά προς το νησάκι της Αγίας Κυριακής. Θύμιζε τότε στ’ αλήθεια «αρχαίο ιεροφάντη», όπως τον περιέγραψε η φίλη του, συγγραφέας Ελένη Λαδιά, ή πάλι «τμήμα ενός βράχου ή διακόσμηση μιας ξύλινης πόρτας», δεμένος με το τοπίο, κι όμως τόσο απόμακρος. Μερικές φορές σκιαζόμουν πως η μοναχικότητα δεν ήταν για τον Κυριάκο καταφύγιο από τον έξω κόσμο, μα ο ίδιος ο έξω κόσμος.

«(…)Ποιος μπόρεσε πριν από σένα
Να προχωρήσει μες την ανώνυμη ομορφιά;
Τουλάχιστον εγκαταλείψου χωρίς πικρία
Σαν ένα κύμα που επιστρέφει στο κύμα
Σαν ένας ήχος παράλληλος εκείνων
Που κανείς δε μπόρεσε να τους μιλήσει
Μες στην καταχνιά
Έτσι μονάχος».

Μου πήρε κάμποσο για να καταλάβω πως τον θαύμαζα. Αναρωτιόμουν συνάμα πως ένας τόσο έξυπνος και δημιουργικός άνθρωπος έστεκε απόμερα από τους πολλούς. Γιατί οι πολλοί τον παραμέριζαν, όπως παραμερίζεις κάτι που δεν καταλαβαίνεις. Τι κίνδυνο αντιπροσώπευε γι’ αυτούς ένας εκκεντρικός καλλιτέχνης; Ίσως τον κίνδυνο που ένιωσε ο συνθέτης σπουδών Κασπαριάν. Ο Κυριάκος ήξερα ότι έστελνε σπουδές σε ρωσικά –μεταξύ άλλων- περιοδικά όπως το «Σαχμάτυ». Έχω στα χέρια μου επιστολή του Κουζνέτσοβ που χαιρετάει στο πρόσωπό του τον πρώτο Έλληνα συνθέτη σπουδών. Δεν γνώριζα όμως πως είχε κι έναν άλλο δαίμονα στο σκακιστικό ταγάρι του, αυτόν της καταστροφής των σπουδών. Το έμαθα όταν μου έδειξε περιχαρής την ανασκευή μιας βραβευμένης σπουδής του Κασπαριάν. Είχε λέει τρυπήσει δύο ακόμα σπουδές του συνθέτη στο παρελθόν, και μιλάμε για ένα παρελθόν χωρίς σιλικονούχα τέρατα. Τελικά δεν έμελλε να γίνει. Πήρε δύο μήνες αγωνίας στον Αρμένιο γίγαντα για να την σώσει με εκπληκτικό τρόπο. Έχω στο αρχείο μου και την επιστολή του Κασπαριάν προς τον Κυριάκο, όπου με έκδηλη ανακούφιση ανασκευάζει την ανασκευή. Όμως κατάλαβα πως το ανήσυχο πνεύμα του Νυδριώτη δεν ικανοποιούταν με την ομορφιά, παρά μόνο με την τελειότητα. Κι αυτός ήταν κι ένας από τους λόγους που τον βύθιζαν από καιρό σε καιρό στο πηγάδι της αποξένωσης.

Είχα πλέον επιτύχει στις Πανελλήνιες και θα έφευγα για την Αθήνα, όταν ενέδωσε απρόσμενα στη χλιαρή μου προτροπή και παίξαμε για πρώτη και τελευταία φορά σκάκι. Δεν ήταν κακός παίκτης, μα σε λίγο άρχισε να κουνάει ανόρεχτα τα κομμάτια, να αδιαφορεί για τις απειλές, να δείχνει ενοχλημένος από την ένταση. Κοιτούσα περισσότερο αυτόν παρά τη σκακιέρα. Κατανοούσα ότι ήθελε να μου κάνει ένα δώρο για την επιτυχία μου και δεν έβρισκε άλλο τρόπο. Όμως έβλεπα και ότι αυτό του στοίχιζε πολύ, γιατί αναγκαζόταν να γίνει πεζός, ο πραγματιστικός κόσμος της σκακιέρας τον εξαντλούσε, τον κατέθλιβε. Κάποια στιγμή δεν άντεξε άλλο και πρότεινε ισοπαλία σε μια περίπλοκη θέση. Με είδε με ανακούφιση να κλείνω τη σκακιέρα. Αστραπιαία έβγαλε από την τσέπη του ένα κιτρινισμένο φύλλο εφημερίδας : «Πολύ καλό κλειδί!» είπε με μάτια που άστραφταν και μου πάσαρε το τριάρι.



Κρατήσαμε τηλεφωνική επαφή, μα μόνο τα καλοκαίρια, κι έκανα χρόνια να τον ξαναδώ. Χαίρομαι ωστόσο που τον έφερα σε επαφή με τα «Δρώμενα» και τον Αντρέα. Όταν χτύπησε το φοιτητικό μου τηλέφωνο στον Πειραιά, εξεπλάγην που άκουσα τη φωνή του. «Είμαι στην Αθήνα. Κάνω χημειοθεραπείες. Έχω καρκίνο», μου είπε τόσο απλά, όσο θα έλεγε κάποιος ότι βγήκε για ψώνια. Κι αμέσως πήρε να μου υπαγορεύει μια θέση από σπουδή:



Ισοπαλία 

Δεν τον επισκέφτηκα τις τελευταίες του μέρες στο νοσοκομείο, το Νοέμβρη του ‘97. Δεν ξέρω γιατί. Οι ασχολίες μου, τα διαβάσματα, η εξεταστική, δεν είναι επαρκής δικαιολογία. Ίσως ήταν που δεν ήθελα να δω τα κεριά των γαλάζιων ματιών του να σβήνουν. Ίσως ήθελα να κρατήσω στη μνήμη μου την ενάργεια του πνεύματός του, κι αυτά που συνειδητοποιούσα πως μου είχε απλόχερα χαρίσει χωρίς να το ζητήσω και χωρίς ανταπόδοση. Εντούτοις, σέρνω ακόμα πίσω μου εκείνες τις ερινύες. Είναι αυτές που δε μου επέτρεψαν ακόμα να επισκεφτώ τα βιβλία και τα περιοδικά του, αυτά που χάρισαν οι οικείοι του στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Λευκάδας. Ίσως και να’ ναι αυτός ο λόγος που γράφω τούτες τις γραμμές, για να τις ξορκίσω. Ξέρω όμως πια ότι αυτό θα γίνει σύντομα. Και κάπου εκεί θα ψηλαφήσω ξανά, μετά από αιώνες την παρουσία του. Και ίσως κάτι από τη ανεξάντλητη δίψα για την απόλυτη ομορφιά που του στοίχειωνε τη ζωή.


«Διασχίζοντας των ανέμων την ευφορία
Ώριμα στάχυα του ήλιου
Εδώ που κύλησαν οι ίσκιοι
Στην αλληλουχία της μοναξιάς
Στα δάχτυλα που ξερίζωσε ο καιρός
Απαριθμώ τα δάκρυά μου
Ελεύθερος ως απόμεινα με το στίγμα
Των ερειπίων του φωτός
Να ιδρύσω μια άλλη δίψα».

Υ.Γ. Λύσεις σπουδών

1) 1.Ne4, Nd2 2.Nd6!, c4 3.a7!, Bxa7 4.Nxc4!, Nxc4 5.Ka6, B~ / ΠΑΤ.

2) 1.g7!, Nh6! 2.Bxh6, Bc7+ 3.Kh1!!, Rb1+ 4.Bc1!, Rb8 5.Bf4!, Bxf4 6.g8Q, Rxg8 / ΠΑΤ.

(Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο http://www.skakistiko.com/)

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

ΚΛΕΟΣ ΚΑΙ ΚΛΑΜΑ

Κάτι μέρες σαν κι αυτή είναι που συλλογιόμαστε στιγμές αλλοτινές, περιστατικά εθνικής ανάτασης και δαφνοστρωμένες σελίδες. Ένα επαναστατικό κίνημα που ξεπήδησε μαζί με άλλα ευρωπαϊκά για να διατρανώσει τη σιδερένια θέληση των λαών για αυτοδιάθεση και συνταγματικά δικαιώματα έγινε σύμβολο και εθνική γιορτή. Και δικαιώς. Ωστόσο στην πορεία ξώκειλε σε κακοδιαχειρίσεις, παραγοντισμούς και μύρια ακόμα. 189 χρόνια μετά, λίγα έχουν απομείνει από το κλέος εκείνης της θυσίας, εκείνων των οραμάτων. Σήμερα σερνόμαστε σαν κουρελήδες πίσω από τα ευρωπαϊκά ξεροκόμματα, αψηφώντας τα σφάλματα που μας οδήγησαν μέχρι εδώ και επιτρέποντας σε κάποιους ελλαδέμπορες να ξύνουν τα σπυριά τους πάνω στα ηρώα.

Πέρασε αθόρυβα και η παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Με αφορμή (και) αυτό είπα να ξεφυλλίσω μερικούς ποιητές που τους έλαχε η ευχή και η κατάρα να είναι Έλληνες. Δε δυσκολεύτηκα να ανασύρω τα μικρά αποσπάσματα.

Με τα ρούχα αιματωμένα
Ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
Να γυρεύεις εις τα ξένα
Άλλα χέρια δυνατά

Μοναχή το δρόμο επήρες,
Εξανάλθες μοναχή.
Δεν είν' εύκολες οι θύρες,
Εάν η χρεία τες κουρταλή.

Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
Αλλ' ανάσασιν καμιά.
Άλλος σου έταξε βοήθεια
Και σε γέλασε φρικτά.

...

Ταπεινότατη σού γέρνει
Η τρισάθλια κεφαλή,
Σαν πτωχού που θυροδέρνει
Κι' είναι βάρος του η ζωή.
Διονύσιος Σολωμός-Ύμνος εις την Ελευθερίαν.

Η σάρκα και τα κόκκαλα,
λάσπη πολλή και φρόκαλα,
Πατρίδα μου, χαλάλι σου!
Σαν είν' οι αφέντες σου δικοί,
θα 'ναι κ' η ζήση σου γλυκή
κι ανέγνιο το κεφάλι σου!

Το χαράτσι, τα παιδιά,
μοναχός να κρίνεις,
άλλο να σ' τα παίρνουνε
κι άλλο ναν τα δίνεις.

Όλα εδώ χάμου ψέφτικα.
Δε σ' έζησα, ονειρέφτηκα,
μάβρη ζωή, όλη πίκρα.
Μα θα χαρώ σε, Λεφτεριά,
αιώνια Αλήθεια κι Ομορφιά,
σαν θα περάσω Αντίκρα.
Κώστας Βάρναλης- Σκλάβοι Πολιορκημένοι.

Τρύπια στέγη
τρύπια παπούτσια
τρύπιες λέξεις
γέμισε νερό το σπίτι
γέμισε ο κόσμος-
ούτε το ψάρι
δεν ξέρει που να πάει
ούτε το ποίημα.
Γιάννης Ρίτσος-Πήλος




Τί άλλο να προσθέσω; Δεν υπάρχουν σωτήρες. Δεν ξέρω καν αν θέλουμε να σωθούμε. Ίσως ούτε μια επανάσταση να μπορεί πια να μας σώσει. Τουλάχιστον όμως, για όσο κρατήσει, θα μας προσφέρει εκείνο το ξεχασμένο ρίγος της ελευθερίας. Γιατί είναι κρίμα να φεύγεις δίχως ρίγος.

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009

ΑΝΤ' ΕΥΧΩΝ


Όσο μπορείς

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Κ.Π. Καβάφης 1913
Ίσως όμως και να μπορέσουμε να κάνουμε τη ζωή μας όπως την θέλουμε. Το εύχομαι ολόψυχα.

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009

ΕΠΙ ΑΣΠΑΛΑΘΩΝ




«Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη ...

Γαλήνη.
- Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τ' αυλάκια·
τ' όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
"Τον έδεσαν χειροπόδαρα" μας λέει
"τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι".

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος.»



Γιώργος Σεφέρης

31 του Μάρτη 1971

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ

ΠΟΙΗΣΗ

Γιατί; Δεν είναι ποίηση να κάθομαι στο ξεφτισμένο παγκάκι
και να κουτσομπολεύω τον ήλιο,
εγώ και μια γριά με το πλέξιμό της;

Γιατί; Δεν είναι ποίηση, να σπάω τους βράχους με βράχους
και να εξορύσσω φαραώ
για να τους εξορίσω στο αγκίστρι;

Γιατί; Δεν είναι ποίηση να ξελογιάζω τον καπνό
στην ατέρμονη εντροπία του
και μετά να προσποιούμαι πως δεν τον ξέρω;

Γιατί; Δεν είναι ποίηση να λατρεύω γονατιστός τις καμπύλες,
με κυριακάτικο χαμόγελο
και τρεμάμενες παλάμες;

Γιατί; Δεν είναι ποίηση να κυλιέμαι πάνω στις απαλές λέξεις,
τις δικές μου και των άλλων, κυρίως των άλλων,
όταν –για κακή τους τύχη- στέκουν αμέριμνοι;

Όλα τούτα κι άλλα αρίφνητα είναι ποίηση.

Κι είναι τόσα που γεμίζουν όλες τις μέρες του κόσμου.

Τι λέω; Η ποίηση είναι οι μέρες του κόσμου.


Μεγανήσι 20/03/2009


...........……………………………………………………………........
Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης
σήμερα και έτος Γιάννη Ρίτσου φέτος. Να βάλω λίγο λιβάνι ο ελάχιστος, σε αυτή την ορειχάλκινη προτομή της μεγαλοσύνης.





«Κυρά των Αμπελιών, μυρίζει ακόμα η αμασκάλη σου καμένο πεύκο και θυμάρι.
Μες στο σεντούκι το χαρτί του Μακρυγιάννη τρίζει σαν την πεταλούδα στο κουκούλι
κι ακούμε πέρα από τον κάμπο σα χελιδονοτιτίβισμα
το στρίμωγμα των σταφυλιών που κουτουλιούνται μες στ’ αγιάζι
κι ακούμε κάτου στο γιαλό ν’ ανηφορίζει ο αχινιός στο γόνατο της άνοιξης».

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2008

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΠΝΙΖΟΥΝ

Αυτό είναι πρόβλημα. Να έχεις κόψει το τσιγάρο προ εβδομάδος και να πρέπει να μιλήσεις για μια ποιητική συλλογή με το μαυλιστικό τίτλο "ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΠΝΙΖΟΥΝ".
Όμως το χρωστούσα στη διαδικτυακή φίλη "Φαίδρα Φις", την ποιήτρια Χαριτίνη Ξύδη πάει να πει, που μου έκανε την τιμή να εμπιστευτεί την ανάπηρη -όσο και ακίβδηλη- κρίση μου. Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, λοιπόν η νέα ποιητική της επίθεση. Επίθεση με νύχια και με δόντια. Με λέξεις που δε ζητούν κατανόηση και οίκτο, αλλά αγκιστρώνονται με θράσος πάνω σου σαν οίστροι. Με στίχους που περιελίσσονται με μίσχους παρηχήσεων και παρακλάδια εικονοπλαστικά γύρω από την πραγματικότητα, μέχρι που αυτή βουλιάζει αποχαυνωμένη στη μέθη του υπερβατικού. Με ποιήματα που απηχούν τη μοναξιά και την οδύνη του σώματος, τον περιδεή αποκλεισμό του από τα άλλα σώματα και τις άλλες, τις μυριάδες ψυχές, τον εγκλεισμό του στην ανοικτίρμονα ειρκτή του χθεσινού μέλλοντος.


Πολλά είπα, και δεν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος. Καλύτερα να αφήσω λίγους στίχους να τρέξουν στην οθόνη.


ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΠΝΙΖΟΥΝ

Μια βραδιά κοιμάται κι ασημίζει
Του φεγγαριού τα πάρκα
Βαριά όνειρα καπνίζει
Βουβός άνεμος θυμίζει
Παραμύθια ατέλειωτα
Και τα όνειρα καπνίζουν
-ένα τρένο που σφυρίζει-

Θαύματα κι οράματα
Το λιβάνι τους μυρίζει
Και φώτα αχαλίνωτα

Βιαστικός άγγελος δανείζει
Φτερά σε ερπετά.




Η Χαριτίνη Ξύδη δεν ξέρω πότε γεννήθηκε -τη γουστάρουν αυτή την απροσδιοριστία οι γυναίκες για να συντηρούν το μυστήριο του φύλου τους-, έχει προλάβει πάντως να εκδόσει ακόμα τις ποιητικές συλλογές:


"Το ράμφος"
"Η ερωμένη απολεσθέντων θαυμάτων" και
"Οι τρομπέτες του Οκτώβρη", όλες από τις εκδόσεις Κώδικας, καθώς και το "C-Minor, Ένα αιρετικό ρομάντζο", από τις εκδόσεις Ιωλκός. Για τα βραβεία της δε γράφω, καλύτερο βραβείο είναι να επισκεφτεί κανείς το ιστολόγιο της, αφού βεβαιωθεί ότι δεν έχει κάποια επείγουσα δουλειά...




Τετάρτη 7 Μαΐου 2008

"ΛΕΙΠΟΥΜΕ"

Έλαβα πριν λίγο μια πολύ τιμητική πρόσκληση από τον ποιητή Παναγιώτη Κερασίδη για την παρουσίαση της νέας του ποιητικής συλλογής με τίτλο "Λείπουμε", από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη. Δυστυχώς εμείς από το Μεγανήσι θα λείπουμε (!), λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων. Όμως εσείς οι "Αθηναίοι" που δε χάνετε τέτοιες βραδιές, σπεύσατε! Η εκδήλωση θα γίνει την Τετάρτη 14 Μάη, 20:30, στο "μικρό βιβλιοπωλείο" του Γαβριηλίδη, Μαυρομιχάλη 18. Στην παρουσίαση θα μιλήσει ο κριτικός λογοτεχνίας Αλέξης Ζήρας.



Να προσθέσω εδώ ότι οφείλω να ευχαριστήσω το κισμέτ μου, που συνέβαλε στο να συναντηθούν οι δρόμοι μας αναπάντεχα με τον άνθρωπο Κερασίδη, έναν από τους αξιολογότερους Έλληνες ποιητές. Η ποίηση του εκπέμπει μια σχεδόν ζωώδη δυναμική, ανοίγοντας χαραμάδες στα στεγανά της ποιητικής έκφρασης. Οι λέξεις του αλληλοσπαράσσονται σαν αγρίμια ή σαν ερωτευμένοι. Γιατί ο Παναγιώτης κατέχει τη φόρμουλα που δε γαληνεύει την ψυχή, αλλά ξυπνάει τα ένστικτα που κρύβουμε ανυποψίαστοι μέσα μας. Πάρτε μια γεύση...








Η μουσική που παίζουμε μόνοι
με τα κλειδιά της σιωπής,
της τελευταίας εκπνοής.



Η μουσική που παίζουνε τα μάτια
στον αέρα των ναυαγίων.



Μονίμως επαίτες απαιτώντας
η μουσική που πιάνουμε ερήμην μας
να μας ανήκει.



Όπως τα τύμπανα της ζωής
ανήκουν στο δέρμα του θανάτου.



Όπως τα τύμπανα του θανάτου
αντιλαλούν τις εκδορές του δέρματος.







Ο Παναγιώτης Κερασίδης έχει εκδόσει ακόμα τις συλλογές:

"Η σκιά μου σαν σώμα" (1985)

"Οι άκρες των δακτύλων" (1992)

"Ηχείο ανάσας" (1995)

"Το ζώο ζει" (2000)

"Το σώμα της απουσίας" (2003).