Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκάκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκάκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

ΠΙΟ ΠΟΛΛΕΣ ΚΙ ΑΠ' ΤΟΥ ΣΚΑΚΙΟΥ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ...



Από καιρό σε καιρό ξυπνά μέσα μου μια παλιά αρρωστημένη συνήθεια που, όσο κι αν προσπάθησα, δεν κατάφερα να την αποβάλω απ’ τα μικράτα μου κι εδώ –και φοβάμαι πώς δεν θα τα καταφέρω ως το τέλος. Έτσι, σαν κλέφτης αναμνήσεων, σαν το φάντασμα μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, μερικά ήσυχα βράδια κάνω αθόρυβες εφόδους στην βιβλιοθήκη μου και ξεδιαλέγω παλιούς τόμους, βιβλία που έχω να αγγίξω χρόνια ή και δεκαετίες. Με την προσοχή και την επιμέλεια μουσειακού αρχειοθέτη τους αραδιάζω μπροστά μου και αρχίζω να εξασκώ το καταγέλαστο βίτσιο μου. Τους χαϊδεύω, από την πρόσοψη μέχρι την ράχη, ψαύω το πολυκαιρισμένο χαρτί και μετά πλησιάζω το πρόσωπό μου και εισπνέω την κλεισούρα τους. Ύστερα σκυφτός, ξεφυλλίζω τις ταλαίπωρες σελίδες και διαβάζω αποσπάσματα, σύντομα, κοφτά και αχόρταγα, λες και από στιγμή σε στιγμή κάποιος θα με συλλάβει να διαπράττω ένα ασύγγνωστο αμάρτημα. Στη μέση της ανάγνωσης κλείνω ξανά τον τόμο, ίσως με περισσότερο θόρυβο απ’ ό,τι θα χρειαζόταν, και καταδικάζω το κείμενο σε μερικές ακόμα δεκαετίες απομόνωσης.
Σπάνια συγκρατώ τα χωρία που τυχαίνει να συναπαντήσω σ’ αυτές τις νυχτερινές μου τυμβωρυχίες. Ωστόσο, ορισμένες ανατριχιαστικές στιγμές, οι λέξεις ξεπηδούν ασυγκράτητες από το χαρτί και ξεσηκώνουν ορυμαγδό αναμνήσεων. Θυμάμαι τότε αβάσταχτες λεπτομέρειες. Την ακριβή εποχή που πρωτοσυνάντησα το κείμενο, το που στεκόμουν, το τοπίο που χάρασσε η φαντασία μου πασχίζοντας να υλοποιήσει το ποιητικό σύμπαν (ή να το φέρει στα μέτρα της), σε μερικές περιπτώσεις ακόμα και ανθρώπους που μου μίλησαν εκείνη την ημέρα και το τι ακριβώς μου είπαν. Ίσως και λόγω αυτού του παράδοξου και ακατανόητου καταρράχτη να κλείνω με βιάση το βιβλίο.

Κανονικά, μια τέτοια μυστικοπαθή -όσο και νοσηρή- τελετουργία, δεν θα έπρεπε να διαφέρει και πολύ από την διαδικασία του ανοίγματος παλιών κιβωτίων με μικροαντικείμενα ή με το ξεφύλλισμα παλιών άλμπουμ φωτογραφιών που αναπαύονται κάτω από δύο δάχτυλα σκόνη σε ένα ανθυγιεινό πατάρι. Κοιτάς, θυμάσαι φευγαλέα, χαμογελάς ή κατσουφιάζεις και τα ξαναχώνεις στη θλίψη της σκόνης τους, την ίδια στιγμή που αναρωτιέσαι γιατί στον διάβολο δεν τα έχεις πετάξει τόσον καιρό. Όμως το δικό μου βίτσιο με τα βιβλία είναι κάπως αλλόκοτο. Θαρρείς και οι μαίανδροι των ελίκων μου κρύβουν στις πιο σκοτεινές πτυχές τους άφθαρτες και αιώνιες τις πιο πολύτιμες εικόνες, τις πιο ερίτιμες λέξεις και φράσεις. Τόσο αιώνιες και τόσο καλά κρυμμένες που θα συνεχίσουν να βρίσκονται εκεί ακόμα και όταν εγώ δεν θα υπάρχω για να τις ξεθάψω. Μερικοί ίσως τώρα να γελάνε, αλλά εγώ τρομάζω. Γι’ αυτό και γίνομαι κλέφτης ενός θησαυρού που μου ανήκει, αλλά και δεν με έχει ανάγκη. Για να τον ξορκίσω.

Μεγάλη εισαγωγή, αν ήταν εισαγωγή. Υποψιάζομαι ότι οι φανατικοί σκακιστές θα έχουν εγκαταλείψει την ανάγνωση από ώρα. Ας με συγχωρήσουν, τόσες μυριάδες λέξεις, κάπου πρέπει να ξεσπάνε, σαν σουέλ.

Μόλις χτες βεβήλωσα για μια ακόμα φορά το χάρτινο μαυσωλείο μου. Και ένας από τους τόμους που έπιασα ήταν η «Θεία Κωμωδία». Σε αντίθεση με την «Κόλαση» και το «Καθαρτήριο», ο «Παράδεισος», πρέπει να ομολογήσω, με έκανε πάντα να βαριέμαι, παρότι, υποπτεύομαι ότι τον Ντάντε Αλιγκιέρι θα τον έφερνε κοντά στην έκσταση. Η σελίδα που άνοιξα ήταν η 562 της μετάφρασης του Καζαντζάκη. Πήγα να περάσω λαχανιασμένα το Άσμα ΚΗ’, αλλά με την άκρη του ματιού μου (και μετά με όλα μου τα μάτια, τα μέσα και τα έξω) διάβασα στους στίχους 91-93:

«Την πυρκαγιάν η κάθε σπίθα ακλούθαε
και πιο πολλές απ’ του σκακιού το πλήθος
διπλό καθένα αράδα αν λογαριάσεις (…)».

Πιο πολλές απ’ του σκακιού το πλήθος… Ο Δάντης μιλούσε για τις φωτιές στους ουράνιους κύκλους των αγγέλων. Τα τάγματα των αγγέλων ήταν αρίφνητα και συνάμα τόσο αιθέρια και όμορφα που γινόταν άφατα, απερίγραπτα. Ο ποιητής δεν μπορούσε αλλιώς να τα παρουσιάσει παρά μόνο παραλληλίζοντάς τα με την απειροσύνη του σκακιού. Τι σήμαινε όμως το «διπλό καθένα αράδα αν λογαριάσεις»; Έτρεξα με ένα ανεπαίσθητο τρέμουλο στις σημειώσεις. Κι εκεί χώθηκα μέχρι τον λαιμό στον παλιό θρύλο για τον εφευρέτη του σκακιού:

«Λέγεται πώς ο Πέρσης εφευρέτης του σκακιού, όταν τον ρώτησε ο Σάχης της Περσίας τι αμοιβή θέλει, αποκρίθηκε: Ένα σπειρί στάρι ολοένα διπλασιαζόμενο σε κάθε από τα 64 τετραγωνάκια του σκακιού. Ο Σάχης γέλασε για το ταπεινό δώρο, μα σαν έπιασαν να μετρήσουν το στάρι, βρέθηκε πώς όλη η Περσία δεν είχε τόσα σπειριά στάρι, δηλαδή 18.446.744.073.709.551.615»

Ακόμα κι όταν έκλεισα μετά από ώρα (με τον απαιτούμενο γδούπο) τον βαρύ τόμο, οι αναμνήσεις δεν είχαν κοπάσει. Θυμήθηκα τα σκαλιά του παλιού μου πατρικού, εκεί που στεκόμουν όταν το είχα πρωτοδιαβάσει, και που τώρα πια δεν υπάρχουν. Θυμήθηκα μια μυρμηγκοφωλιά που σκάλιζα με ένα κλαράκι, συλλογισμένος μετά την ανάγνωση. Θυμήθηκα την παλιά μου σκακιέρα (μια άθλια, πλαστική, μικροσκοπική και άβολη, με τρυπούλες και λειψά πιόνια που τα αντικαθιστούσα με ξεραμένη πλαστελίνη) πάνω στην οποία προσπαθούσα μάταια για μέρες να αραδιάσω σπυριά ρυζιού από ένα σακί στο μπακάλικο του πατέρα μου. Θυμήθηκα και το πουλόβερ που φορούσα. Και άλλες καταχωνιασμένες εικόνες που προτιμώ να τις κρατήσω έγκλειστες, πριν με πλακώσουν. Ήμουν έφηβος τότε. Αλλά και μετά τα τριάντα που ξανασχολήθηκα με τη «Θεία Κωμωδία» για τις ανάγκες του Πανεπιστημίου, δεν το είχα προσέξει το συγκεκριμένο χωρίο. Ή δεν με είχε προσέξει αυτό.

Υπάρχουν συναισθήματα που περιγράφονται, κι άλλα που είναι καλύτερα να μην περιγραφούν, αν μη τι άλλο, γιατί σκουριάζουν στο πολύ φως. Κρατάω λοιπόν για μένα το (ασφαλώς ασήμαντο και αδικαιολόγητο για κάποιους άλλους) ρίγος και παραθέτω το παραπάνω απόσπασμα για μελέτη. Θυμίζω ότι ο Δάντης γεννήθηκε το 1265 και πέθανε το 1321, υπήρξε αστός (Γουέλφος) με ισχυρούς φίλους, σε μια συντεχνιακή κατά βάση ιταλική κοινωνία. Έζησε για πολύ καιρό εξόριστος, ενώ –φευ- ανήκε και στην συντεχνία των φαρμακοποιών. Κι όλα αυτά, για τους πραγματιστές, σημαίνουν ότι ο γνωστός μας θρύλος του Σίσσα ήταν επίσης γνωστός στην Ιταλία του 13ου αιώνα.

Το εξήγησα νομίζω, δεν ξέρω σε ποια άβυσσο του νου είχε κρυφτεί αυτό το κομμάτι μου, όπως δεν ξέρω σε ποια άβυσσο των στίχων του Δάντη είχε φωλιάσει αθέατο το σκάκι. Ίσως όμως τώρα πια κάποιοι να μπορούν να μου συγχωρήσουν το παλιό μου αγιάτρευτο βίτσιο. Κι εγώ υπόσχομαι ότι κάποτε θα τους διηγηθώ μια άλλη ιστορία, που θα έχω κλέψει από ένα άλλο σκονισμένο βιβλίο ένα ήσυχο βράδυ, σαν σωστός κλέφτης αναμνήσεων ή σαν το φάντασμα μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, μέσα στο ίδιο μου το νου.

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ, ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΔΙΨΑ



Άκουσα για τον Κυριάκο Φραγκούλη για πρώτη φορά μέσα από τη στήλη του Σιαπέρα, με τον οποίο είχε διαρκή επικοινωνία. Το καλλιτεχνικό σκάκι για μένα ήταν τότε ό,τι είναι το μυθικό σκάκι σήμερα: εξωτικό. Αργότερα, μαθητής Λυκείου (διέμενα στη γενέτειρά του, το Νυδρί), ξανάκουσα κάποια διφορούμενα σχόλια από τους ντόπιους, που εντάθηκαν όταν αποκαλύφθηκε πως ανήκα κι εγώ σε εκείνο το αλλόκοτο σινάφι των σκακιστών.


«Πρέπει να γνωρίσεις τον Κυριάκο. Αυτός όλη τη μέρα σκάκι παίζει!» μου έλεγαν. Στο τέλος μου τον γνώρισαν. Αλλά σκάκι δεν παίξαμε. Για καλή μου τύχη τον συνέδεε παλαιόθεν φιλία με τον πατέρα μου κι έτσι αποδέχτηκε την παρέα μου, πράγμα όχι εύκολο για τον μονήρη χαρακτήρα του. Όμως δεν τον έβλεπα παρά τις μέρες που έπαιζε μπάσκετ ο Άρης του Γκάλη.

Τα λόγια μας λιγοστά, τον σεβόμουν και –δεν το κρύβω- τον κοιτούσα με περιέργεια. Δεν είχα έως τότε την ευκαιρία να παίξω σοβαρό σκάκι και η εικόνα που είχα για τους σκακιστές ήταν η εντελώς συμβατική, αυτή των γραβατωμένων Κάρποβ και Κασπάροβ. Ο Κυριάκος όμως ήταν ολωσδιόλου αντισυμβατικός. Δεν ήταν τόσο ηλικιωμένος, μα τα ξενύχτια, το κάπνισμα και η εργένικη ζωή είχαν σαφή επίδραση στο παρουσιαστικό του. Φορούσε απλά ρούχα, καθαρά, μα σπάνια σιδερωμένα. Τα γένια του ήταν κίτρινα στις άκρες από τις αλλεπάλληλες στρώσεις νικοτίνης και τα ακροδάχτυλά του ακολουθούσαν το παράδειγμά τους, από την ίδια ακριβώς αιτία. Η φωνή του έβγαινε θαρρείς με κόπο, ένρινη, βραχνή, σχεδόν σπηλαιώδης και, μολονότι μιλούσε αργά, μερικές φορές μου ήταν δύσκολο να παρακολουθήσω τι έλεγε. Όμως ήταν πάντα ευγενικός και με μια συμβουλή έτοιμη για κάθε περίσταση. Τα μικρά του μάτια, αείφωτα, έλαμπαν παράξενα στο ατάραχο πρόσωπο του. Αυτό που εκλάμβανα ως τάση διδακτισμού προς εμένα, άργησα πολύ να καταλάβω ότι ήταν ένα είδος στοργής. Σκάκι όμως δεν παίξαμε.

Η αρχική λαχτάρα μου να συναντήσω για πρώτη φορά έναν αξιόμαχο αντίπαλο (η επαρχία δε μου είχε δώσει αυτή την ευκαιρία άλλοτε), ξεφούσκωσε γρήγορα. Ο Κυριάκος αρνούνταν πεισματικά να παίξει σκάκι μαζί μου. Αυτό που έκανε διαρκώς ήταν να βγάζει από την τσέπη ένα φθαρμένο ή μισοσκισμένο απόκομμα εφημερίδας (μερικές φορές και περισσότερα) και να προσπαθεί να με κάνει να λύσω το πρόβλημα που αναπαριστούσε. Κάποιες φορές τα κουτσοκατάφερνα, μα τις περισσότερες έπεφτα σε δοκιμές ή χανόμουν στους λαβυρίνθους των διαπλεκόμενων κομματιών. Ήταν σπαρμένο αγκάθια το βάπτισμα πυρός μου στο καλλιτεχνικό σκάκι, μα ο «δάσκαλός» μου δεν το έβαζε κάτω.

Φυσικά, δεν ήταν εύκολο να κρύψω τη δυσφορία μου, ιδιαίτερα από έναν τόσο οξύνοο άνθρωπο όπως ήταν εκείνος. Ο ίδιος ήταν εξαιρετικός λύτης, το διαπίστωσα ιδίοις όμμασι, κι αυτό, για κάποιο λόγο, με πείσμωνε. Οι σχέσεις μας όμως με τον καιρό ζεστάθηκαν περισσότερο και η οικειότητα δεν άργησε να έρθει. Μαζί με αυτή επέστρεψαν και οι οχλήσεις μου για μια «κανονική» παρτίδα. Ήμουν τόσο άμυαλος! Μου έδινε μαργαριτάρια και τα πετούσα στους χοίρους.

Όταν κατάλαβε ότι δύσκολα θα τιθάσευε τη ζέση μου για μάχη, άρχισε να με μυεί στον μαγικό κόσμο της σπουδής. Αυτό άλλαξε πολύ τα πράγματα. Με έμαθε να βλέπω τα φινάλε, την τακτική, το σκάκι γενικότερα με άλλο μάτι. Άρχισα να περνάω πολλές ώρες σκυμμένος πάνω από τα διαγράμματα, όπως κι αυτός. Η σπουδές ήταν, όπως και να το κάνουμε, ένα στοίχημα για τη σκακιστική μου αξία. Βελτιώθηκα χωρίς καν να το καταλάβω. Και το κυριότερο, άρχισα να βλέπω πίσω από τις κινήσεις, την κατασκευή, την ιδέα του συνθέτη, την ομορφιά της σύλληψης. Ο Κυριάκος τόσον καιρό μου έδειχνε την ομορφιά!

Τότε ήταν που άρχισα να λύνω και τα δυάρια και τριάρια, με τα οποία αφειδώς με τροφοδοτούσε. Άρχισα έτσι να αποκτώ τεχνική. Έλυνα μάλιστα και μόνος μου, όσα μπορούσα να βρω στον τύπο της εποχής. Κάποια μέρα μου έδωσε μια σχετικά εύκολη, αλλά ενδιαφέρουσα σπουδή, τούτη δω:



Ισοπαλία

Προσπαθήστε να τη λύσετε. Τότε, θυμάμαι, τα είχα καταφέρει. Στο τέλος μου φανέρωσε, με έκδηλη ικανοποίηση, ότι ο ίδιος ήταν ο συνθέτης. Εντυπωσιάστηκα. Μου έδωσε κι άλλες δικές του σπουδές, κάποιες αδημοσίευτες, μερικές υπό κατασκευή. Μου είχε αποκαλυφθεί ένα άλλο πρόσωπο του Κυριάκου, απ’ αυτό του μονομανή λύτη. Διαπίστωνα ότι γνώριζα ελάχιστα πράγματα για τον άνθρωπο που έστεκε με τις ώρες πάνω από ένα τσαλακωμένο κομμάτι χαρτί κινώντας το σώμα του αενάως μπρος και πίσω, μπρος και πίσω. Έτσι άρχισα να ρωτάω ξεθαρρεμένος όλο και περισσότερα σε σημείο να γίνομαι αγενής και φορτικός. Ήταν όμως τέτοια η περιέργειά μου που στο τέλος άλωσε τη συστολή του. Ναι, τη συστολή του, απέναντι στο αμούστακο που ήμουν τότε. Γιατί ο Κυριάκος ο Φραγκούλης υπήρξε ένας σημαντικός σκακιστικός συνθέτης, από τους ελάχιστους που είχαμε στην Ελλάδα. Διατηρούσε αλληλογραφία με τα μεγαλύτερα σκακιστικά περιοδικά και ήταν συνδρομητής σε καμιά δεκαριά απ’ αυτά, όλων των γλωσσών.


Όταν κάποια μέρα γρίπιασε και, με τη μεσολάβηση του πατέρα μου, μου επέτρεψε να τον επισκεφτώ για πρώτη φορά στο σπίτι του, είδα ατελείωτες στοίβες περιοδικών, έναν πραγματικό θησαυρό που κειτόταν στο πάτωμα, στα παλιά έπιπλα, σε σκονισμένα ράφια, σε μπαούλα, ακόμα και στην κουζίνα. Και βιβλία. Και χαρτιά με σημειώσεις, προχειρογραμμένα. Ήταν ποίηση. Γιατί ο τότε σκακιστικός μέντοράς μου, ήταν και ποιητής και μάλιστα τόσο αξιόλογος που ποίημά του είχε συμπεριληφθεί σε μια ανθολογία Λευκαδιτών ποιητών, ενώ άλλα είχαν δημοσιευτεί στα περιοδικά «Πάλι», «Χάρτης» και «London Magazine». Δε θυμάμαι πια ποιους στίχους του ακούμπησαν τα δάχτυλά μου. Ίσως όμως και να’ ταν ετούτοι:

«Δεν είμαι εκείνος που γνώρισες…
Υπάρχω μόνο σε νύχτες κομματιασμένες
Ή στις κρυψώνες μιας ασυλλόγιστης μέρας
Ελάχιστης σαν τον ουρανό.
Κι όμως φοβάμαι, θα με συναντήσεις
Ακολουθώντας την έμπνευση του ανέμου
Ψηλαφώντας τον ειρμό της βροχής
Έχω ένα βλέμμα μεταμφιεσμένο
Κι όμως, φοβάμαι, θα μ’ αναγνωρίσεις
Ανεβαίνοντας πάλι το ύψος της ακάνθινης προσδοκίας».

Λες κι εκείνη η επίσκεψή μου είχε αποσύρει ένα βαρύ παραπέτασμα, έκτοτε άρχισε να μου μιλάει όλο και περισσότερο για τον εαυτό του. Έμαθα για την, απροσδιόριστη ως τότε, ηλικία του (είχε γεννηθεί το 1935), για τις σπουδές του στην Ιατρική Θεσσαλονίκης τις οποίες διέκοψε απότομα, αφού λύγισε ψυχικά κάτω από την πίεση του διαβάσματος –ίσως και άλλων παραγόντων-, για τη φιλία του με τον Νάνο Βαλαωρίτη και την επιρροή του σουρεαλισμού στα ποιήματά του, ακόμα και για το κρυφό του πάθος, την χαρτοπαιξία. Το τελευταίο με είχε αφήσει ενεό! Που να φανταστώ ότι τις φορές που τον συναντούσα απρόσμενα τα χαράματα, οδεύοντας προς τη στάση του λεωφορείου, αυτός επέστρεφε από το τραπέζι της πόκας! Έως τότε πίστευα ότι επρόκειτο για πρωινούς περιπάτους, ή ίσως κάποια άγρυπνα βράδια…

Κάμποσες φορές μετά μου έκανε το τραπέζι, ιδίως όταν η νυχτερινή τύχη του χαμογελούσε, πράγμα καθόλου σπάνιο. Αυτό μάλλον ήταν και ο μόνος βιοπορισμός του, αν και προς το τέλος είχε νοικιάσει και κάποιο ακίνητο. Όμως όλα αυτά δεν είχαν σημασία. Μεγαλύτερη σημασία γι’ αυτόν έμοιαζε να έχει η εκούσια μοναξιά του. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που μου είχε ζητήσει, έτσι, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, στη μέση μιας κουβέντας, να τον αφήσω μόνο του, παρέα με ένα ποτήρι μπύρα και ένα διάγραμμα, ή πίνοντας καφέ και κοιτώντας θολά προς το νησάκι της Αγίας Κυριακής. Θύμιζε τότε στ’ αλήθεια «αρχαίο ιεροφάντη», όπως τον περιέγραψε η φίλη του, συγγραφέας Ελένη Λαδιά, ή πάλι «τμήμα ενός βράχου ή διακόσμηση μιας ξύλινης πόρτας», δεμένος με το τοπίο, κι όμως τόσο απόμακρος. Μερικές φορές σκιαζόμουν πως η μοναχικότητα δεν ήταν για τον Κυριάκο καταφύγιο από τον έξω κόσμο, μα ο ίδιος ο έξω κόσμος.

«(…)Ποιος μπόρεσε πριν από σένα
Να προχωρήσει μες την ανώνυμη ομορφιά;
Τουλάχιστον εγκαταλείψου χωρίς πικρία
Σαν ένα κύμα που επιστρέφει στο κύμα
Σαν ένας ήχος παράλληλος εκείνων
Που κανείς δε μπόρεσε να τους μιλήσει
Μες στην καταχνιά
Έτσι μονάχος».

Μου πήρε κάμποσο για να καταλάβω πως τον θαύμαζα. Αναρωτιόμουν συνάμα πως ένας τόσο έξυπνος και δημιουργικός άνθρωπος έστεκε απόμερα από τους πολλούς. Γιατί οι πολλοί τον παραμέριζαν, όπως παραμερίζεις κάτι που δεν καταλαβαίνεις. Τι κίνδυνο αντιπροσώπευε γι’ αυτούς ένας εκκεντρικός καλλιτέχνης; Ίσως τον κίνδυνο που ένιωσε ο συνθέτης σπουδών Κασπαριάν. Ο Κυριάκος ήξερα ότι έστελνε σπουδές σε ρωσικά –μεταξύ άλλων- περιοδικά όπως το «Σαχμάτυ». Έχω στα χέρια μου επιστολή του Κουζνέτσοβ που χαιρετάει στο πρόσωπό του τον πρώτο Έλληνα συνθέτη σπουδών. Δεν γνώριζα όμως πως είχε κι έναν άλλο δαίμονα στο σκακιστικό ταγάρι του, αυτόν της καταστροφής των σπουδών. Το έμαθα όταν μου έδειξε περιχαρής την ανασκευή μιας βραβευμένης σπουδής του Κασπαριάν. Είχε λέει τρυπήσει δύο ακόμα σπουδές του συνθέτη στο παρελθόν, και μιλάμε για ένα παρελθόν χωρίς σιλικονούχα τέρατα. Τελικά δεν έμελλε να γίνει. Πήρε δύο μήνες αγωνίας στον Αρμένιο γίγαντα για να την σώσει με εκπληκτικό τρόπο. Έχω στο αρχείο μου και την επιστολή του Κασπαριάν προς τον Κυριάκο, όπου με έκδηλη ανακούφιση ανασκευάζει την ανασκευή. Όμως κατάλαβα πως το ανήσυχο πνεύμα του Νυδριώτη δεν ικανοποιούταν με την ομορφιά, παρά μόνο με την τελειότητα. Κι αυτός ήταν κι ένας από τους λόγους που τον βύθιζαν από καιρό σε καιρό στο πηγάδι της αποξένωσης.

Είχα πλέον επιτύχει στις Πανελλήνιες και θα έφευγα για την Αθήνα, όταν ενέδωσε απρόσμενα στη χλιαρή μου προτροπή και παίξαμε για πρώτη και τελευταία φορά σκάκι. Δεν ήταν κακός παίκτης, μα σε λίγο άρχισε να κουνάει ανόρεχτα τα κομμάτια, να αδιαφορεί για τις απειλές, να δείχνει ενοχλημένος από την ένταση. Κοιτούσα περισσότερο αυτόν παρά τη σκακιέρα. Κατανοούσα ότι ήθελε να μου κάνει ένα δώρο για την επιτυχία μου και δεν έβρισκε άλλο τρόπο. Όμως έβλεπα και ότι αυτό του στοίχιζε πολύ, γιατί αναγκαζόταν να γίνει πεζός, ο πραγματιστικός κόσμος της σκακιέρας τον εξαντλούσε, τον κατέθλιβε. Κάποια στιγμή δεν άντεξε άλλο και πρότεινε ισοπαλία σε μια περίπλοκη θέση. Με είδε με ανακούφιση να κλείνω τη σκακιέρα. Αστραπιαία έβγαλε από την τσέπη του ένα κιτρινισμένο φύλλο εφημερίδας : «Πολύ καλό κλειδί!» είπε με μάτια που άστραφταν και μου πάσαρε το τριάρι.



Κρατήσαμε τηλεφωνική επαφή, μα μόνο τα καλοκαίρια, κι έκανα χρόνια να τον ξαναδώ. Χαίρομαι ωστόσο που τον έφερα σε επαφή με τα «Δρώμενα» και τον Αντρέα. Όταν χτύπησε το φοιτητικό μου τηλέφωνο στον Πειραιά, εξεπλάγην που άκουσα τη φωνή του. «Είμαι στην Αθήνα. Κάνω χημειοθεραπείες. Έχω καρκίνο», μου είπε τόσο απλά, όσο θα έλεγε κάποιος ότι βγήκε για ψώνια. Κι αμέσως πήρε να μου υπαγορεύει μια θέση από σπουδή:



Ισοπαλία 

Δεν τον επισκέφτηκα τις τελευταίες του μέρες στο νοσοκομείο, το Νοέμβρη του ‘97. Δεν ξέρω γιατί. Οι ασχολίες μου, τα διαβάσματα, η εξεταστική, δεν είναι επαρκής δικαιολογία. Ίσως ήταν που δεν ήθελα να δω τα κεριά των γαλάζιων ματιών του να σβήνουν. Ίσως ήθελα να κρατήσω στη μνήμη μου την ενάργεια του πνεύματός του, κι αυτά που συνειδητοποιούσα πως μου είχε απλόχερα χαρίσει χωρίς να το ζητήσω και χωρίς ανταπόδοση. Εντούτοις, σέρνω ακόμα πίσω μου εκείνες τις ερινύες. Είναι αυτές που δε μου επέτρεψαν ακόμα να επισκεφτώ τα βιβλία και τα περιοδικά του, αυτά που χάρισαν οι οικείοι του στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Λευκάδας. Ίσως και να’ ναι αυτός ο λόγος που γράφω τούτες τις γραμμές, για να τις ξορκίσω. Ξέρω όμως πια ότι αυτό θα γίνει σύντομα. Και κάπου εκεί θα ψηλαφήσω ξανά, μετά από αιώνες την παρουσία του. Και ίσως κάτι από τη ανεξάντλητη δίψα για την απόλυτη ομορφιά που του στοίχειωνε τη ζωή.


«Διασχίζοντας των ανέμων την ευφορία
Ώριμα στάχυα του ήλιου
Εδώ που κύλησαν οι ίσκιοι
Στην αλληλουχία της μοναξιάς
Στα δάχτυλα που ξερίζωσε ο καιρός
Απαριθμώ τα δάκρυά μου
Ελεύθερος ως απόμεινα με το στίγμα
Των ερειπίων του φωτός
Να ιδρύσω μια άλλη δίψα».

Υ.Γ. Λύσεις σπουδών

1) 1.Ne4, Nd2 2.Nd6!, c4 3.a7!, Bxa7 4.Nxc4!, Nxc4 5.Ka6, B~ / ΠΑΤ.

2) 1.g7!, Nh6! 2.Bxh6, Bc7+ 3.Kh1!!, Rb1+ 4.Bc1!, Rb8 5.Bf4!, Bxf4 6.g8Q, Rxg8 / ΠΑΤ.

(Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο http://www.skakistiko.com/)

Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

Καμ-μπακ και σιμουλτανέ στο Μεγανήσι


Μη φοβάστε (ή μη χαίρεστε), δεν πέθανα ακόμα.

Απλά ο φόρτος εργασίας ήταν απίστευτος, τα παιδιά μεγαλώνουν, Δήμος, διάφορα, κι έτσι άφησα το ιστολόγιο να μαραζώσει. Τελοσπάντων. Θέλω να ευχαριστήσω όλους τους καλοκαιρινούς επισκέπτες του νησιού που ήρθαν και με βρήκαν στο φαρμακείο για να μου πουν καλά λόγια για τα βιβλία μου και να μάθουν πότε ετοιμάζω το τρίτο. Να ευχαριστήσω και τους φίλους συγγραφείς που μου έστειλαν τα νέα δικά τους, θα κάνω κάποιες παρουσιάσεις εν καιρώ. Κατά τα άλλα η χώρα πάει κατά διαόλου, διότι είναι δεμένη στο άρμα όσων επιλέγουν τον δρόμο που πάει στην Κόλαση (όχι με την θεολογική ή τη νιτσεϊκή έννοια). Όλοι εμφανίζονται αγανακτισμένοι, αρκετοί πραγματικά και δικαιολογημένα και μερικοί δήθεν. Οι "δήθεν" είναι όσοι θα βολεύονταν και με μια ημίμετρη λύση, αρκεί να μην τους θίγει πολύ οικονομικά,  και την ίδια στιγμή προτείνουν (δήθεν) να στηθούν κρεμάλες και λαιμητόμοι για όσους οι ίδιοι ψήφισαν και πιθανότατα θα ξαναψηφίσουν. Θα τα πούμε όμως εν καιρώ.

Δώσαμε και φέτος το καθιερωμένο simul μας, κι αυτή τη φορά το έδωσε ο υποφαινόμενος. Μια μικρή φωτό, περισσότερες εδώ. Α! Ανέβασαν και βίντεο!

Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010

ΣΙΜΟΥΛΤΑΝΕ ΣΤΟ ΜΕΓΑΝΗΣΙ

Το Σάββατο 21 Αυγούστου το Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Μεγανησίου διοργάνωσε με επιτυχία τον καθιερωμένο πια σκακιστικό αγώνα επίδειξης (σιμουλτανέ) στην πλατεία του Βαθιού.
Ο Μεγανησιώτης παλαίμαχος μαιτρ Γεράσιμος Δάγλας αντιμετώπισε ταυτόχρονα 22 αντιπάλους σε μια πνευματική μάχη που διήρκεσε πάνω από 4 ώρες. Ο αειθαλής μαιτρ σημείωσε 20 νίκες και 2 ήττες και καταχειροκροτήθηκε από τους συμμετέχοντες και τους πολυπληθείς θεατές.
Ο βασιλιάς των παιχνιδιών έχει πλέον αποκτήσει τον δικό του κύκλο φανατικών φίλων στο νησί και απομένει αυτή η αγάπη να προχωρήσει ένα παραπέρα βήμα: στη δημιουργία ενεργού σκακιστικού συλλόγου.



Πέμπτη 22 Απριλίου 2010

ΚΟΥΙΖ Νο 5

Λέω να συνεχίσω τα σκακιστικά ψιλοκουίζ που άφησα στη μέση, έτσι, για να μην βαριέται κι ο Μέτοικος στη Νίσυρο.



Βλέπουμε εδώ μια πλατεία που δε λέει και πολλά πράγματα, αν εξαιρέσει κανείς το σκάκι. Πολύ πιο όμορφο είναι το κάστρο της πόλης που δυστυχώς δε διακρίνεται στο λόφο πάνω δεξιά, καθώς και οι παρυφές του ποταμιού που την διαρρέει. Την πόλη φυσικά την έχω επισκεφτεί και έφαγα σε ένα αξιομνημόνευτο εστιατόριο που ήταν πρώην κελάρι του κάστρου, με κάτι καλοδιατηρημένες μεσαιωνικές πανοπλίες στην πλάτη μου να με επιτηρούν σχολαστικά. Σκάκι δεν έπαιξα, ήταν χειμώνας και μάλιστα Χριστούγεννα και την προσοχή των περιφερόμενων τραβούσε μάλλον η φάτνη από πάγο λίγο πιο δίπλα. Παρά την παγωνιά το χιονόνερο δεν προλάβαινε να κρουσταλλωθεί. Περνούσαν διαρκώς συνεργεία του Δήμου με φτυάρια και αλάτι. Μιλάμε για πολύ αλάτι! Το καλοκαίρι του 1942 πάντως θα είχε οπωσδήποτε καλύτερο καιρό.

Τελοσπάντων, ξέφυγα. Η ερώτηση είναι απλή: Ποια είναι η ευρωπαϊκή πόλη για την οποία μιλάω;

Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟ ΣΚΑΚΙ

Την Κυριακή των Βαϊων έγινε στη φιλόξενη φωλιά του Σ.Ο. Αμπελοκήπων ο 7ος Διαγωνισμός Λύσης της ΕΣΣΝΑ (σα να λέμε Πρωτάθλημα Αττικής στο Καλλιτεχνικό Σκάκι). Οι συμμετοχές αυξημένες σε σχέση με πέρυσι και ο διαιτητής Γ. Γαρουφαλίδης (στο κέντρο και πίσω στη φωτό) άψογος. Ο Γιάννης προτίμησε να βάλει πιο εύκολα προβλήματα σε σχέση με την τελευταία χρονιά, αλλά για διάφορους λόγους κανείς δεν πέτυχε 100%. Πρώτευσε ο Νίκος Μενδρινός (στο κέντρο μπροστά) με 25β., όσους και ο Ανδρέας Παπασταυρόπουλος (δεξιά), αλλά με καλύτερο χρόνο. Τρίτος με 20β. ο χοντρός κύριος αριστερά, δηλαδή η αφεντιά μου. Περισσότερα για τους αγώνες μπορείτε να βρείτε στο άριστο θεματικό ιστολόγιο του Μ.Μανωλά (www.kallitexniko-skaki.blogspot.com).

Σε δύο μέρες η Εθνική Ομάδα Καλλιτεχνικού Σκακιού πετάει για το Λονδίνο όπου θα διεξαχθεί το Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα με συμμετοχή γιγάντων. Η ομάδα αποτελείται από τον Θεσσαλονικιό Κώστα Πρέντο (τον μόνιμο πρωταθλητή Ελλάδας!), τον Ν.Μενδρινό, τον έμπειρο προβληματιστή Χάρη Φουγιαξή και τον πιο αδύναμο κρίκο, τον υποφαινόμενο. Δεν ξέρω πόσο καλά θα τα καταφέρουμε σε ατομικό και ομαδικό επίπεδο, αλλά ελπίζω να το διασκεδάσουμε.

Τα τελευταία χρόνια το Καλλιτεχνικό Σκάκι έχει αρχίσει να κερδίζει έδαφος ανάμεσα στους κλασικούς σκακιστές και σε αυτό βοηθάει πολύ και το διαδίκτυο, όπως το εξαιρετικό www.skakistiko.blogspot.com. Όσοι ξέρουν από σκάκι και, όπως κι εγώ, δεν έχουν πολύ χρόνο να συμμετέχουν σε τουρνουά, ας ασχοληθούν λίγο, είμαι βέβαιος ότι θα ενθουσιαστούν. Τα σκακιστικά προβλήματα εξάλλου δεν είναι όπως τα προβλήματα της καθημερινότητας. Αφενός λύνονται. Αφετέρου, ακόμα κι αν κάποιος δεν τα καταφέρνει τόσο καλά, απομένει η αισθητική απόλαυση. Άρα, σε αντίθεση με τη ζωή, χαμένους δεν έχει το Καλλιτεχνικό Σκάκι.

Σάββατο 13 Μαρτίου 2010

REVANCHE ΚΟΥΙΖ-4:ΤΖΟΥΛΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΤΟΥ

Γιατί Τζούλια Αλεξανδράτου; θα αναρωτηθεί κανείς.
Πρώτον γιατί με τα κουίζ αυξήθηκε η επισκεψιμότητα και είπα να την αυξήσω έτι περισσότερο. Δεύτερον γιατί αν δείτε τη θέση στη σκακιέρα καλά-καλά, τσόντα έχει καταντήσει η παρτιδούλα. Ο τύπος με το κίτρινο καπελάκι δυσκολεύεται να αποφασίσει ποιον φου θα κόψει. Πάρε όποιον θέλεις μπάρμπα, τζάμπα είναι!

Στο θέμα μας τώρα, το κουίζ περιλαμβάνει τις εξής ερωτησούλες:

α)Ποιό το ευρωπαϊκό θέρετρο, στην παραλία του οποίου οι άνθρωποι πάνε με μια σκακιέρα υπό μάλης;

β)Αναγνωρίζετε κάποιον ισχυρό GM ανάμεσα στους παραθεριστές-σκακιστές;

γ)Τι περιμένει για να εγκαταλείψει ο λευκός;

Και για να σιγουριά, μία ακόμη φορά:Τζούλια Αλεξανδράτου!

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010

REVANCHE ΚΟΥΙΖ -3

Εκμεταλλευόμενος την διήμερη απουσία της γυναίκας μου προχωρώ γρήγορα- γρήγορα στο τρίτο μας κουίζ. Οι λόγοι της βιασύνης ευνόητοι.

Το εικονιζόμενο χερουβείμ έχει ύψος 1.79, και οι κρίσιμες αναλογίες της είναι 86-61-86 Ωσαννά εν τοις υψίστοις, με λίγα λόγια. Όταν έπεσε το Τείχος του Βερολίνου ήταν 11 χρονών και βρισκόταν στα ανατολικά του. (Ορίστε ρε, δίνω και στοιχεία να μην κλαίγεσαι).

Δεδομένου ότι βιοπορίζεται -πολύ σοφά- από το σώμα της και δεδομένου ότι εδώ μιλάμε για ζατρίκιο, ποια η αμυδρή σχέση της με το άθλημα; Ζητάω φυσικά και το όνομα και, αν γίνεται, διεύθυνση και τηλέφωνο.

Έχετε προθεσμία δύο μέρες (για ευνόητους λόγους)...

REVANCHE ΚΟΥΙΖ 2

Και πάμε τώρα στο δεύτερο κουίζ.



Ίσως να βρείτε σχετικά εύκολα το, κατά κάποιο τρόπο, διάσημο παλικαράκι.

Ο γυαλούμπας όμως είναι δυσκολότερη περίπτωση.

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010

REVANCHE ΚΟΥΙΖ

Ζητώ συγγνώμη από τους φίλους μη σκακιστές, αλλά είναι κάτι κουμάσια που μου έχουν μπει στο ρουθούνι με τα κωλοκουίζ τους. Έτσι είπα να τους εκδικηθώ με μια σειρά σκακιστικών κουίζ. Οι υπόλοιποι κάνετε ότι δε βλέπετε.

Κουίζ πρώτο λοιπόν: Ο τύπος με το τσιγαράκι είναι μάλλον εύκολα αναγνωρίσιμος. Ποιός είναι όμως ο μουστακαλής με την πουράκλα δίπλα του; Και δεύτερη ερωτησούλα: Ποιό βιβλίο συνδέει τους δύο καπνιστές;

Εξυπακούεται ότι το κουίζ είναι παιδικό. Τα δύσκολα έπονται. Θα πάρω το αίμα μου πίσω και θα μου περισσέψουν και πέντε μπουκάλες Α-Rhesus +! (Το "+" δε σημαίνει θετικό, σαχ είναι μαζέτες!)

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010

ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΙΟΝΙΑ

Με μεγάλη μου χαρά είδα φέτος να παίρνει σάρκα και οστά μια παλιότερη ιδέα μου. Τα παιδιά του Δημοτικού και του Γυμνασίου Μεγανησίου έστησαν για το Καρναβάλι το γκρουπ "Δεν είμαστε πιόνια κανενός", με στολές που παραπέμπουν στο σκάκι και μια μεγάλη σκακιέρα πάνω στην οποία ο χορός έδωσε και πήρε!



Εκτός από το Μεγανησιώτικο Καρναβάλι ( στο οποίο, να σημειωθεί, η αφεντιά μου συμμετέχει στο γκρουπ "Το γέλιο της αρκούδας", ένα θέμα τσιγγάνικο, όσο και ρουστίκ), τα Μεγανησιωτόπουλα συμμετείχαν σε παρέλαση στη Λευκάδα και στο καθιερωμένο Παιδικό Καρναβάλι της Πάτρας.


Ανάμεσά τους και κάποιοι από τους σκακιστομαθητάδες μου. Το όνομα του γκρουπ δεν ήταν δικής μου έμπνευσης, αλλά πολύ το χάρηκα. Εύχομαι στα συμπατριωτάκια μου να διασκεδάζουν πάντα, να είναι η ζωή τους πολύχρωμη όσο ένα καρναβάλι, γοητευτική όσο το σκάκι και πραγματικά να μη γίνουν ποτέ μα ποτέ τους πιόνια κανενός.

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2009

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΗΔΗ

Περιδιαβαίνοντας στα Πολιτικά του Αριστοτέλη, για ανάγκες του Πανεπιστημίου, (ξανα-)έπεσα πάνω στο εξής χωρίο:
"άμα γάρ φύσει τοιούτος [ο "αφρήτωρ,αθέμιστος,ανέστιος"] και πολέμου επιθυμητής, άτε περ άζυξ ων ώσπερ εν πεττοίς" ( Πολιτ. 1253a, 7-9)
Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με τη μετάφραση του Κάκτου, "ο άνθρωπος που από τη φύση του είναι τέτοιος [χωρίς συγγενείς, χωρίς νόμους και χωρίς σπίτι] είναι συγχρόνως και πολεμοχαρής, επειδή ακριβώς είναι μοναχικός, όπως λέμε στο παιχνίδι των πεσσών".

Αναρωτήθηκα γιατί ο φιλόσοφος να αναφέρει τους πεσσούς ως μοναχικό παιχνίδι, όταν ξέρουμε ότι παιζόταν με δύο παίκτες;

Πρώτα να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα. Τα παιχνίδια στην Αρχαία Ελλάδα καλούνταν αθύρματα. Σε αυτά ανήκαν βέβαια όλων των ειδών τα παιχνίδια, όπως π.χ. η αιώρα (κούνια), η πλαταγή (κουδουνίστρα), ο τροχός (τσέρκι) ή η σφαίρα (μπάλα). Ειδικά για τα επιτραπέζια (επί άβακος) παιχνίδια δεν υπήρχε περιορισμός ηλικιακός είτε παίζονταν με κύβους (ζάρια) είτε όχι. Ψαχούλεψα λίγο τη βιβλιοθήκη μου και θυμήθηκα τον Ευριπίδη στο "Ιφιγένεια η εν Αυλίδι" :

"Πρωτεσίλαόν τ' επί θάκοις πεσσών ηδομένους μορφαίσι πολυπλόκοις, Παλαμήδεά θ', ον τέκε παις ο Ποσειδάνος". (Ιφιγένεια ή εν Αυλίδι, στ. 194-199)

Εδώ θα διαφωνήσω λίγο με τη μετάφραση του Κάκτου, που αποδίδει τους πεσσούς ως "ζάρια" και μεταφέρει το "ηδομένους μορφαίσι πολυπλόκοις" ως "χαίρονταν διπλές και ντόρτια" (!!). Θα το μετέφραζα (με κάθε επιφύλαξη, λόγω των ελλειμματικών μου γνώσεων) κάπως έτσι:

[Είδα και] τον Πρωτεσίλαο (σημ: μιλάει ο κορυφαίος του Χορού που υποτίθεται έχει επισκεφτεί τον καταυλισμό των Αχαιών στην Αυλίδα και τους βρίσκει, απόντος ανέμου, να ασχολούνται με οτιδήποτε άλλο εκτός από πολεμικές προετοιμασίες. Εξαίρεση βέβαια κι εδώ ο ωκύπους Αχιλλέας που παραβγαίνει, παρά θιν' αλός, μ' ένα τέθριππο, και φυσικά το νικά) να παίζει πεσσούς, καθισμένος πάνω σε πάγκους μαζί με τον Παλαμήδη- τον οποίο γέννησε ο γιος του Ποσειδώνα- και να χαίρονται με τις πολύπλοκες διακλαδώσεις [του παιχνιδιού].

Εξάλλου είναι ο Όμηρος αυτός που πρωτοεμφανίζει τον Παλαμήδη ως εφευρέτη του παιχνιδιού των πεσσών, εκδοχή που φαίνεται να υιοθετούν τόσο ο Σοφοκλής όσο κι ο Ευριπίδης. Τι στο καλό ήταν όμως αυτοί οι πεσσοί;

Καταρχήν (ή καταρχάς, που θα 'λεγε κι ο Σαραντάκος) δεν ήταν ένα μόνο πράγμα. Πεσσοί ονομάζονταν διάφορα είδη παιχνιδιών που παίζονταν πάνω σε άβακα, τις περισσότερες φορές με ζάρια. Τα συνηθισμένα εξαρτήματα του παιχνιδιού ήταν πούλια, είτε βότσαλα, είτε κόκαλα, σπανιότερα από γυαλί ή μέταλλο. Οι αρχαίοι μας πρόγονοι έπαιζαν λοιπόν επιτραπέζια, όπως ας πούμε μια πρόδρομη μορφή του ταβλιού. Σε κάποιες περιπτώσεις όμως τιμούσαν και τα μη τυχερά παίγνια, όπως ήταν μια εκδοχή της σημερινής ντάμας αλλά, κατά τα φαινόμενα, και μια βερσιόν του σημερινού σκακιού.

Αυτό φαίνεται καθαρά στο πλήθος των ερυθρόμορφων και μελανόμορφων αγγείων που αναπαριστούν δύο αντιπάλους, άνδρες πάντα και συνήθως οπλισμένους, να κάθονται αντίκρυ και να έχουν στη μέση μια "σκακιέρα". Σε άλλα αγγεία αυτό που μετακινούν δεν προβάλλεται, άρα εικάζουμε ότι θα έχει την πεπλατυσμένη μορφή που έχουν τα πούλια σήμερα. Αλλού όμως προεξέχουν εμφανώς κάποιες φιγούρες, σφηνοειδείς ή σφαιρικές, ήτοι πιο κοντά στα πιόνια του σημερινού σκακιού.

Ασφαλώς δεν ισχυρίζομαι ότι οι παππούδες μας έπαιζαν σκάκι, τουλάχιστον όχι με τη μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα. Αυτό δεν εισήχθη στην Ευρώπη παρά τον 8ο-9ο αιώνα από τους Άραβες στην Ιβηρία και παγιώθηκε μετά τις σταυροφορίες, κυρίως στις βασιλικές αυλές. Σίγουρα όμως οι πεσσοί (χωρίς ζάρια) ήταν ένα παιχνίδι με πολυπλοκότητα κινήσεων, όπως μας μεταφέρει ο Ευριπίδης, αλλά και ο Σοφοκλής στον " Παλαμήδη" του.

Οι ρίζες του παιχνιδιού δεν είναι δύσκολο να προσδιοριστούν, εφόσον γνωρίζουμε ότι η Μεσοποταμία ή/και η περιοχή μεταξύ Πακιστάν και Ινδίας αποτέλεσαν τις γενέτειρες του πρώιμου σκακιού. Μολονότι ο Ηρόδοτος (Ι, 94, 2-4) ισχυρίζεται ότι πήραμε από τους Λυδούς κάμποσες εφευρέσεις (όπως π.χ. τη λαβή της ασπίδας), αλλά και όλα τα αθύρματα, αρνείται το ότι σε αυτά συμπεριλαμβανόταν και οι πεσσοί, εμμένοντας στην ομηρική εκδοχή. Πιο κοντά στην αλήθεια μοιάζει να είναι ο Πλάτωνας. Λέει ο παμμέγιστος στο "Φαίδρο":

"αυτώ δε όνομα τω δαίμονι είναι Θεύθ. τούτον δη πρώτον αριθμόν τε και λογισμόν ευρείν και γεωμετρίαν και αστρονομίαν, έτι δε πεττείας τε και κυβείας, και δη και γράμματα" (Φαίδρ. 274 c-d).

Πάει να πει, "Το όνομα του θεού τούτου είναι Θεύθ [Θωθ ή Τωτ, το αντίστοιχο του δικού μας Ερμή] . Λένε λοιπόν πως αυτός πρώτος ανακάλυψε τους αριθμούς και τους υπολογισμούς, τη γεωμετρία και την αστρονομία, κι ακόμα τα παιχνίδια με τους πεσσούς και τα ζάρια, και βέβαια τα γράμματα".

Τα αρχαιολογικά ευρήματα δικαιώνουν τον Αριστοκλή (έτσι τον έλεγαν, το Πλάτων ήταν παρατσούκλι), αφού τα επιτραπέζια παιχνίδια πουσυναντάμε μετέπειτα στον ελλαδικό χώρο τηρούν τις προδιαγραφές του "Αιγυπτιακού σκακιού", του "σενέτ". Επιπρόσθετα τα αντίστοιχα ευρήματα του Έβανς στο παλάτι της Κνωσού αποκαλύπτουν αθύρματα ενδιάμεσα αυτών της Αιγύπτου και των κλασικών Ελληνικών. Η λογική διαδρομή Αίγυπτος-Κρήτη-κυρίως Ελλάδα, μοιάζει διαυγής, ασφαλώς με κάποιες αλλαγές στη μορφή και στους κανόνες των πεσσών.

Σύμφωνα με τη συνήθεια των προπατόρων μας, που τουλάχιστον στο νησί μου διατηρείται αλώβητη, τοποθετούνταν στον τάφο ή το νεκρικό θάλαμο του αποδημήσαντα και κάποια λατρεμένα του αντικείμενα. Έτσι, από τάφους παιδιών συχνά ανασύρονται αθύρματα, μερικά μάλιστα σκεπασμένα με κεραμίδια για να μην αλλοιωθούν. Το ίδιο όμως ισχύει και για τα αρχαιολογικά ευρήματα σε τάφους ενηλίκων, απ' όπου έχουμε και μια ιδέα του πως ήταν οι πεσσοί.
Τα "πιόνια", που ήταν ως επί το πλείστον κοκάλινα, δεν οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν σκαλισμένες μορφές που να αναπαριστούν κάποιο αξίωμα ή ιδιότητα. Εντούτοις, αρκετά από αυτά είναι ανισομεγέθη επιτρέποντάς μας να φανταστούμε κάτι τέτοιο. Φυσικά το απλούστερο θα ήταν πάνω στα "πιόνια" αυτά να υπάρχει ζωγραφισμένο ένα σύμβολο ή εικονίδιο, δημιουργώντας την απαραίτητη για το σκάκι ποικιλομορφία. Απεικόνιση που, δυστυχώς, δε θα ήταν δυνατό να επιβιώσει των αιώνων.

Υπάρχει όμως και κάτι που μοιάζει να επέζησε στην τύρβη του χρόνου. Ξαναγυρνώντας στο αριστοτελικό απόσπασμα βλέπουμε να παρομοιάζεται ο αρχαίος "σκακιστής" με μονήρη και ανέστιο μαχητή. Αυτό, σε συνδυασμό με την εικόνα των πάνοπλων και αφοσιωμένων -σχεδόν απορροφημένων- στους πεσσούς παικτών, μεταφέρει τον απόηχο ενός άκρως ανταγωνιστικού, επίπονου και αμείλικτου στρατηγικού παιχνιδιού. Ενός παιχνιδιού όπου η πνευματική διαπάλη εξοστρακίζει την άμιλλα και η επιδίωξη της νίκης, της απόλυτης κυριαρχίας, υποσκάπτει την αλληλεγγύη και την κοινωνικότητα. Ο των πεσσών θιασώτης θυμίζει "αθέμιστον πολέμου επιθυμητή", ένα ανθρώπινο θηρίο.

Πόσοι από τους φίλους σκακιστές δεν έχουν νοιώσει στις παρτίδες τους αυτήν την άτεγκτη αντιπαράθεση, αυτόν τον εγκεφαλικό ακήρυχτο πόλεμο, τον άστοργο και άξενο; Και ποιός από μας δε συνάντησε παραδείγματα σκακιστών που κατέληξαν μοιραία στο ψύχος της αποξένωσης;

Μπορεί ο Παλαμήδης να ήταν εγγονός του Ποσειδώνα, από βασιλική γενιά, ενάρετος, σοφός και γενναίος μα, λυπάμαι που το λέω, θα πρέπει να ήταν αφόρητα μοναχικός.

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

"Είναι όλες αδύναμες, είναι γυναίκες! Είναι χαζές συγκρινόμενες με τους άντρες. Δε θα ’πρεπε να παίζουν σκάκι, ξέρετε. Είναι σαν αρχάριες. Χάνουν όλες τις παρτίδες τους με τους άντρες. Δεν υπάρχει έστω και μια σκακίστρια σε όλον τον κόσμο που να μην μπορώ να της χαρίσω έναν ίππο και μετά να την κοπανήσω!"

Μη σπεύσετε τώρα εσείς οι σουφραζέτες σκακίστριες να μου πετάξετε ζαρζαβατικά και γιαούρτια και να οργανώσετε διαδηλώσεις κλείνοντας τη Συγγρού στο ύψος της ΕΣΟ για να επιστρέψω όσο ΕΛΟ έχω πάρει ποτέ από γυναίκες σκακίστριες και για να μου αφαιρεθεί το αγωνιστικό μου δελτίο. Γιατί απλούστατα την εισαγωγή δεν την διατύπωσε η αφεντιά μου, αλλά το πιθανό ίνδαλμά σας, ο Μπόμπυ Φίσερ.

Η σκακιστική αυτή διάνοια παίρνει ασφαλώς ακραία θέση (και δεν ήταν μόνο μισογύνης, είχε κι άλλα κουσούρια, αλλά αυτό είναι θέμα άλλου άρθρου), ωστόσο μια σύντομη ιστορική περιοδολόγηση δείχνει πως η γυναικεία παρουσία στο σκάκι σε καμιά περίπτωση δε φτάνει στο ύψος των ανδρικών επιδόσεων. Πράγματι, στην υπεραιωνόβια ιστορία των Παγκόσμιων Πρωταθλημάτων έχουν στεφθεί καμιά δεκαπενταριά άντρες μα καμιά γυναίκα. Οι καλύτερες εξ αυτών έφτασαν σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο, κατάφερναν στο ζενίθ της καριέρας τους να κοπανάνε άντρες γκρανμέτρ, ακόμα και πρωτοκλασάτους, όχι όμως να προκριθούν σε τελικούς και να διεκδικήσουν τίτλους. Αυτό μοιάζει αρχικά παράδοξο αν σκεφτεί κανείς πως η ποιότητα στο σκάκι δε στηρίζεται στα μούσκουλα, μα σε εγγενείς εγκεφαλικές λειτουργίες, όπως την εκμάθηση, τη μνήμη, τη φαντασία, την αναλυτική και τη συνδυαστική σκέψη, στοιχεία ανθρώπινα αλλά όχι ανδρικά ή γυναικεία.

Μετά από τόσα χρόνια η κατάσταση δεν έχει αλλάξει και πολύ. Από την εποχή που η Μέντσικ έβγαλε το γυναικείο σκάκι στο προσκήνιο, μόνο μια χούφτα γυναικών μπόρεσαν να σταθούν με αξιώσεις απέναντι στο αντίθετο φύλο: η Γκαμπριντασβίλι, η Τσιμπουρντανίτζε, φυσικά οι αδερφές Πόλγκαρ, άντε και δυο ή τρεις της νέας γενιάς. Ειδικά στην περίπτωση Πόλγκαρ, και ακόμα ειδικότερα στην Ιουδήθ, συναντάμε το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, αφού από πολύ τρυφερή ηλικία ο πατέρας τους τις έριξε στο σκάκι και άρα ακολούθησαν την ίδια πορεία (προπονήσεων, εμπειριών κτλ) με οποιονδήποτε άνδρα πρωταθλητή. Κι όμως δεν κατόρθωσαν να υπερβούν τα εσκαμμένα. Αλλά και σε χαμηλότερο επίπεδο να κοιτάξει κανείς, βλέπει να επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό. Το θηλυκό στοιχείο σε ρόλο κομπάρσου στη συντριπτική πλειοψηφία των διεθνών και εγχώριων όπεν. Γιατί άραγε; Τι είναι αυτό που μοιάζει να εμποδίζει τη γυναικεία φύση να κατακτήσει το σκακιστικό Όλυμπο; Είναι τελικά το σκάκι ένα ανδρικό άθλημα;

Στην τελευταία ερώτηση απαντά καταφατικά μια έρευνα που είδε το φως της δημοσιότητας το 1992 και μου έγινε γνωστή από το ενδιαφέρον ιστολόγιο του Τ. Δρεπανιώτη (www.greekchesspolitics.wordpress.com) και πολύ γέλασα.

Σε αυτήν λοιπόν εξετάζεται η επίδραση της ορμόνης τεστοστερόνης (Τ) στην «κατανομή στα επίπεδα ιεραρχίας». Για να μην μακρηγορώ, οι επιστήμονες της Αμερικανικής Κοινωνιολογικής Εταιρίας καταλήγουν, ούτε λίγο ούτε πολύ, πως η ύπαρξη της Τ. σε υψηλά επίπεδα συμβάλει στην σκακιστική επιτυχία, αφού όσοι είχαν νικήσει σε ένα τουρνουά, την είχαν σηκωμένη (την Τ!). Άρα, λένε οι επιστήμονες, οι γυναίκες -που δεν έχουν Τ.- είναι μαζέτισσες (αυτό μάλλον θα το διορθώσει ο Σαραντάκος, εννοώ τη λέξη).

Έχει ήδη γίνει εμφανές, φαντάζομαι, το πόσο διαφωνώ. Σε ένα τουρνουά σκάκι είναι ευνόητο πως οι παίκτες που ετοιμάζονται να αρχίσουν μια παρτίδα έχουν κάποιο άγχος, ενώ αυτοί που έχουν κερδίσει, μια κάποια ευφορία. Και στις δύο περιπτώσεις μια ορμόνη πράγματι βάζει το χεράκι της. Αυτή όμως δεν είναι η τεστοστερόνη, μα η αδρεναλίνη (άντε και η σεροτονίνη). Το γεγονός ότι η αδρεναλίνη επηρεάζει και τα επίπεδα της Τ. στους άντρες, εξηγεί και το κλινικό αποτέλεσμα. Η τεστοστερόνη παράγεται από τα διάμεσα κύτταρα του Leydig, και τα μωρά βρίθουν από δαύτη. Άρα ο γιος μου έπρεπε να με κοπανάει ήδη (και να λείπουν τα κακεντρεχή σχόλια, του τύπου «γιατί; δεν το κάνει;»). Επιπρόσθετα, όσοι άνδρες έχουν αυξημένα επίπεδα Τ. θα έπρεπε να είναι σκακισταράδες, όπως για παράδειγμα οι φαλακροί, οι τριχωτοί, όσοι έχουν μπάσα φωνή, υψηλό αιματοκρίτη ή σκληρό δέρμα! Τέτοιες έρευνες, έχουν τουλάχιστον ένα ad hoc άγγιγμα, για να μην πάω παραπέρα και μιλήσω για ρατσισμό.

Θυμάμαι μια ακόμα έρευνα του 1995, από το Πανεπιστήμιο του Κλήβελαντ, που κατέληγε (με τη βοήθεια ενός δάσους ηλεκτροδίων) στο ότι οι γυναίκες χρησιμοποιούν καλύτερα τον αριστερό βρεγματικό λοβό του εγκεφάλου, ενώ οι άντρες τον δεξί αντίστοιχο. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να υπερτερούν των ανδρών στις λεκτικές και στις χρωματικές δοκιμασίες, καθώς και στη μνήμη, ενώ υστερούσαν στη χωροαντιληπτική ικανότητα και τις μαθηματικές ασκήσεις. Ακόμα κι αν η ομάδα του Κλήβελαντ ήταν ακριβής (πράγμα για το οποίο δεν είμαι πεπεισμένος αφού το δείγμα ήταν μικρό και οι άνθρωποι τόσο μα τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους), αυτό στο σκακιστικό επίπεδο δεν αποδεικνύει και πολλά πράγματα αφού οι αρετές για έναν σκακιστή μοιράζονται ισόποσα.

Θα έχετε εικάζω συναπαντηθεί με τον δημοφιλή μύθο που λέει πως για να παίζεις καλό σκάκι, τότε ασφαλώς θα είσαι έξυπνος. Ελπίζω να προσπαθείτε να τον καταρρίψετε, αφού ξέρουμε καλά πως όποιος παίζει σκάκι (εκτός του ότι χάνει βλακωδώς το χρόνο του στο μπλιτς) δεν είναι απαραίτητα και οξύνους. Χρησιμοποιήθηκε εντούτοις κι αυτό το σαθρό επιχείρημα για να «αποδείξει» την αντρική νοητική υπεροχή. Αλί και τρισαλί! Ο εξυπνότερος άνθρωπος στον κόσμο είναι γυναίκα και λέγεται Μαίριλυν Σάβαντ (ή κάπως έτσι) και είναι διαφημίστρια στο επάγγελμα. Έχει IQ 217 (όταν ο Αϊνστάιν είχε κάπου 170 και ο «μέσος άνθρωπος» κάπου 100). Δεν ξέρω αν την έχει στο μεταξύ περάσει κανείς άνδρας, ούτε ξέρω αν έχει διεθνή αξιολόγηση στο σκάκι, ξέρω όμως πως δεν υπάρχουν χημικές ουσίες και βιολογικά εφαλτήρια πίσω από το σκάκι. Κάπου αλλού πρέπει να ψάξουμε για να εντοπίσουμε την αφύσικη απόκλιση στις σκακιστικές επιδόσεις ανδρών και γυναικών.

Μια παράμετρος που πρέπει να αξιολογηθεί σοβαρά έχει να κάνει με την αργοπορημένη είσοδο των γυναικών στο καθαρά αγωνιστικό σκάκι. Στα σκακιστικά καφενεία του Παρισιού το 18ο ή το 19ο αιώνα, ούτε που μπορούσε μια γυναίκα να διανοηθεί να παίξει σκάκι (και δεν έφταιγε αποκλειστικά ο καπνός).

Ακόμα και σ’ έναν γυναικείο χώρο, στο οτέλ παρτικιουλέρ της μαντάμ ντε Λαφαγέτ για παράδειγμα, οι άντρες ήταν συνήθως οι πρωταγωνιστές πάνω από την αλαβάστρινη σκακιέρα. Αυτό συνεχίστηκε για πολλές δεκαετίες και νομίζω πως η πραγματική αλλαγή άρχισε να παρατηρείται στην μετεπαναστατική Ρωσία, αφού για λόγους επιβεβαίωσης της πολιτικής ιδεολογίας, οι γυναίκες έπρεπε να έχουν ίσες ευκαιρίες με τον άντρα, ακόμα και στο σκάκι. Βέβαια, η κατάσταση σήμερα έχει βελτιωθεί, εντούτοις μόλις το 1% των 300 κορυφαίων σκακιστών είναι γυναίκες, και μόλις το 5%, ανάμεσα σε αυτούς που έχουν διεθνή τίτλο. Μην εθελοτυφλούμε. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στη βάση. Έχω την αίσθηση πως ο μακρόχρονος αυτός κοινωνικός αποκλεισμός στοίχισε στο γυναικείο σκάκι, όπως έγινε και σε άλλους τομείς, λόγου χάρη στην πολιτική ή τις επιστήμες. Κάτι που αλλάζει όλο και με πιο ταχείς ρυθμούς.

Αλλάζει, αλλά δεν έχει αλλάξει. Θυμάμαι περίπτωση πατέρα που αποτράβηξε τη δεκτική θυγατέρα του από τα μαθήματα σκάκι. Η αιτιολόγησή του ήταν αποστομωτική: «Και τι θα κάνει η κόρη μου; Θα παίζει τάβλι στα καφενεία;». Αμέλησα να του επισημάνω πως το μόνο τάβλι που είχε να φοβάται ήταν αυτό στο εσωτερικό του κρανίου του (πιθανότατα «φεύγα»). Το αγωνιστικό σκάκι απαιτεί για ένα κορίτσι το μοιραίο συγχρωτισμό με πολλά αγόρια, κάτι που φαίνεται να θορυβεί τους γονείς, ακόμα και σε πιο προοδευτικές κοινωνίες από τη δικιά μας. Πόσο μάλλον που το σκάκι σε χώρες όπως η Ελλάδα, δεν υπόσχεται στα κορίτσια καμιά επαγγελματική εξασφάλιση (ούτε καν έναν καλό γαμπρό!). Όπως και να ’χει, στην καλλιέργεια των βλασταριών, αυτό που μετράει περισσότερο είναι οι γονικές επιλογές. Πόσες φορές δεν έχετε ακούσει κάτι σαν κι αυτό: «ο Γιωργάκης πηγαίνει σκάκι και μπάσκετ και η Μαιρούλα μπαλέτο και αγγειοπλαστική»; Η –έστω και υποσυνείδητη- αναπαραγωγή τέτοιων στερεότυπων παίζει ασφαλώς το ρόλο της. Η μετέπειτα μητρότητα και οι ευθύνες της αναμφίβολα παίζουν τον δικό τους.

Νέο φως στο θέμα ρίχνει μια σχετικά πρόσφατη μελέτη (Μάρτης 2009) του τμήματος Πειραματικής Ψυχολογίας του πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Σ’ αυτή παρουσιάζεται μεταξύ άλλων η κλιμάκωση του ΕΛΟ των παιδιών από τα πρώτα τους σκακιστικά βήματα και καθώς ωριμάζουν. Αποδεικνύεται λοιπόν πως τα κορίτσια δεν υστερούν καθόλου των αγοριών, ούτε στη συμμετοχή, ούτε στην αγωνιστικότητα, ούτε εν τέλει στη συνολική πρόοδο στο άθλημα. Εισέρχονται, βελτιώνονται ή και αποχωρούν από το σκάκι, με τους ίδιους ρυθμούς που το κάνουν και τα αγόρια. Αυτό που μοιάζει ωστόσο κρίσιμη παράμετρος στην έρευνα, είναι το ποσοστό συμμετοχής των κοριτσιών. Όταν αυτό είναι χαμηλό, τα αποτελέσματα αρχίζουν να αποκλίνουν. Όταν όμως κυμαίνεται γύρω στο 50%, τότε οι στατιστικές καμπύλες της έρευνας επιβεβαιώνονται. Ξέρω πως δεν μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστο δείγμα, μα θα το αναφέρω. Στο φετινό σχολικό πρωτάθλημα στο Μεγανήσι τα κορίτσια αποτελούσαν το 30% και κανένα τους δεν μπήκε στην εξάδα. Πέρσι το ποσοστό ήταν 42% και βρέθηκαν δύο κοπέλες στην τετράδα. Τυχαίο; Ίσως. Ίσως πάλι όχι.

Θα επιμείνω λίγο στην προηγούμενη έρευνα, γιατί θεωρώ το σημείο «ποσοστιαία συμμετοχή» το κλειδί της υπόθεσης. Γιατί άραγε οι Κινέζοι σάρωσαν τα μετάλλια στην τελευταία Ολυμπιάδα στο Πεκίνο; Όχι βέβαια μόνο και μόνο επειδή έπαιζαν εντός έδρας. Ούτε που μπορεί να πιστέψει κανείς πως έγιναν τόσο σύντομα κράτος αθλητών επειδή απέκτησαν τις κτιριακές υποδομές και τις προπονητικές προϋποθέσεις άλλων δυτικών κρατών, τη στιγμή που μεγάλα κομμάτια της χώρας μαστίζονται από την ανέχεια. Πιστεύω πως η εξήγηση έχει να κάνει με τη μαζικότητα. Εκατομμύρια αθλητές σημαίνει και εκατομμύρια ευκαιρίες για να αναδειχθούν πρωταθλητές. Κάτι ανάλογο έγινε σε μας μετά την έκρηξη της κατάκτησης του Ευρωμπάσκετ του 1987. Αυξήθηκε μαζικά η ενασχόληση με το άθλημα και σήμερα αυτό εξαργυρώνεται με διαρκείς διακρίσεις. Το ίδιο θαρρώ ισχύει και στο σκάκι της Ρωσίας. Υπό το ίδιο πρίσμα πρέπει να δει κανείς τη σχέση σκάκι και γυναικών. Η ελλιπής εκπροσώπηση του θηλυκού πληθυσμού είναι, κατά την ταπεινή μου άποψη, ο βασικότερος λόγος της υστέρησης στα αποτελέσματα. Για να το θέσω διαφορετικά, αν αύριο η FIDE έβγαζε φιρμάνι σε όλα τα τουρνουά να συμμετέχουν σε ίσο ποσοστό τα δύο φύλα (και το ίδιο ίσχυε φυσικά και στη βάση του αθλήματος), τότε δε νομίζω να απαιτούνταν περισσότερο από δέκα ή είκοσι χρόνια για να καμαρώσουμε την πρώτη Παγκόσμια Πρωταθλήτρια.

Μολονότι για κάποιους από μας είναι πολύ σημαντικό και για κάποιους ακόμα και βιοποριστικό, το σκάκι δεν παύει να είναι ένα παιχνίδι. Αυτό με κάνει να αναρωτιέμαι μήπως τελικά οι γυναίκες, που αποδεδειγμένα ωριμάζουν νωρίτερα (εκτός από μερικές που έχουν την ενοχλητική συνήθεια να μας βουλιάζουν τα καραβάκια στη μπανιέρα και να μας χαλάνε τα τραινάκια στο σαλόνι), απλά το σνομπάρουν. Πόσο πολύ θα ομόρφαιναν όμως τα τουρνουά αν κατακλυζόντουσαν από σκακίστριες! Πόσο περισσότερο ενδιαφέρον θα προσέλκυαν! Σίγουρα τόσο που θα προσπαθούσα να παίζω συχνότερα. Ίσως μάλιστα τότε να μην με πείραζε ακόμα και το να υποστώ κάποια ήττα από γυναίκα. Εννοείται την πρώτη μου…

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2009

ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΑ (Παρ(τ)ρίτο)

ΙΑ) ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ
Αννίβας λέγεται ο ήρωας τούτου του βιβλίου. Αννίβας και ο συγγραφέας. Μερικές φορές, Αννίβας και ο αναγνώστης. Δεν μπορώ να σας πω περισσότερα για το δημιουργό αφού ο ίδιος προτίμησε τη φιλολογική ανωνυμία του ψευδώνυμου Αννίβας Αννίβα Αρνέλλος, το οποίο, δε σας κρύβω, αντιστάθηκε σε όλες τις προσπάθειες αναγραμματισμού στις οποίες με ώθησε η περιέργειά μου.
Το μυθιστόρημα μιλάει για έναν μαχητικό έρωτα ανάμεσα στον ήρωα που είναι βαμπίρ και άρα αθάνατος και την Ελίζα, μια γυναίκα που ξέρει να παίζει το παιχνίδι. Και ποιο είναι αυτό το ερωτικό παιχνίδι; Μα η «Αθάνατη Παρτίδα»! Ναι, εκείνη που έπαιξαν ο Άντερσεν με τον Κιζερίτσκυ, οι κινήσεις της οποίας εμπνέουν τις συγγραφικές μανούβρες. Κάθε κίνηση της παρτίδας αντιστοιχεί σε ένα σύντομο κεφάλαιο που καταγράφει κάποιους παραλληλισμούς.
Η γραφή χρησιμοποιεί μια πληθώρα ρητών, τσιτάτων, αφορισμών και ακόμα ακέριων παραγράφων από γνωστά χείλη (φιλοσόφων, συγγραφέων, ποιητών, σκακιστών), η προέλευση των οποίων βέβαια δεν αποκρύβεται. Έτσι φανερώνεται και η γενικότερη κουλτούρα του συγγραφέα που δηλώνει «δικηγόρος και σκακιστής». Αυτό που δεν μπορεί να αποφύγει όμως το μυθιστόρημα είναι ο άκρατος βερμπαλισμός και ένα είδος λογοτεχνικής επιδειξιομανίας που το κάνουν δύσβατο ακόμα και στον Καλοπροαίρετο αναγνώστη.



Δείτε ένα απόσπασμα από το κεφάλαιο 3)…Βθ4+ :
«Η Ελίζα πάντα ταξίδευε νύχτα στο αρχιπέλαγος της ζωής της. Αδιαφορούσε που τα νυχτερινά καράβια θαλασσοπορούν αργά. Στο ταξίδι της ζωής προτιμούσε τη μουσικότητα της νύχτας από την πλαστικότητα της μέρας, τη φαντασμαγορία από το θέλγητρο, τους ρεμβασμούς από την πραγματικότητα. Υπήρχε μια μεγάλη γαλήνη μαρασμού (μήπως ήταν η καρδιά της;) που το φως της μέρας την εμπόδιζε να είναι πένθιμη, αλλά η Ελίζα την ήθελε πένθιμη (μήπως ήταν η ψυχή της;)»
Στο τέλος της παρτίδας βέβαια δεν κερδίζει απαραίτητα ο νεκροζώντανος λευκός, κι ας κάνει ματ με θυσία ντάμας. Κερδίζει μέσα από την ήττα της η ρομαντική Ελίζα. Ίσως και η ρομαντική παρτίδα που ξαναγράφεται σε κάθε έρωτα. Έτσι δεν είναι αγαπητέ Αννίβα;
Βαθμολογία: 6,5

ΙΒ) ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ
Ο Χρήστος Κεφαλής δεν είναι άγνωστος στους φίλους του περιοδικού, φαντάζομαι ούτε και το συγγραφικό του έργο. Το «Σκάκι και Κουλτούρα» αποτέλεσε μια πρωτότυπη προσπάθεια για τα ελληνικά δεδομένα, ώστε το σκάκι να δείξει τις απειροστές του προεκτάσεις εκτός των 64 τετραγώνων και γι’ αυτό το λόγο και μόνο μπορεί να χαρακτηριστεί αξιέπαινη.
Το βιβλίο είναι μια μελέτη του συσχετισμού του παιχνιδιού με τη φιλοσοφία και δη τη διαλεκτική, τη φυσική, την τέχνη και την αισθητική. Στο μεγαλύτερο μέρος του ο συγγραφέας έχει κάνει καλή δουλειά, κάνοντας το σύγγραμμα ενδιαφέρον και για κάποιον μη σκακιστή, αφού φαίνεται να κατέχει άριστα την προβληματική της διαλεκτικής, όσο φυσικά και τις…αρχές της κβαντομηχανικής. Επιμέρους διαφωνίες που έχω δεν θα τις καταθέσω εδώ, εκτός ίσως από το γεγονός ότι θα προτιμούσα ένα πιο ανάλαφρο στυλ γραφής που θα έκανε το κείμενο λιγότερο «επιστημονικό» και περισσότερο φιλικό.
Φυσικά ένας τόμος δεν μπορεί να καλύψει έτσι απλά όλη τη γκάμα των πραγμάτων με τα οποία μπορεί να συγκριθεί το σκάκι, πράγμα που κάνει το όλο εγχείρημα να μοιάζει ημιτελές. Στην ουσία είναι σκοπίμως επιλεκτικό. Αυτό που μου αρέσει σε τέτοια βιβλία είναι πως γίνονται σκαπανείς. Ανοίγουν δρόμους και σου κλείνουν το μάτι. Ιδού η οδός. Αν έχεις κάτι να μας πεις, συνέχισε.
Βαθμολογία: 7

ΙΓ) ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ
Κάτω από το μεγαλεπήβολο αυτό τίτλο (υπάρχουν και πιο βαρύγδουποι βέβαια, με τη λέξη «Βίβλος» μέσα!) συναντά κανείς την πρώτη προσπάθεια στην Ελλάδα να συγκεντρωθούν, να αξιολογηθούν, να καταγραφούν, να κατανεμηθούν και να προβληθούν εγκυκλοπαιδικά και όχι μόνο στοιχεία της σκακιστικής ιστορίας, ξένης και ελληνικής.

Και σε αυτό το βιβλίο του ο Χρήστος Κεφαλής παραθέτει αρκετό υλικό που αποτελεί χρήσιμη υποθήκη γνώσεων για τους σκακιστές. Βιογραφίες, γεγονότα, ανέκδοτα, χρονολογίες, αλλά και κανόνες για το σκάκι, κρίσιμες θέσεις, αναφορές στο καλλιτεχνικό σκάκι. Δε λείπουν φυσικά οι παρτίδες, τα διαγράμματα, οι στατιστικοί πίνακες, αλλά και τα πρόσωπα, αυτά σημαντικών σκακιστών αλλά και μη σκακιστών που τίμησαν το άθλημα λόγω, έργω ή διανοία. Βέβαια, κάποια από τα στοιχεία είναι παρμένα αυτούσια από το προαναφερθέν βιβλίο, αλλά έτσι συμβαίνει με τις εγκυκλοπαίδειες, ερανίζονται από παντού.
Συνοπτικά, μια σημαντική εργασία που θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για κάθε Έλληνα σκακιστή.
Βαθμολογία: 7,5
ΙΔ) MISCELLANY
Εκτός των προηγούμενων έχω σταχυολογήσει και κάποια ακόμα βιβλία που είτε δεν είχα την ευκαιρία (ή την τύχη) να διαβάσω είτε ανήκουν σε μια πιο ειδική κατηγορία και ως εκ τούτου δεν θα τα βαθμολογήσω. Τα στοιχεία που παραθέτω τα έχω λάβει από διάφορες πηγές, τις οποίες μπορώ να παρουσιάσω αν μου ζητηθεί. «Η Παρτίδα» του Α. Σχοινά είναι μια σύντομη νουβέλα όπου με χιούμορ ο συγγραφέας του περιγράφει τις ψυχολογικές του μεταπτώσεις πάνω σε μια παρτίδα που θεωρούσε κερδισμένη, μα δεν ήταν καθόλου τέτοια. Χρήσιμη περιγραφή για τους περισσότερους από μας τους καραμαζέττες.
Το «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν το σκάκι» είναι ένα ενδιαφέρον και διδακτικό παραμύθι που έγραψαν ο Κ. Γιουβαντσιούδης και η Ειρήνη Μουσιάδου με στόχο να μάθουν τα παιδιά σκάκι με διασκεδαστικό τρόπο. Κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο εισήχθησαν στο βιβλίο της Γλώσσας της Ε’ Δημοτικού. Διαβάστε το. Όσοι από σας δεν θα μάθετε ποτέ σκάκι, τουλάχιστον θα μάθετε ανάγνωση.

«Η Σκακίστρια» της Μπερτίνα Χένριχς αποτελεί ένα ακόμα παράδειγμα αυτού που θα ονομάζαμε γυναικεία λογοτεχνία. Αφορά στην ιστορία μιας γυναίκας που κάποια στιγμή στη ζωή της τη γοητεύει το σκάκι και τα ελληνικά νησιά. Όπως κάθε φυσιολογικό άνθρωπο πάει να πει. Η Ελένη, η ηρωίδα συγκρούεται με το περιβάλλον της και το σκάκι αποτελεί, όχι απλά διαφυγή μα συνοδοιπόρο της, κι ό,τι καταλάβατε -καταλάβατε. Περισσότερα δε λέω γιατί κάθε φορά που γράφω για γυναίκες σκακίστριες όλο και κάποιος με βρίζει.
Τέλος στο μυθιστόρημα «Το Χειρόγραφο της Πράγας» ο ήρωας, πρώην σκακιστής, πασχίζει να ξεσκεπάσει ένα μυστικό αιώνων, λύνοντας ένα σκακιστικό γρίφο που είναι κρυμμένος σε ιστορικά μνημεία της βοημικής πόλης. Το πρωτόλειο του υποφαινόμενου δεν μπορεί να βαθμολογηθεί από τον…υποφαινόμενο, έτσι δεν είναι;
Φυσικά βιβλία με σκακιστική θεματολογία δε θα σταματήσουν ποτέ να γράφονται, ελπίζω ούτε και να διαβάζονται. Άρα, επιφυλάσσομαι να ξαναγράψω για βιβλία και σκάκι.
Άκουσα «ωχ-ωχ!» από τη γαλαρία, ή μου φάνηκε;
BEL

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2009

ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΑ (Μέρος Βου)

ΣΤ) ΟΚΤΩ

Το σκάκι του Μονγκλάν είναι το επίκεντρο της ιστορίας που έπλεξε η Κάθρην Νέβιλ για να εξασφαλίσει μια μόνιμη θέση στις παγκόσμιες λίστες των μπεστσέλερ βιβλίων. Δεν πρόκειται φυσικά για κάποιο σκακιστικό εγχειρίδιο, αλλά για μια γοητευτική ιστορία μιας σκακιέρας και των πολύτιμων κομματιών της που κάποτε ανήκαν στον Καρλομάγνο και που υποτίθεται πως υποκρύπτουν κάποιες μυστικές δυνάμεις. Δυνάμεις για τις οποίες πολλοί άνθρωποι μέσα στους αιώνες είναι έτοιμοι να πουν ψέματα, να ριψοκινδυνεύσουν, να πολεμήσουν, να προδώσουν ή να σκοτώσουν.

Μια από αυτούς είναι και η ηρωίδα Κατ Βέλις που αναγκάζεται να εμπλακεί σε ένα κυνηγητό γρίφων και χαμένων κομματιών. Η πλοκή είναι πυκνή και κάπως παρατραβηγμένη, μα αυτό αποτελεί κλασική συνταγή της αμερικανικής κουζίνας. Αυτό που ξαφνιάζει ευχάριστα είναι το λογοτεχνικό επίπεδο του μυθιστορήματος και η αληθοφάνεια στην εμπλοκή ιστορικών προσώπων, όπως του Ταλεϋράνδου, του Ροβεσπιέρου, του Ναπολέοντα , της Μεγάλης Αικατερίνης, ακόμα και του Φιλιντόρ.

Η συγγραφέας δεν αποφεύγει να μιλήσει για το σκάκι, ίσα-ίσα θα λέγαμε, πράγμα που δείχνει πως κάτι κουνάει κι η ίδια. Δυστυχώς, ο τελικός γρίφος, αυτός που δίνει και τον τίτλο του στο βιβλίο δεν είναι παρά ένα ανέμπνευστο «σκακιστικό» εφεύρημα, στο οποίο οδηγούμαστε μάλλον αυθαίρετα. Κι όσο για το μυστικό της σκακιέρας και των κομματιών της που αποκαλύπτεται στις τελευταίες σελίδες, τι να σας πω. Αισθάνθηκα σα να έψαχνα ένα σπινθηροβόλο «κλειδί» σε ένα πρόβλημα και η λύση ήταν ένα σαχ από τη ντάμα στο διπλανό τετράγωνο. Παρ’ όλα αυτά το βιβλίο διαβάζεται απνευστί και ευχάριστα και πολλούς -σκακιστές ή μη- τους συνεπαίρνει. Όπως και να’ χει, ένα must.


Βαθμολογία: 7,5


Ζ) Η ΦΩΤΙΑ

Τελευταίας εσοδείας το μυθιστόρημα «Η Φωτιά», αποτελεί το σήκουελ του «Οκτώ», φαντάζομαι κάτω από την αφόρητη πίεση του εκδότη της Νέβιλ. Και η πίεση είναι κακό πράμα, όπως μπορεί να βεβαιώσει ακόμα και ο τελευταίος των σκακιστών (δηλαδή εγώ!).


Η Νέβιλ αυτή τη φορά μεταφέρει την ευθύνη της συνέχισης της περιπέτειας στην Ξι, κόρη της Κατ Βέλις και του γκρανμέτρ Σολάριν, ηρώων του προηγούμενου βιβλίου. Μια νέα πλειάδα ιστορικών προσώπων εμφανίζονται στο προσκήνιο, όπως η μητέρα του Μεγάλου Ναπολέοντα, ο Λόρδος Βύρωνας, ο Τζέφερσον, μέχρι και ο Αλή Πασάς! «Ήξερα ότι αυτό το φονικό παιχνίδι που παραμόνευε ακόμα εκεί, που συνέχιζε να μετράει το χρόνο, ήταν κάτι παραπάνω από ένα σμάρι πιόνια και κομμάτια σκακιού. Αυτό ήταν το παιχνίδι. Το τελευταίο παιχνίδι. Το παιχνίδι που είχε σκοτώσει τον πατέρα μου».




Η οδός που ακολουθείται είναι η πεπατημένη. Παράδοξοι γρίφοι, σκακιστικές πινελιές, αποκρυφιστικές αναφορές, μυστηριώδη πρόσωπα, κρυφό παρελθόν, αλληλεπικάλυψη ψεύδους και αλήθειας, όπου όλα συνδέονται με όλα και όλοι με όλους! Αν αυτό μπορούσε να γίνει με έναν πειστικό και αληθοφανή τρόπο, θα ήταν καλά. Το πρόβλημα είναι πως το σενάριο μπερδεύεται υπερβολικά στην προσπάθεια να μπουν τα κομμάτια του παζλ στη θέση τους. Τόσο που μια πληθώρα πραγματολογικών στοιχείων είτε απομένουν ανεκμετάλλευτα και εκκρεμή, είτε συνωστίζονται σε μια θολή όσο και γκροτέσκ αυλαία.


Σε όσους άρεσε το «Οκτώ» ίσως να αρέσει και τούτο το πόνημα της Νέβιλ. Αυτό όμως είναι κάτι στο οποίο δε θα πόνταρα ούτε το θήτα πιόνι μου!

Βαθμολογία: 6



Η) ΤΟ ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΟ ΑΥΤΟΜΑΤΟ

Το «Σκακιστικό Αυτόματο» είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Λερ και αναφέρεται στο επίτευγμα του μηχανικού Βόλφγκανγκ φον Κέμπελεν να εμφανίσει στους αριστοκρατικούς κύκλους της Αυστροουγγαρίας ένα αυτόματο με τη μορφή ενός Τούρκου, το οποίο ήταν ικανό να παίζει σκάκι! Ήταν στην ουσία ένα αξιοθαύμαστο ρομπότ, κάτι πρωτόφαντο για τον 18ο αιώνα.

Βέβαια, αυτή η απάτη δεν ξαφνιάζει τους σκακιστές, αφού γνωρίζουμε καλά πως ο φον Κέμπελεν χρησιμοποιούσε ένα έξυπνο σύστημα γραναζιών και αξόνων τα οποία κινούσε από το εσωτερικό του μηχανήματος ένας νάνος-σκακιστής! Ούτε όμως ο συγγραφέας ποντάρει σε αυτό το ξάφνιασμα. Αντίθετα, εστιάζει το βλέμμα του στον αφανή ήρωα, τον αγαθό νάνο Τιμπόρ, ο οποίος γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον αριβίστα και άσπλαχνο Κέμπελεν.



Ο τελευταίος περιφέρει το μηχάνημά του και δίνει παραστάσεις κερδίζοντας φήμη και χρήματα και ο Τιμπόρ χορεύει στο ρυθμό του αφεντικού του. Είναι αναγκασμένος να κρύβεται για να μην προδώσει το μυστικό του Κέμπελεν, να στέκει πάντα έγκλειστος, στο σκοτάδι, στην αφάνεια. Όμως ο νάνος δεν αποτελεί ένα ακόμα εξάρτημα στο θαυμαστό «αυτόματο». Είναι άνθρωπος με σάρκα και οστά, με επιθυμίες και ανάγκες, αδικημένος στο δέμας, μα χαρισματικός στο νου -και όχι μόνο! Έτσι, κάποια στιγμή επαναστατεί και αποζητά ελευθερίες. Τα πράγματα όμως θα περιπλεχθούν όταν ένα πτώμα θα βρεθεί στο δωμάτιο που έμενε φυλαγμένος ο «Τούρκος». Και θα γίνουν ακόμα δραματικότερα όταν ο νάνος Τιμπόρ θα ερωτευτεί.

Όπως μπορείτε να φανταστείτε, μια ακόμα λαμπρή σκακιστική καριέρα χαραμίστηκε άδικα. Έκτοτε βέβαια τον φον Κέμπελεν πολλοί λοιδώρησαν, μα ακόμα περισσότεροι έσπευσαν να μιμηθούν το παράδειγμά του. Κι έτσι φτάσαμε σήμερα όχι μόνο να μην μπορούμε να σταυρώσουμε έναν πόντο από τον Φριτζ και τη Ρύμπκα, αλλά να μην μπορούμε να βρούμε και που έχουν κρυμμένο το νάνο.

Βαθμολογία: 7


Θ) Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ ΤΟΥ ΣΚΑΚΙΟΥ

Το συγκεκριμένο βιβλίο δεν υπηρετεί την λογοτεχνική γραφή, μα περισσότερο τη δοκιμιακή ή αυτή της πραγματείας. Κι αυτό γιατί η Μαίριλυν Γιάλομ (σύζυγος του Ίρβιν, πασίγνωστου στο ελληνικό κοινό, ψυχολόγου και συγγραφέα) γράφει συνήθως ακαδημαϊκές μελέτες και μάλιστα για το γυναικείο φύλο. Εντούτοις, δεν πρόκειται για μια δυσνόητη ακαδημαϊκή διατριβή, αφού η Γιάλομ, όπως ακριβώς και ο σύζυγός της, φροντίζει να εκλαϊκεύει αυτό που θέλει να πει.




Στη «Γέννηση της Βασίλισσας του Σκακιού» η συγγραφέας ξεκινάει μια έρευνα για το πότε εμφανίστηκε η φιγούρα της βασίλισσας στο ευρωπαϊκό σκάκι, και τι ακριβώς σηματοδοτούσε αυτό. Ο κεντρικός άξονας της συλλογιστικής της έγκειται στον ισχυρισμό πως η αντικατάσταση του αραβικού βεζύρη από την ντάμα έγινε τον Μέσο Μεσαίωνα, όταν δυναμικές γυναίκες τον επέβαλαν στο συμβολισμό του αριστοκρατικού παιχνιδιού, για να καταδειχθεί έτσι ο ολοένα και πιο σημαντικός ρόλος της γυναικείας παρουσίας στις ευρωπαϊκές βασιλικές Αυλές.




Για να στηρίξει τη θεωρία της αυτή η συγγραφέας κινείται με τρόπο επιστημονικό. Συλλέγει προσεκτικά τις πηγές της, κάνει αυτοψία όπου αυτό είναι δυνατόν, διασταυρώνει τα στοιχεία της, αντλεί πληροφορίες από ειδικούς και στοχάζεται τις φόρμουλες μέσα στις οποίες θα ενσωματώσει την εξηγητική της. Μέχρι εδώ καλά. Μια επιφανειακή ανάγνωση ίσως και να εντυπωσιάσει. Μια δεύτερη ματιά όμως πείθει για τα κενά. Το πρώτο από αυτά είναι η έλλειψη επαρκών ιστορικών στοιχείων, κάτι για το οποίο δεν ευθύνεται βέβαια η Γιάλομ. Το δεύτερο είναι η κατάχρηση δευτερογενών πηγών (το θεμελιώδες έργο του Μάρεϋ, το έχει ξεκοκαλίσει!) καθώς και πολλών ιστορικών και σκακιστικών ανεκδότων που περισσότερο διανθίζουν και κάνουν γοητευτική την ιστορία της, παρά την αποδεικνύουν. Το τρίτο και σημαντικότερο είναι πως η επιλογή των γυναικών (πριγκιπισσών, βασιλισσών, βασιλομητόρων) που χρησιμοποιεί δεν πείθει. Για παράδειγμα, θεωρώ πως έχετε ακούσει για την Ελεονόρα της Ακουιτανίας, μα πόσοι από σας ξέρατε την Δόνια Ουρράκα (Ισπανίδα του 11ου αιώνα) ή θυμόσαστε τη Θεοφανώ, ανιψιά του Τσιμισκή και γυναίκα του Όθωνα του Β’ το 970 μ.Χ.; Και πόσο σημαντικές γυναίκες ήταν αυτές για την εποχή τους, ώστε η φυσική τους παρουσία και η πολιτική τους επιρροή να αναδιαμορφώσει τις σκακιστικές φιγούρες;

Φοβάμαι πως οι "αποδείξεις" της Γιάλομ έχουν ένα ad hoc άγγιγμα, για να το θέσω κομψά. Στην προσπάθειά της να ενδυναμώσει τη φεμινιστική της ρητορική (πράγμα εξάλλου που είναι και το επάγγελμά της, αφού διευθύνει τις «Σπουδές για τις Γυναίκες και το Φύλο» στο Στάμφορντ), ανακαλύπτει εκ των υστέρων κάποιες γυναικείες μορφές και τις συνδέει, μάλλον χαλαρά και συχνά αστήριχτα, με τις αλλαγές στις μορφές και στους κανόνες στη σκακιέρα, μέσα στο χρόνο.

Ας πω όμως και έναν καλό λόγο. Το βιβλίο έχει ωραίες εικόνες. Ας πω κι άλλον έναν. Έχει κι ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο με τίτλο «Σκάκι, σεξ και αιμομιξία»!

Βαθμολογία: 6,5


Ι) Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ

Έχοντας αναρτήσει στο ιστολόγιο μου τη φράση «Η ζωή είναι μια παρτίδα σκάκι (…)» από τον Αύγουστο του 2007, σκέφτηκα πως ο Κασπάροβ…με αντέγραψε! Μετά είδα πως το βιβλίο «Η ζωή είναι μια παρτίδα σκάκι» γράφτηκε το 2005, οπότε μάλλον έπρεπε να αλλάξω τη φράση για να μη με κατηγορήσουν για λογοκλοπή! Τελικά διαπίστωσα πως ο αγγλικός τίτλος ήταν «How Life Imitates Chess», άρα αθώος κι ο Γκάρι κι εγώ.


Όταν γράφει για το σκάκι ένας σκακιστής το κείμενό του έχει πάντα ξεχωριστό ενδιαφέρον. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για τον σκακιστή. Από τότε που ο Γκάρι Κασπάροβ σταμάτησε το σκάκι, χάσαμε τον καλύτερο παίκτη μα τουλάχιστον βρήκαμε ένα συγγραφέα και ο Πούτιν βρήκε ένα μπελά, αφού ο πρώην Παγκόσμιος Πρωταθλητής έπεσε με τα μούτρα στην πολιτική.

Στο βιβλίο αυτό ο Κασπάροβ προσπαθεί να καταδείξει πως σημαντικές σκακιστικές έννοιες (όπως υλικό, χρόνος, στρατηγική, τακτική, μέτρημα, ταλέντο, καινοτομία, κρίση, διαίσθηση) μπορούν να αποκτήσουν μια ιδιαίτερη βαρύτητα στην καθημερινή μας εμπειρία και να αποκαλύψει τους τρόπους με τους οποίους ο ίδιος αλλά και άλλοι σημαντικοί σκακιστές έμαθαν να χειρίζονται καταστάσεις στη ζωή τους, μέσα από το σκάκι κι όχι το αντίθετο. Αυτή η αντιστροφή της φυσιολογικής θεώρησης των πραγμάτων θα έπρεπε να μας ξενίζει αν δεν είχαμε να κάνουμε με τον κατεξοχήν «σκακιστάνθρωπο» (κατά το θεατράνθρωπο)!


Ασφαλώς για μας τους σκακιστές οι αφηγήσεις και οι προσεγγίσεις του Κασπάροβ έχουν μια άλλη βαρύτητα. Πολύ σημαντικό θεωρώ το κεφάλαιο που παρουσιάζει τη μονομαχία του με τον Κάρποβ, τόσο σε αγωνιστικό, όσο και σε ψυχολογικό και εξωσκακιστικό επίπεδο και πως ο νεαρός διδάχτηκε στην πορεία από τον παλιότερο. Στις αδυναμίες της επιχειρηματολογίας του η απροθυμία του συγγραφέα να ταπεινώσει το ego του στο ύψος της αντικειμενικότητας και η γενίκευση σε ορισμένες περιπτώσεις που δεν την δικαιολογούν. Αμάσητο προσπαθεί να καταπιεί και έναν ξεπεσμένο δυτικό φιλελευθερισμό, και γενικά, ο λύκος κι αν εγέρασε...Στη γραφή του τέλος δεν έχει νόημα η κριτική, αφού πρόκειται ξεκάθαρα για τεχνοκρατική και όχι για λογοτεχνική προσπάθεια.

Βαθμολογία: 6,5