Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΚΑΚΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΚΑΚΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

"Είναι όλες αδύναμες, είναι γυναίκες! Είναι χαζές συγκρινόμενες με τους άντρες. Δε θα ’πρεπε να παίζουν σκάκι, ξέρετε. Είναι σαν αρχάριες. Χάνουν όλες τις παρτίδες τους με τους άντρες. Δεν υπάρχει έστω και μια σκακίστρια σε όλον τον κόσμο που να μην μπορώ να της χαρίσω έναν ίππο και μετά να την κοπανήσω!"

Μη σπεύσετε τώρα εσείς οι σουφραζέτες σκακίστριες να μου πετάξετε ζαρζαβατικά και γιαούρτια και να οργανώσετε διαδηλώσεις κλείνοντας τη Συγγρού στο ύψος της ΕΣΟ για να επιστρέψω όσο ΕΛΟ έχω πάρει ποτέ από γυναίκες σκακίστριες και για να μου αφαιρεθεί το αγωνιστικό μου δελτίο. Γιατί απλούστατα την εισαγωγή δεν την διατύπωσε η αφεντιά μου, αλλά το πιθανό ίνδαλμά σας, ο Μπόμπυ Φίσερ.

Η σκακιστική αυτή διάνοια παίρνει ασφαλώς ακραία θέση (και δεν ήταν μόνο μισογύνης, είχε κι άλλα κουσούρια, αλλά αυτό είναι θέμα άλλου άρθρου), ωστόσο μια σύντομη ιστορική περιοδολόγηση δείχνει πως η γυναικεία παρουσία στο σκάκι σε καμιά περίπτωση δε φτάνει στο ύψος των ανδρικών επιδόσεων. Πράγματι, στην υπεραιωνόβια ιστορία των Παγκόσμιων Πρωταθλημάτων έχουν στεφθεί καμιά δεκαπενταριά άντρες μα καμιά γυναίκα. Οι καλύτερες εξ αυτών έφτασαν σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο, κατάφερναν στο ζενίθ της καριέρας τους να κοπανάνε άντρες γκρανμέτρ, ακόμα και πρωτοκλασάτους, όχι όμως να προκριθούν σε τελικούς και να διεκδικήσουν τίτλους. Αυτό μοιάζει αρχικά παράδοξο αν σκεφτεί κανείς πως η ποιότητα στο σκάκι δε στηρίζεται στα μούσκουλα, μα σε εγγενείς εγκεφαλικές λειτουργίες, όπως την εκμάθηση, τη μνήμη, τη φαντασία, την αναλυτική και τη συνδυαστική σκέψη, στοιχεία ανθρώπινα αλλά όχι ανδρικά ή γυναικεία.

Μετά από τόσα χρόνια η κατάσταση δεν έχει αλλάξει και πολύ. Από την εποχή που η Μέντσικ έβγαλε το γυναικείο σκάκι στο προσκήνιο, μόνο μια χούφτα γυναικών μπόρεσαν να σταθούν με αξιώσεις απέναντι στο αντίθετο φύλο: η Γκαμπριντασβίλι, η Τσιμπουρντανίτζε, φυσικά οι αδερφές Πόλγκαρ, άντε και δυο ή τρεις της νέας γενιάς. Ειδικά στην περίπτωση Πόλγκαρ, και ακόμα ειδικότερα στην Ιουδήθ, συναντάμε το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, αφού από πολύ τρυφερή ηλικία ο πατέρας τους τις έριξε στο σκάκι και άρα ακολούθησαν την ίδια πορεία (προπονήσεων, εμπειριών κτλ) με οποιονδήποτε άνδρα πρωταθλητή. Κι όμως δεν κατόρθωσαν να υπερβούν τα εσκαμμένα. Αλλά και σε χαμηλότερο επίπεδο να κοιτάξει κανείς, βλέπει να επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό. Το θηλυκό στοιχείο σε ρόλο κομπάρσου στη συντριπτική πλειοψηφία των διεθνών και εγχώριων όπεν. Γιατί άραγε; Τι είναι αυτό που μοιάζει να εμποδίζει τη γυναικεία φύση να κατακτήσει το σκακιστικό Όλυμπο; Είναι τελικά το σκάκι ένα ανδρικό άθλημα;

Στην τελευταία ερώτηση απαντά καταφατικά μια έρευνα που είδε το φως της δημοσιότητας το 1992 και μου έγινε γνωστή από το ενδιαφέρον ιστολόγιο του Τ. Δρεπανιώτη (www.greekchesspolitics.wordpress.com) και πολύ γέλασα.

Σε αυτήν λοιπόν εξετάζεται η επίδραση της ορμόνης τεστοστερόνης (Τ) στην «κατανομή στα επίπεδα ιεραρχίας». Για να μην μακρηγορώ, οι επιστήμονες της Αμερικανικής Κοινωνιολογικής Εταιρίας καταλήγουν, ούτε λίγο ούτε πολύ, πως η ύπαρξη της Τ. σε υψηλά επίπεδα συμβάλει στην σκακιστική επιτυχία, αφού όσοι είχαν νικήσει σε ένα τουρνουά, την είχαν σηκωμένη (την Τ!). Άρα, λένε οι επιστήμονες, οι γυναίκες -που δεν έχουν Τ.- είναι μαζέτισσες (αυτό μάλλον θα το διορθώσει ο Σαραντάκος, εννοώ τη λέξη).

Έχει ήδη γίνει εμφανές, φαντάζομαι, το πόσο διαφωνώ. Σε ένα τουρνουά σκάκι είναι ευνόητο πως οι παίκτες που ετοιμάζονται να αρχίσουν μια παρτίδα έχουν κάποιο άγχος, ενώ αυτοί που έχουν κερδίσει, μια κάποια ευφορία. Και στις δύο περιπτώσεις μια ορμόνη πράγματι βάζει το χεράκι της. Αυτή όμως δεν είναι η τεστοστερόνη, μα η αδρεναλίνη (άντε και η σεροτονίνη). Το γεγονός ότι η αδρεναλίνη επηρεάζει και τα επίπεδα της Τ. στους άντρες, εξηγεί και το κλινικό αποτέλεσμα. Η τεστοστερόνη παράγεται από τα διάμεσα κύτταρα του Leydig, και τα μωρά βρίθουν από δαύτη. Άρα ο γιος μου έπρεπε να με κοπανάει ήδη (και να λείπουν τα κακεντρεχή σχόλια, του τύπου «γιατί; δεν το κάνει;»). Επιπρόσθετα, όσοι άνδρες έχουν αυξημένα επίπεδα Τ. θα έπρεπε να είναι σκακισταράδες, όπως για παράδειγμα οι φαλακροί, οι τριχωτοί, όσοι έχουν μπάσα φωνή, υψηλό αιματοκρίτη ή σκληρό δέρμα! Τέτοιες έρευνες, έχουν τουλάχιστον ένα ad hoc άγγιγμα, για να μην πάω παραπέρα και μιλήσω για ρατσισμό.

Θυμάμαι μια ακόμα έρευνα του 1995, από το Πανεπιστήμιο του Κλήβελαντ, που κατέληγε (με τη βοήθεια ενός δάσους ηλεκτροδίων) στο ότι οι γυναίκες χρησιμοποιούν καλύτερα τον αριστερό βρεγματικό λοβό του εγκεφάλου, ενώ οι άντρες τον δεξί αντίστοιχο. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να υπερτερούν των ανδρών στις λεκτικές και στις χρωματικές δοκιμασίες, καθώς και στη μνήμη, ενώ υστερούσαν στη χωροαντιληπτική ικανότητα και τις μαθηματικές ασκήσεις. Ακόμα κι αν η ομάδα του Κλήβελαντ ήταν ακριβής (πράγμα για το οποίο δεν είμαι πεπεισμένος αφού το δείγμα ήταν μικρό και οι άνθρωποι τόσο μα τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους), αυτό στο σκακιστικό επίπεδο δεν αποδεικνύει και πολλά πράγματα αφού οι αρετές για έναν σκακιστή μοιράζονται ισόποσα.

Θα έχετε εικάζω συναπαντηθεί με τον δημοφιλή μύθο που λέει πως για να παίζεις καλό σκάκι, τότε ασφαλώς θα είσαι έξυπνος. Ελπίζω να προσπαθείτε να τον καταρρίψετε, αφού ξέρουμε καλά πως όποιος παίζει σκάκι (εκτός του ότι χάνει βλακωδώς το χρόνο του στο μπλιτς) δεν είναι απαραίτητα και οξύνους. Χρησιμοποιήθηκε εντούτοις κι αυτό το σαθρό επιχείρημα για να «αποδείξει» την αντρική νοητική υπεροχή. Αλί και τρισαλί! Ο εξυπνότερος άνθρωπος στον κόσμο είναι γυναίκα και λέγεται Μαίριλυν Σάβαντ (ή κάπως έτσι) και είναι διαφημίστρια στο επάγγελμα. Έχει IQ 217 (όταν ο Αϊνστάιν είχε κάπου 170 και ο «μέσος άνθρωπος» κάπου 100). Δεν ξέρω αν την έχει στο μεταξύ περάσει κανείς άνδρας, ούτε ξέρω αν έχει διεθνή αξιολόγηση στο σκάκι, ξέρω όμως πως δεν υπάρχουν χημικές ουσίες και βιολογικά εφαλτήρια πίσω από το σκάκι. Κάπου αλλού πρέπει να ψάξουμε για να εντοπίσουμε την αφύσικη απόκλιση στις σκακιστικές επιδόσεις ανδρών και γυναικών.

Μια παράμετρος που πρέπει να αξιολογηθεί σοβαρά έχει να κάνει με την αργοπορημένη είσοδο των γυναικών στο καθαρά αγωνιστικό σκάκι. Στα σκακιστικά καφενεία του Παρισιού το 18ο ή το 19ο αιώνα, ούτε που μπορούσε μια γυναίκα να διανοηθεί να παίξει σκάκι (και δεν έφταιγε αποκλειστικά ο καπνός).

Ακόμα και σ’ έναν γυναικείο χώρο, στο οτέλ παρτικιουλέρ της μαντάμ ντε Λαφαγέτ για παράδειγμα, οι άντρες ήταν συνήθως οι πρωταγωνιστές πάνω από την αλαβάστρινη σκακιέρα. Αυτό συνεχίστηκε για πολλές δεκαετίες και νομίζω πως η πραγματική αλλαγή άρχισε να παρατηρείται στην μετεπαναστατική Ρωσία, αφού για λόγους επιβεβαίωσης της πολιτικής ιδεολογίας, οι γυναίκες έπρεπε να έχουν ίσες ευκαιρίες με τον άντρα, ακόμα και στο σκάκι. Βέβαια, η κατάσταση σήμερα έχει βελτιωθεί, εντούτοις μόλις το 1% των 300 κορυφαίων σκακιστών είναι γυναίκες, και μόλις το 5%, ανάμεσα σε αυτούς που έχουν διεθνή τίτλο. Μην εθελοτυφλούμε. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στη βάση. Έχω την αίσθηση πως ο μακρόχρονος αυτός κοινωνικός αποκλεισμός στοίχισε στο γυναικείο σκάκι, όπως έγινε και σε άλλους τομείς, λόγου χάρη στην πολιτική ή τις επιστήμες. Κάτι που αλλάζει όλο και με πιο ταχείς ρυθμούς.

Αλλάζει, αλλά δεν έχει αλλάξει. Θυμάμαι περίπτωση πατέρα που αποτράβηξε τη δεκτική θυγατέρα του από τα μαθήματα σκάκι. Η αιτιολόγησή του ήταν αποστομωτική: «Και τι θα κάνει η κόρη μου; Θα παίζει τάβλι στα καφενεία;». Αμέλησα να του επισημάνω πως το μόνο τάβλι που είχε να φοβάται ήταν αυτό στο εσωτερικό του κρανίου του (πιθανότατα «φεύγα»). Το αγωνιστικό σκάκι απαιτεί για ένα κορίτσι το μοιραίο συγχρωτισμό με πολλά αγόρια, κάτι που φαίνεται να θορυβεί τους γονείς, ακόμα και σε πιο προοδευτικές κοινωνίες από τη δικιά μας. Πόσο μάλλον που το σκάκι σε χώρες όπως η Ελλάδα, δεν υπόσχεται στα κορίτσια καμιά επαγγελματική εξασφάλιση (ούτε καν έναν καλό γαμπρό!). Όπως και να ’χει, στην καλλιέργεια των βλασταριών, αυτό που μετράει περισσότερο είναι οι γονικές επιλογές. Πόσες φορές δεν έχετε ακούσει κάτι σαν κι αυτό: «ο Γιωργάκης πηγαίνει σκάκι και μπάσκετ και η Μαιρούλα μπαλέτο και αγγειοπλαστική»; Η –έστω και υποσυνείδητη- αναπαραγωγή τέτοιων στερεότυπων παίζει ασφαλώς το ρόλο της. Η μετέπειτα μητρότητα και οι ευθύνες της αναμφίβολα παίζουν τον δικό τους.

Νέο φως στο θέμα ρίχνει μια σχετικά πρόσφατη μελέτη (Μάρτης 2009) του τμήματος Πειραματικής Ψυχολογίας του πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Σ’ αυτή παρουσιάζεται μεταξύ άλλων η κλιμάκωση του ΕΛΟ των παιδιών από τα πρώτα τους σκακιστικά βήματα και καθώς ωριμάζουν. Αποδεικνύεται λοιπόν πως τα κορίτσια δεν υστερούν καθόλου των αγοριών, ούτε στη συμμετοχή, ούτε στην αγωνιστικότητα, ούτε εν τέλει στη συνολική πρόοδο στο άθλημα. Εισέρχονται, βελτιώνονται ή και αποχωρούν από το σκάκι, με τους ίδιους ρυθμούς που το κάνουν και τα αγόρια. Αυτό που μοιάζει ωστόσο κρίσιμη παράμετρος στην έρευνα, είναι το ποσοστό συμμετοχής των κοριτσιών. Όταν αυτό είναι χαμηλό, τα αποτελέσματα αρχίζουν να αποκλίνουν. Όταν όμως κυμαίνεται γύρω στο 50%, τότε οι στατιστικές καμπύλες της έρευνας επιβεβαιώνονται. Ξέρω πως δεν μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστο δείγμα, μα θα το αναφέρω. Στο φετινό σχολικό πρωτάθλημα στο Μεγανήσι τα κορίτσια αποτελούσαν το 30% και κανένα τους δεν μπήκε στην εξάδα. Πέρσι το ποσοστό ήταν 42% και βρέθηκαν δύο κοπέλες στην τετράδα. Τυχαίο; Ίσως. Ίσως πάλι όχι.

Θα επιμείνω λίγο στην προηγούμενη έρευνα, γιατί θεωρώ το σημείο «ποσοστιαία συμμετοχή» το κλειδί της υπόθεσης. Γιατί άραγε οι Κινέζοι σάρωσαν τα μετάλλια στην τελευταία Ολυμπιάδα στο Πεκίνο; Όχι βέβαια μόνο και μόνο επειδή έπαιζαν εντός έδρας. Ούτε που μπορεί να πιστέψει κανείς πως έγιναν τόσο σύντομα κράτος αθλητών επειδή απέκτησαν τις κτιριακές υποδομές και τις προπονητικές προϋποθέσεις άλλων δυτικών κρατών, τη στιγμή που μεγάλα κομμάτια της χώρας μαστίζονται από την ανέχεια. Πιστεύω πως η εξήγηση έχει να κάνει με τη μαζικότητα. Εκατομμύρια αθλητές σημαίνει και εκατομμύρια ευκαιρίες για να αναδειχθούν πρωταθλητές. Κάτι ανάλογο έγινε σε μας μετά την έκρηξη της κατάκτησης του Ευρωμπάσκετ του 1987. Αυξήθηκε μαζικά η ενασχόληση με το άθλημα και σήμερα αυτό εξαργυρώνεται με διαρκείς διακρίσεις. Το ίδιο θαρρώ ισχύει και στο σκάκι της Ρωσίας. Υπό το ίδιο πρίσμα πρέπει να δει κανείς τη σχέση σκάκι και γυναικών. Η ελλιπής εκπροσώπηση του θηλυκού πληθυσμού είναι, κατά την ταπεινή μου άποψη, ο βασικότερος λόγος της υστέρησης στα αποτελέσματα. Για να το θέσω διαφορετικά, αν αύριο η FIDE έβγαζε φιρμάνι σε όλα τα τουρνουά να συμμετέχουν σε ίσο ποσοστό τα δύο φύλα (και το ίδιο ίσχυε φυσικά και στη βάση του αθλήματος), τότε δε νομίζω να απαιτούνταν περισσότερο από δέκα ή είκοσι χρόνια για να καμαρώσουμε την πρώτη Παγκόσμια Πρωταθλήτρια.

Μολονότι για κάποιους από μας είναι πολύ σημαντικό και για κάποιους ακόμα και βιοποριστικό, το σκάκι δεν παύει να είναι ένα παιχνίδι. Αυτό με κάνει να αναρωτιέμαι μήπως τελικά οι γυναίκες, που αποδεδειγμένα ωριμάζουν νωρίτερα (εκτός από μερικές που έχουν την ενοχλητική συνήθεια να μας βουλιάζουν τα καραβάκια στη μπανιέρα και να μας χαλάνε τα τραινάκια στο σαλόνι), απλά το σνομπάρουν. Πόσο πολύ θα ομόρφαιναν όμως τα τουρνουά αν κατακλυζόντουσαν από σκακίστριες! Πόσο περισσότερο ενδιαφέρον θα προσέλκυαν! Σίγουρα τόσο που θα προσπαθούσα να παίζω συχνότερα. Ίσως μάλιστα τότε να μην με πείραζε ακόμα και το να υποστώ κάποια ήττα από γυναίκα. Εννοείται την πρώτη μου…

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2009

ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΑ (Παρ(τ)ρίτο)

ΙΑ) ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ
Αννίβας λέγεται ο ήρωας τούτου του βιβλίου. Αννίβας και ο συγγραφέας. Μερικές φορές, Αννίβας και ο αναγνώστης. Δεν μπορώ να σας πω περισσότερα για το δημιουργό αφού ο ίδιος προτίμησε τη φιλολογική ανωνυμία του ψευδώνυμου Αννίβας Αννίβα Αρνέλλος, το οποίο, δε σας κρύβω, αντιστάθηκε σε όλες τις προσπάθειες αναγραμματισμού στις οποίες με ώθησε η περιέργειά μου.
Το μυθιστόρημα μιλάει για έναν μαχητικό έρωτα ανάμεσα στον ήρωα που είναι βαμπίρ και άρα αθάνατος και την Ελίζα, μια γυναίκα που ξέρει να παίζει το παιχνίδι. Και ποιο είναι αυτό το ερωτικό παιχνίδι; Μα η «Αθάνατη Παρτίδα»! Ναι, εκείνη που έπαιξαν ο Άντερσεν με τον Κιζερίτσκυ, οι κινήσεις της οποίας εμπνέουν τις συγγραφικές μανούβρες. Κάθε κίνηση της παρτίδας αντιστοιχεί σε ένα σύντομο κεφάλαιο που καταγράφει κάποιους παραλληλισμούς.
Η γραφή χρησιμοποιεί μια πληθώρα ρητών, τσιτάτων, αφορισμών και ακόμα ακέριων παραγράφων από γνωστά χείλη (φιλοσόφων, συγγραφέων, ποιητών, σκακιστών), η προέλευση των οποίων βέβαια δεν αποκρύβεται. Έτσι φανερώνεται και η γενικότερη κουλτούρα του συγγραφέα που δηλώνει «δικηγόρος και σκακιστής». Αυτό που δεν μπορεί να αποφύγει όμως το μυθιστόρημα είναι ο άκρατος βερμπαλισμός και ένα είδος λογοτεχνικής επιδειξιομανίας που το κάνουν δύσβατο ακόμα και στον Καλοπροαίρετο αναγνώστη.



Δείτε ένα απόσπασμα από το κεφάλαιο 3)…Βθ4+ :
«Η Ελίζα πάντα ταξίδευε νύχτα στο αρχιπέλαγος της ζωής της. Αδιαφορούσε που τα νυχτερινά καράβια θαλασσοπορούν αργά. Στο ταξίδι της ζωής προτιμούσε τη μουσικότητα της νύχτας από την πλαστικότητα της μέρας, τη φαντασμαγορία από το θέλγητρο, τους ρεμβασμούς από την πραγματικότητα. Υπήρχε μια μεγάλη γαλήνη μαρασμού (μήπως ήταν η καρδιά της;) που το φως της μέρας την εμπόδιζε να είναι πένθιμη, αλλά η Ελίζα την ήθελε πένθιμη (μήπως ήταν η ψυχή της;)»
Στο τέλος της παρτίδας βέβαια δεν κερδίζει απαραίτητα ο νεκροζώντανος λευκός, κι ας κάνει ματ με θυσία ντάμας. Κερδίζει μέσα από την ήττα της η ρομαντική Ελίζα. Ίσως και η ρομαντική παρτίδα που ξαναγράφεται σε κάθε έρωτα. Έτσι δεν είναι αγαπητέ Αννίβα;
Βαθμολογία: 6,5

ΙΒ) ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ
Ο Χρήστος Κεφαλής δεν είναι άγνωστος στους φίλους του περιοδικού, φαντάζομαι ούτε και το συγγραφικό του έργο. Το «Σκάκι και Κουλτούρα» αποτέλεσε μια πρωτότυπη προσπάθεια για τα ελληνικά δεδομένα, ώστε το σκάκι να δείξει τις απειροστές του προεκτάσεις εκτός των 64 τετραγώνων και γι’ αυτό το λόγο και μόνο μπορεί να χαρακτηριστεί αξιέπαινη.
Το βιβλίο είναι μια μελέτη του συσχετισμού του παιχνιδιού με τη φιλοσοφία και δη τη διαλεκτική, τη φυσική, την τέχνη και την αισθητική. Στο μεγαλύτερο μέρος του ο συγγραφέας έχει κάνει καλή δουλειά, κάνοντας το σύγγραμμα ενδιαφέρον και για κάποιον μη σκακιστή, αφού φαίνεται να κατέχει άριστα την προβληματική της διαλεκτικής, όσο φυσικά και τις…αρχές της κβαντομηχανικής. Επιμέρους διαφωνίες που έχω δεν θα τις καταθέσω εδώ, εκτός ίσως από το γεγονός ότι θα προτιμούσα ένα πιο ανάλαφρο στυλ γραφής που θα έκανε το κείμενο λιγότερο «επιστημονικό» και περισσότερο φιλικό.
Φυσικά ένας τόμος δεν μπορεί να καλύψει έτσι απλά όλη τη γκάμα των πραγμάτων με τα οποία μπορεί να συγκριθεί το σκάκι, πράγμα που κάνει το όλο εγχείρημα να μοιάζει ημιτελές. Στην ουσία είναι σκοπίμως επιλεκτικό. Αυτό που μου αρέσει σε τέτοια βιβλία είναι πως γίνονται σκαπανείς. Ανοίγουν δρόμους και σου κλείνουν το μάτι. Ιδού η οδός. Αν έχεις κάτι να μας πεις, συνέχισε.
Βαθμολογία: 7

ΙΓ) ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ
Κάτω από το μεγαλεπήβολο αυτό τίτλο (υπάρχουν και πιο βαρύγδουποι βέβαια, με τη λέξη «Βίβλος» μέσα!) συναντά κανείς την πρώτη προσπάθεια στην Ελλάδα να συγκεντρωθούν, να αξιολογηθούν, να καταγραφούν, να κατανεμηθούν και να προβληθούν εγκυκλοπαιδικά και όχι μόνο στοιχεία της σκακιστικής ιστορίας, ξένης και ελληνικής.

Και σε αυτό το βιβλίο του ο Χρήστος Κεφαλής παραθέτει αρκετό υλικό που αποτελεί χρήσιμη υποθήκη γνώσεων για τους σκακιστές. Βιογραφίες, γεγονότα, ανέκδοτα, χρονολογίες, αλλά και κανόνες για το σκάκι, κρίσιμες θέσεις, αναφορές στο καλλιτεχνικό σκάκι. Δε λείπουν φυσικά οι παρτίδες, τα διαγράμματα, οι στατιστικοί πίνακες, αλλά και τα πρόσωπα, αυτά σημαντικών σκακιστών αλλά και μη σκακιστών που τίμησαν το άθλημα λόγω, έργω ή διανοία. Βέβαια, κάποια από τα στοιχεία είναι παρμένα αυτούσια από το προαναφερθέν βιβλίο, αλλά έτσι συμβαίνει με τις εγκυκλοπαίδειες, ερανίζονται από παντού.
Συνοπτικά, μια σημαντική εργασία που θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για κάθε Έλληνα σκακιστή.
Βαθμολογία: 7,5
ΙΔ) MISCELLANY
Εκτός των προηγούμενων έχω σταχυολογήσει και κάποια ακόμα βιβλία που είτε δεν είχα την ευκαιρία (ή την τύχη) να διαβάσω είτε ανήκουν σε μια πιο ειδική κατηγορία και ως εκ τούτου δεν θα τα βαθμολογήσω. Τα στοιχεία που παραθέτω τα έχω λάβει από διάφορες πηγές, τις οποίες μπορώ να παρουσιάσω αν μου ζητηθεί. «Η Παρτίδα» του Α. Σχοινά είναι μια σύντομη νουβέλα όπου με χιούμορ ο συγγραφέας του περιγράφει τις ψυχολογικές του μεταπτώσεις πάνω σε μια παρτίδα που θεωρούσε κερδισμένη, μα δεν ήταν καθόλου τέτοια. Χρήσιμη περιγραφή για τους περισσότερους από μας τους καραμαζέττες.
Το «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν το σκάκι» είναι ένα ενδιαφέρον και διδακτικό παραμύθι που έγραψαν ο Κ. Γιουβαντσιούδης και η Ειρήνη Μουσιάδου με στόχο να μάθουν τα παιδιά σκάκι με διασκεδαστικό τρόπο. Κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο εισήχθησαν στο βιβλίο της Γλώσσας της Ε’ Δημοτικού. Διαβάστε το. Όσοι από σας δεν θα μάθετε ποτέ σκάκι, τουλάχιστον θα μάθετε ανάγνωση.

«Η Σκακίστρια» της Μπερτίνα Χένριχς αποτελεί ένα ακόμα παράδειγμα αυτού που θα ονομάζαμε γυναικεία λογοτεχνία. Αφορά στην ιστορία μιας γυναίκας που κάποια στιγμή στη ζωή της τη γοητεύει το σκάκι και τα ελληνικά νησιά. Όπως κάθε φυσιολογικό άνθρωπο πάει να πει. Η Ελένη, η ηρωίδα συγκρούεται με το περιβάλλον της και το σκάκι αποτελεί, όχι απλά διαφυγή μα συνοδοιπόρο της, κι ό,τι καταλάβατε -καταλάβατε. Περισσότερα δε λέω γιατί κάθε φορά που γράφω για γυναίκες σκακίστριες όλο και κάποιος με βρίζει.
Τέλος στο μυθιστόρημα «Το Χειρόγραφο της Πράγας» ο ήρωας, πρώην σκακιστής, πασχίζει να ξεσκεπάσει ένα μυστικό αιώνων, λύνοντας ένα σκακιστικό γρίφο που είναι κρυμμένος σε ιστορικά μνημεία της βοημικής πόλης. Το πρωτόλειο του υποφαινόμενου δεν μπορεί να βαθμολογηθεί από τον…υποφαινόμενο, έτσι δεν είναι;
Φυσικά βιβλία με σκακιστική θεματολογία δε θα σταματήσουν ποτέ να γράφονται, ελπίζω ούτε και να διαβάζονται. Άρα, επιφυλάσσομαι να ξαναγράψω για βιβλία και σκάκι.
Άκουσα «ωχ-ωχ!» από τη γαλαρία, ή μου φάνηκε;
BEL

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2009

ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΑ (Μέρος Βου)

ΣΤ) ΟΚΤΩ

Το σκάκι του Μονγκλάν είναι το επίκεντρο της ιστορίας που έπλεξε η Κάθρην Νέβιλ για να εξασφαλίσει μια μόνιμη θέση στις παγκόσμιες λίστες των μπεστσέλερ βιβλίων. Δεν πρόκειται φυσικά για κάποιο σκακιστικό εγχειρίδιο, αλλά για μια γοητευτική ιστορία μιας σκακιέρας και των πολύτιμων κομματιών της που κάποτε ανήκαν στον Καρλομάγνο και που υποτίθεται πως υποκρύπτουν κάποιες μυστικές δυνάμεις. Δυνάμεις για τις οποίες πολλοί άνθρωποι μέσα στους αιώνες είναι έτοιμοι να πουν ψέματα, να ριψοκινδυνεύσουν, να πολεμήσουν, να προδώσουν ή να σκοτώσουν.

Μια από αυτούς είναι και η ηρωίδα Κατ Βέλις που αναγκάζεται να εμπλακεί σε ένα κυνηγητό γρίφων και χαμένων κομματιών. Η πλοκή είναι πυκνή και κάπως παρατραβηγμένη, μα αυτό αποτελεί κλασική συνταγή της αμερικανικής κουζίνας. Αυτό που ξαφνιάζει ευχάριστα είναι το λογοτεχνικό επίπεδο του μυθιστορήματος και η αληθοφάνεια στην εμπλοκή ιστορικών προσώπων, όπως του Ταλεϋράνδου, του Ροβεσπιέρου, του Ναπολέοντα , της Μεγάλης Αικατερίνης, ακόμα και του Φιλιντόρ.

Η συγγραφέας δεν αποφεύγει να μιλήσει για το σκάκι, ίσα-ίσα θα λέγαμε, πράγμα που δείχνει πως κάτι κουνάει κι η ίδια. Δυστυχώς, ο τελικός γρίφος, αυτός που δίνει και τον τίτλο του στο βιβλίο δεν είναι παρά ένα ανέμπνευστο «σκακιστικό» εφεύρημα, στο οποίο οδηγούμαστε μάλλον αυθαίρετα. Κι όσο για το μυστικό της σκακιέρας και των κομματιών της που αποκαλύπτεται στις τελευταίες σελίδες, τι να σας πω. Αισθάνθηκα σα να έψαχνα ένα σπινθηροβόλο «κλειδί» σε ένα πρόβλημα και η λύση ήταν ένα σαχ από τη ντάμα στο διπλανό τετράγωνο. Παρ’ όλα αυτά το βιβλίο διαβάζεται απνευστί και ευχάριστα και πολλούς -σκακιστές ή μη- τους συνεπαίρνει. Όπως και να’ χει, ένα must.


Βαθμολογία: 7,5


Ζ) Η ΦΩΤΙΑ

Τελευταίας εσοδείας το μυθιστόρημα «Η Φωτιά», αποτελεί το σήκουελ του «Οκτώ», φαντάζομαι κάτω από την αφόρητη πίεση του εκδότη της Νέβιλ. Και η πίεση είναι κακό πράμα, όπως μπορεί να βεβαιώσει ακόμα και ο τελευταίος των σκακιστών (δηλαδή εγώ!).


Η Νέβιλ αυτή τη φορά μεταφέρει την ευθύνη της συνέχισης της περιπέτειας στην Ξι, κόρη της Κατ Βέλις και του γκρανμέτρ Σολάριν, ηρώων του προηγούμενου βιβλίου. Μια νέα πλειάδα ιστορικών προσώπων εμφανίζονται στο προσκήνιο, όπως η μητέρα του Μεγάλου Ναπολέοντα, ο Λόρδος Βύρωνας, ο Τζέφερσον, μέχρι και ο Αλή Πασάς! «Ήξερα ότι αυτό το φονικό παιχνίδι που παραμόνευε ακόμα εκεί, που συνέχιζε να μετράει το χρόνο, ήταν κάτι παραπάνω από ένα σμάρι πιόνια και κομμάτια σκακιού. Αυτό ήταν το παιχνίδι. Το τελευταίο παιχνίδι. Το παιχνίδι που είχε σκοτώσει τον πατέρα μου».




Η οδός που ακολουθείται είναι η πεπατημένη. Παράδοξοι γρίφοι, σκακιστικές πινελιές, αποκρυφιστικές αναφορές, μυστηριώδη πρόσωπα, κρυφό παρελθόν, αλληλεπικάλυψη ψεύδους και αλήθειας, όπου όλα συνδέονται με όλα και όλοι με όλους! Αν αυτό μπορούσε να γίνει με έναν πειστικό και αληθοφανή τρόπο, θα ήταν καλά. Το πρόβλημα είναι πως το σενάριο μπερδεύεται υπερβολικά στην προσπάθεια να μπουν τα κομμάτια του παζλ στη θέση τους. Τόσο που μια πληθώρα πραγματολογικών στοιχείων είτε απομένουν ανεκμετάλλευτα και εκκρεμή, είτε συνωστίζονται σε μια θολή όσο και γκροτέσκ αυλαία.


Σε όσους άρεσε το «Οκτώ» ίσως να αρέσει και τούτο το πόνημα της Νέβιλ. Αυτό όμως είναι κάτι στο οποίο δε θα πόνταρα ούτε το θήτα πιόνι μου!

Βαθμολογία: 6



Η) ΤΟ ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΟ ΑΥΤΟΜΑΤΟ

Το «Σκακιστικό Αυτόματο» είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Λερ και αναφέρεται στο επίτευγμα του μηχανικού Βόλφγκανγκ φον Κέμπελεν να εμφανίσει στους αριστοκρατικούς κύκλους της Αυστροουγγαρίας ένα αυτόματο με τη μορφή ενός Τούρκου, το οποίο ήταν ικανό να παίζει σκάκι! Ήταν στην ουσία ένα αξιοθαύμαστο ρομπότ, κάτι πρωτόφαντο για τον 18ο αιώνα.

Βέβαια, αυτή η απάτη δεν ξαφνιάζει τους σκακιστές, αφού γνωρίζουμε καλά πως ο φον Κέμπελεν χρησιμοποιούσε ένα έξυπνο σύστημα γραναζιών και αξόνων τα οποία κινούσε από το εσωτερικό του μηχανήματος ένας νάνος-σκακιστής! Ούτε όμως ο συγγραφέας ποντάρει σε αυτό το ξάφνιασμα. Αντίθετα, εστιάζει το βλέμμα του στον αφανή ήρωα, τον αγαθό νάνο Τιμπόρ, ο οποίος γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον αριβίστα και άσπλαχνο Κέμπελεν.



Ο τελευταίος περιφέρει το μηχάνημά του και δίνει παραστάσεις κερδίζοντας φήμη και χρήματα και ο Τιμπόρ χορεύει στο ρυθμό του αφεντικού του. Είναι αναγκασμένος να κρύβεται για να μην προδώσει το μυστικό του Κέμπελεν, να στέκει πάντα έγκλειστος, στο σκοτάδι, στην αφάνεια. Όμως ο νάνος δεν αποτελεί ένα ακόμα εξάρτημα στο θαυμαστό «αυτόματο». Είναι άνθρωπος με σάρκα και οστά, με επιθυμίες και ανάγκες, αδικημένος στο δέμας, μα χαρισματικός στο νου -και όχι μόνο! Έτσι, κάποια στιγμή επαναστατεί και αποζητά ελευθερίες. Τα πράγματα όμως θα περιπλεχθούν όταν ένα πτώμα θα βρεθεί στο δωμάτιο που έμενε φυλαγμένος ο «Τούρκος». Και θα γίνουν ακόμα δραματικότερα όταν ο νάνος Τιμπόρ θα ερωτευτεί.

Όπως μπορείτε να φανταστείτε, μια ακόμα λαμπρή σκακιστική καριέρα χαραμίστηκε άδικα. Έκτοτε βέβαια τον φον Κέμπελεν πολλοί λοιδώρησαν, μα ακόμα περισσότεροι έσπευσαν να μιμηθούν το παράδειγμά του. Κι έτσι φτάσαμε σήμερα όχι μόνο να μην μπορούμε να σταυρώσουμε έναν πόντο από τον Φριτζ και τη Ρύμπκα, αλλά να μην μπορούμε να βρούμε και που έχουν κρυμμένο το νάνο.

Βαθμολογία: 7


Θ) Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ ΤΟΥ ΣΚΑΚΙΟΥ

Το συγκεκριμένο βιβλίο δεν υπηρετεί την λογοτεχνική γραφή, μα περισσότερο τη δοκιμιακή ή αυτή της πραγματείας. Κι αυτό γιατί η Μαίριλυν Γιάλομ (σύζυγος του Ίρβιν, πασίγνωστου στο ελληνικό κοινό, ψυχολόγου και συγγραφέα) γράφει συνήθως ακαδημαϊκές μελέτες και μάλιστα για το γυναικείο φύλο. Εντούτοις, δεν πρόκειται για μια δυσνόητη ακαδημαϊκή διατριβή, αφού η Γιάλομ, όπως ακριβώς και ο σύζυγός της, φροντίζει να εκλαϊκεύει αυτό που θέλει να πει.




Στη «Γέννηση της Βασίλισσας του Σκακιού» η συγγραφέας ξεκινάει μια έρευνα για το πότε εμφανίστηκε η φιγούρα της βασίλισσας στο ευρωπαϊκό σκάκι, και τι ακριβώς σηματοδοτούσε αυτό. Ο κεντρικός άξονας της συλλογιστικής της έγκειται στον ισχυρισμό πως η αντικατάσταση του αραβικού βεζύρη από την ντάμα έγινε τον Μέσο Μεσαίωνα, όταν δυναμικές γυναίκες τον επέβαλαν στο συμβολισμό του αριστοκρατικού παιχνιδιού, για να καταδειχθεί έτσι ο ολοένα και πιο σημαντικός ρόλος της γυναικείας παρουσίας στις ευρωπαϊκές βασιλικές Αυλές.




Για να στηρίξει τη θεωρία της αυτή η συγγραφέας κινείται με τρόπο επιστημονικό. Συλλέγει προσεκτικά τις πηγές της, κάνει αυτοψία όπου αυτό είναι δυνατόν, διασταυρώνει τα στοιχεία της, αντλεί πληροφορίες από ειδικούς και στοχάζεται τις φόρμουλες μέσα στις οποίες θα ενσωματώσει την εξηγητική της. Μέχρι εδώ καλά. Μια επιφανειακή ανάγνωση ίσως και να εντυπωσιάσει. Μια δεύτερη ματιά όμως πείθει για τα κενά. Το πρώτο από αυτά είναι η έλλειψη επαρκών ιστορικών στοιχείων, κάτι για το οποίο δεν ευθύνεται βέβαια η Γιάλομ. Το δεύτερο είναι η κατάχρηση δευτερογενών πηγών (το θεμελιώδες έργο του Μάρεϋ, το έχει ξεκοκαλίσει!) καθώς και πολλών ιστορικών και σκακιστικών ανεκδότων που περισσότερο διανθίζουν και κάνουν γοητευτική την ιστορία της, παρά την αποδεικνύουν. Το τρίτο και σημαντικότερο είναι πως η επιλογή των γυναικών (πριγκιπισσών, βασιλισσών, βασιλομητόρων) που χρησιμοποιεί δεν πείθει. Για παράδειγμα, θεωρώ πως έχετε ακούσει για την Ελεονόρα της Ακουιτανίας, μα πόσοι από σας ξέρατε την Δόνια Ουρράκα (Ισπανίδα του 11ου αιώνα) ή θυμόσαστε τη Θεοφανώ, ανιψιά του Τσιμισκή και γυναίκα του Όθωνα του Β’ το 970 μ.Χ.; Και πόσο σημαντικές γυναίκες ήταν αυτές για την εποχή τους, ώστε η φυσική τους παρουσία και η πολιτική τους επιρροή να αναδιαμορφώσει τις σκακιστικές φιγούρες;

Φοβάμαι πως οι "αποδείξεις" της Γιάλομ έχουν ένα ad hoc άγγιγμα, για να το θέσω κομψά. Στην προσπάθειά της να ενδυναμώσει τη φεμινιστική της ρητορική (πράγμα εξάλλου που είναι και το επάγγελμά της, αφού διευθύνει τις «Σπουδές για τις Γυναίκες και το Φύλο» στο Στάμφορντ), ανακαλύπτει εκ των υστέρων κάποιες γυναικείες μορφές και τις συνδέει, μάλλον χαλαρά και συχνά αστήριχτα, με τις αλλαγές στις μορφές και στους κανόνες στη σκακιέρα, μέσα στο χρόνο.

Ας πω όμως και έναν καλό λόγο. Το βιβλίο έχει ωραίες εικόνες. Ας πω κι άλλον έναν. Έχει κι ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο με τίτλο «Σκάκι, σεξ και αιμομιξία»!

Βαθμολογία: 6,5


Ι) Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ

Έχοντας αναρτήσει στο ιστολόγιο μου τη φράση «Η ζωή είναι μια παρτίδα σκάκι (…)» από τον Αύγουστο του 2007, σκέφτηκα πως ο Κασπάροβ…με αντέγραψε! Μετά είδα πως το βιβλίο «Η ζωή είναι μια παρτίδα σκάκι» γράφτηκε το 2005, οπότε μάλλον έπρεπε να αλλάξω τη φράση για να μη με κατηγορήσουν για λογοκλοπή! Τελικά διαπίστωσα πως ο αγγλικός τίτλος ήταν «How Life Imitates Chess», άρα αθώος κι ο Γκάρι κι εγώ.


Όταν γράφει για το σκάκι ένας σκακιστής το κείμενό του έχει πάντα ξεχωριστό ενδιαφέρον. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για τον σκακιστή. Από τότε που ο Γκάρι Κασπάροβ σταμάτησε το σκάκι, χάσαμε τον καλύτερο παίκτη μα τουλάχιστον βρήκαμε ένα συγγραφέα και ο Πούτιν βρήκε ένα μπελά, αφού ο πρώην Παγκόσμιος Πρωταθλητής έπεσε με τα μούτρα στην πολιτική.

Στο βιβλίο αυτό ο Κασπάροβ προσπαθεί να καταδείξει πως σημαντικές σκακιστικές έννοιες (όπως υλικό, χρόνος, στρατηγική, τακτική, μέτρημα, ταλέντο, καινοτομία, κρίση, διαίσθηση) μπορούν να αποκτήσουν μια ιδιαίτερη βαρύτητα στην καθημερινή μας εμπειρία και να αποκαλύψει τους τρόπους με τους οποίους ο ίδιος αλλά και άλλοι σημαντικοί σκακιστές έμαθαν να χειρίζονται καταστάσεις στη ζωή τους, μέσα από το σκάκι κι όχι το αντίθετο. Αυτή η αντιστροφή της φυσιολογικής θεώρησης των πραγμάτων θα έπρεπε να μας ξενίζει αν δεν είχαμε να κάνουμε με τον κατεξοχήν «σκακιστάνθρωπο» (κατά το θεατράνθρωπο)!


Ασφαλώς για μας τους σκακιστές οι αφηγήσεις και οι προσεγγίσεις του Κασπάροβ έχουν μια άλλη βαρύτητα. Πολύ σημαντικό θεωρώ το κεφάλαιο που παρουσιάζει τη μονομαχία του με τον Κάρποβ, τόσο σε αγωνιστικό, όσο και σε ψυχολογικό και εξωσκακιστικό επίπεδο και πως ο νεαρός διδάχτηκε στην πορεία από τον παλιότερο. Στις αδυναμίες της επιχειρηματολογίας του η απροθυμία του συγγραφέα να ταπεινώσει το ego του στο ύψος της αντικειμενικότητας και η γενίκευση σε ορισμένες περιπτώσεις που δεν την δικαιολογούν. Αμάσητο προσπαθεί να καταπιεί και έναν ξεπεσμένο δυτικό φιλελευθερισμό, και γενικά, ο λύκος κι αν εγέρασε...Στη γραφή του τέλος δεν έχει νόημα η κριτική, αφού πρόκειται ξεκάθαρα για τεχνοκρατική και όχι για λογοτεχνική προσπάθεια.

Βαθμολογία: 6,5

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2009

ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΑ

Έχω καιρό να γράψω, το ξέρω. Φταίει που δεν έχω καιρό...Θα προσπαθήσω να επανακάμψω βέβαια σιγά σιγά τώρα που χειμωνιάζει. Κι επειδή έχω πολλά τέρμινα να μιλήσω για βιβλία, θα ξεκινήσω με τα άρθρα που έγραψα στο περιοδικό "Σκάκι για Όλους", για τα ελληνόγλωσσα και μεταφρασμένα βιβλία με σκακιστικό περιεχόμενο. Με την ευκαιρία, να ευχαριστήσω τους πολλούς γνωστούς και άγνωστους φίλους που μου έστειλαν μυθιστορήματα, μελέτες και ποίησή τους. Με τιμά ιδιαίτερα αυτή η προτίμηση και επιφυλάσσομαι να καταθέσω σύντομα την άποψή μου, όταν ολοκληρώσω την ανάγνωσή τους. Για την ώρα βολευτείτε με την κονσέρβα. Είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να σας προσφέρει το φτωχικό μας.

Μέρος Πρώτο

Μη χαίρεστε πολύ! Όταν μιλάω για βιβλία δεν εννοώ αυτά που είναι γραμμένα με αλγεβρική γραφή ή άλλους σκακιστικούς συμβολισμούς. Τι; Δεν ξέρατε ότι υπάρχουν κι άλλα βιβλία εκτός από αυτά; Τώρα που το μάθατε λοιπόν θα μιλήσουμε για τα λογοτεχνικά βιβλία και δη αυτά που περιλαμβάνουν στη θεματική τους το αγαπημένο μας παιχνίδι (όχι το μπαρμπούτι παιδί μου, το άλλο!).

Παρ’ ότι και σε τούτο και σε παλιότερα περιοδικά έχουν γίνει εκτενείς ή και αποσπασματικές παρουσιάσεις, η επανάληψη, ως γνωστό, υπήρξε μητριά της μάθησης. Να ξεκαθαρίσω μόνο πως θα σχολιαστούν αποκλειστικά τα βιβλία που έχουν εκδοθεί στην Ελληνική, είτε μεταφρασμένα είτε, φυσικά, από Έλληνες συγγραφείς. Και από αυτά μόνο εκείνα τα οποία χρησιμοποιούν δομικά το σκάκι (στην πλοκή, το συμβολισμό, τη χάραξη των χαρακτήρων του έργου κτλ.) και όχι εκείνα που κάνουν μια απλή αναφορά ή μια περιστασιακή νύξη, διότι τότε δε θα έγραφα άρθρο, μα βιβλίο!


Άου! Άου! Ρουά!

Μην ανησυχείτε, δε μουρλάθηκα. Όπως θα διαπιστώσετε σύντομα, μια προθέρμανση έκανα. Όσοι πάντως δεν απορήσατε με τα αιφνίδια επιφωνήματα, να το κοιτάξετε!


Να προσθέσω μόνο πως στο τέλος των σχολίων θα βαθμολογώ το κάθε έργο σε μια κλίμακα του 10, σύμφωνα με κριτήρια πρωτίστως σκακιστικά μα και καλλιτεχνικά, τεχνικά, λογοτεχνικά και καθόλου οικονομοτεχνικά –αν και οπωσδήποτε υποκειμενικά. Κι επειδή δεν είμαι –ακόμα!- κριτικός ή ιστορικός λογοτεχνίας, οι όποιες γνώμες, διαφωνίες, διορθώσεις, επισημάνσεις ή βρισιές σας θα είναι ευπρόσδεκτες στο ιστολόγιό μου (www.konidaris.blogspot.com) ή στο «μέλι» που θα βρείτε εκεί ή στο τηλέφωνό μου που μπορείτε να ζητήσετε από τη σύνταξη (όχι του ΙΚΑ, του περιοδικού).


Α) ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

«Εκείνη τη στιγμή οι σκέψεις της διακόπηκαν από μια δυνατή κραυγή. “Αού! Αού! Ρουά!”, κι ένας Ιππότης με κόκκινη πανοπλία ήρθε καλπάζοντας προς το μέρος της κραδαίνοντας ένα μεγάλο ρόπαλο. Μόλις την έφτασε, το άλογό του σταμάτησε απότομα. “Είσαι αιχμάλωτή μου!” φώναξε ο Ιππότης κουτρουβαλώντας από το άλογο».

Αχ! Τι ωραίες μνήμες που ξυπνούν αυτές οι γραμμές του Λίουις Κάρολ. Κάπως έτσι έπαιζα κι εγώ σκάκι στην εφηβεία μου: με κουτρουβαλητά! Δεν είναι εύκολο να το ξεχάσω. Ακόμα έτσι παίζω. Το θέμα μας βέβαια είναι το εν λόγω ανάγνωσμα και η συνάφειά του με το σκάκι. Η Αλίκη μέσα από τον καθρέφτη, αποτελεί ασφαλώς το πρώτο ανάγνωσμα τέτοιου είδους για τους περισσότερους από εμάς. Στην ουσία πρόκειται για τη δεύτερη περιπέτεια της Αλίκης –αυτής της Χώρας των θαυμάτων ντε! Χιούμορ, σουρεαλισμός, γλωσσοπλαστική, σκάκι, ακόμα και φιλοσοφία ρέουν πληθωρικά σ’ αυτό το απολαυστικό ανάγνωσμα όπου η Αλίκη, ως λευκό πιόνι, γίνεται έκθαμβος μάρτυρας των περιπετειών των γκροτέσκο κομματιών μιας σκακιέρας καθώς και άλλων ανεκδιήγητων χαρακτήρων, ώσπου να φτάσει στο όγδοο τετράγωνο και να προαχθεί σε βασίλισσα!


Ο Τσαρλς Ντόγκσον (το Λιουις Κάρολ είναι το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο) έγραψε αυτό το κλασικό παραμύθι για την εντεκάχρονη ανιψιά του Άλις Λίντελ. Και φυσικά, για όλους εσάς τους μαζέττες που τόσα χρόνια, μια προαγωγή της προκοπής δεν έχετε κατορθώσει να πετύχετε!

Βαθμολογία: 9


Β) ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΗ ΝΟΥΒΕΛΑ

Το δεύτερο βιβλίο που κάθε σκακιστής θα πρέπει να έχει διαβάσει είναι αναμφίβολα η Σκακιστική Νουβέλα του Στέφαν Τσβάιχ. Πρόκειται για τη συγκλονιστική ιστορία του κυρίου Μπ., ενός ανθρώπου που μαθαίνει σκάκι από ένα βιβλίο στις φυλακές της Γκεστάπο και γίνεται μονομανής. Αργότερα αντιμετωπίζει τον Παγκόσμιο Πρωταθλητή Τσέντοβιτς και τον νικά, παρόλο που οι γιατροί του έχουν απαγορεύσει να παίζει σκάκι εξαιτίας της εμμονοληπτικής του προδιάθεσης. Αυτό φυσικά θα είναι και το τέλος της σύντομης καριέρας του.


Ένας Τσβάιχ στη θολή ωριμότητα της φλογερής του παρουσίας στα Γράμματα, λάτρης της φροϋδικής ψυχολογίας και του βασιλικού παιχνιδιού, μας δωρίζει μια νουβέλα που εμπεριέχει όλες εκείνες τις δομικές ουσίες από τις οποίες πλάθεται το κλασικό.

«Ωστόσο δεν είχα άλλη εκλογή. Αν δεν ήθελα να παραδοθώ στην ολοκληρωτική τρέλα ή στον πνευματικό μαρασμό, τότε έπρεπε να επιδοθώ σ’ αυτήν την χωρίς νόημα προσπάθεια. Οι φριχτές συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσα, με ανάγκασαν να επιχειρήσω αυτή τη διάσταση του Εγώ μου σε Μαύρο και Άσπρο, για να μη συνθλιβώ κάτω από το τρομακτικό Τίποτα, που μ’ έζωνε ασφυκτικά».

Το μόνο που δεν κατάλαβα από τη Νουβέλα ήταν πως ο κύριος Μπ., ξεκινώντας από το μηδέν, κατάφερε να παίζει μπλάιντ σε μια βδομάδα, να θυμάται 150 παρτίδες απ’ έξω σε ένα μήνα και στο τέλος να κοπανάει για πλάκα τον Πρωταθλητή. Ακόμα ψάχνω το βιβλιαράκι που είχε στην κατοχή του.

Βαθμολογία: 9,5



Γ) Η ΒΑΡΙΑΝΤΑ ΤΟΥ ΛΙΝΕΜΠΟΥΡΓΚ

«Μόνο τότε κατάλαβα τι εννοούσε λέγοντας ότι υπήρχε ένα τίμημα το οποίο μπορούσαμε να το χρησιμοποιήσουμε και οι δύο, μόνο τότε κατάλαβα σε τι αναφερόταν, γιατί από εκείνη τη στιγμή θα παίζαμε τη ζωή, τη ζωή που στο στρατόπεδο του Μπέργκεν Μπέλσεν άξιζε λιγότερο από ένα πφένιγκ, λιγότερο από μια χούφτα ξερά κουκιά».

Στη Βαριάντα του Λίνεμπουργκ του Ιταλού Πάολο Μαουρένσιγκ, ένας Εβραίος κρατούμενος, ο Φρις, εξαναγκάζεται να παίζει στο σκάκι εναντίον του βασανιστή του, Γερμανού αξιωματικού, τις ζωές των ανυποψίαστων και αθώων συγκρατούμενών του. Ο συγγραφέας εκμεταλλεύεται το μεγάλο εύρος του δυϊκού συμβολισμού που παρέχει το σκάκι για να προκαλέσει «έλεος και φόβο» στον αναγνώστη. Αξιόλογο βιβλίο με κύριο ατού τη συναρπαστική πλοκή.

Φαίνεται πάντως πως οι μυθιστορηματικοί σκακιστές είχαν μια έφεση στο να συλλαμβάνονται από τους Ναζί. Τα πράγματα έχουν ασφαλώς αλλάξει. Για παράδειγμα σήμερα ο Κασπάροβ συλλαμβάνεται από τον Πούτιν, δεν είναι το ίδιο (ώστε στις εκλογές να μην έχει Πούτην – κεφαλή- κλίναι)!

Βαθμολογία: 7


Δ) Η ΑΜΥΝΑ ΤΟΥ ΛΟΥΖΙΝ

Η άμυνα του Λούζιν δε θα σας βοηθήσει να αντιμετωπίσετε την Αγγλική επίθεση απέναντι στη Νάιντορφ, μα σίγουρα θα σας χτυπήσει το καμπανάκι του κινδύνου. Κι αυτό γιατί το έξοχο μυθιστόρημα του Βλαδίμηρου Ναμπόκοφ (το έχω στην απολαυστική μετάφραση του Ίκαρου Μπαμπασάκη), μιλάει για έναν νεαρό που μεγαλώνει κάτω από τη σκιά ενός αποτυχημένου και καταπιεστικού πατέρα, σ’ ένα περιβάλλον πατριαρχικού καθωσπρεπισμού. Και όλοι κατανοείτε (πιθανόν αναλογιζόμενοι την περίπτωση Κάμσκι, για να μην αναφερθώ σε εγχώρια ανάλογα) τις συνέπειες που έχει κάτι τέτοιο στην εύπλαστη παιδική ψυχοσύνθεση.


Ο νεαρός Λούζιν στρέφεται στο σκάκι μόνο και μόνο για να αποφύγει να κοιτάξει κατάματα τη Μέδουσα της πραγματικότητας. Στα 64 τετράγωνα διοχετεύει όλη του την ενέργεια. Το τάλαντο που κουβαλάει τον οδηγεί στην κορυφή. Όμως η κορυφή δεν ταιριάζει σε άτομα εκκεντρικά, θλιμμένα, εσωστρεφή και υπερευαίσθητα σαν το Λούζιν. Γι’ αυτό κι ο εύθραυστος νεαρός, λίγο πριν κερδίσει την πιο κρίσιμη παρτίδα, θα αποδράσει για μια τελευταία φορά.

«Ο πόνος πέρασε αμέσως, αλλά σ’ εκείνο το φλογισμένο κενό χρόνου ο Λούζιν είχε δει κάτι αφόρητα επιβλητικό, είχε δει τον απόλυτο τρόμο των αβυσσαλέων βυθών του σκακιού. Κοίταξε τη σκακιέρα και το μυαλό του έλιωσε από μιαν άνευ προηγουμένου αίσθηση κόπωσης. Αλλά οι πεσσοί ήταν αμείλικτοι, τον κρατούσαν και τον απορροφούσαν. Ήταν ένα είδος γυμνού τρόμου αυτό, αλλά ήταν και η μοναδική αρμονία, γιατί τι άλλο υπήρχε στον κόσμο πέρα από το σκάκι;»

Οφείλω βέβαια να πω πως αν ο Ναμπόκοφ του είχε συστήσει τη «Λολίτα», ίσως να την είχε σκαπουλάρει το παλικάρι…

Βαθμολογία: 8


Ε) Ο ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΗΣ ΦΛΑΝΔΡΑΣ

Ένα από τα λίγα λογοτεχνικά βιβλία στα οποία συναντάμε σκακιστικά διαγράμματα είναι ο Πίνακας της Φλάνδρας του αγαπημένου μου Αρτούρο Περέθ Ρεβέρτε. Ο συγγραφέας φαίνεται να γνωρίζει από σκάκι (όχι σα μερικούς- μερικούς) και στήνει μιαν ιδιοφυή αστυνομική πλοκή γύρω από την εικονιζόμενη σε έναν ζωγραφικό πίνακα, θέση σε μια σκακιέρα του 16ου αιώνα.

Η Χούλια μαζί με έναν φίλο της αντικέρ, αναγκάζονται να προσλάβουν έναν σκακιστή για να λύσουν το γρίφο της παρτίδας. Ο σκακιστής θα φανεί πολύ χρήσιμος όταν ένας άγνωστος δολοφόνος αρχίζει να σκοτώνει ανθρώπους, μιμούμενος ακριβώς τον τρόπο που κινούνται τα κομμάτια στη σκακιέρα. Δείτε την αρχική θέση : [ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ]: ΛΕΥΚΑ: Ργ4- Βε1- Πβ5-Πβ6-Αζ1-Ιβ1-Σα6,γ3,γ6,δ2,ε4,ζ2 (12) και ΜΑΥΡΑ: Ρα4-Βγ2-Πγ1-Αγ8-Ιβ8-Ιδ1-Σα5,α7,β7,δ7 (10).

Θα παρατηρήσατε το αφύσικο του στησίματος, μα απαιτείται κάποια μορφή ρετροανάλυσης και η επιστράτευση όλων των δυνατών παραλληλισμών που παρέχει το σκάκι, ώστε να ξεδιπλώσει την όμορφη ιδέα του ο Ρεβέρτε και να την κάνει εύκολα κατανοητή και στους πιο αδαείς στα του ζατρικίου (γεμάτος ο κόσμος από δαύτους ρε παιδάκι μου!).

Και για να μη σας κρατάω σε αγωνία, ο δολοφόνος είναι ο Θέσαρ!

Βαθμολογία: 8,5

Για κακή σας τύχη, συνεχίζεται...

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2008

ΣΚΑΚΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ- ΤΕΥΧΟΣ 40

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Σκάκι για Όλους – Τεύχος 40

5 Χρόνια - 40 Τεύχη




Με την κυκλοφορία του 40ου τεύχους το περιοδικό “Σκάκι για Όλους” των εκδόσεων ΚΕΔΡΟΣ ολοκληρώνει τη διαδρομή του για το 2008 και ταυτόχρονα συμπληρώνει 5 χρόνια διαρκούς και συνεπούς κυκλοφορίας! Στο εξώφυλλο του τεύχους αυτού φιγουράρει η νέα Παγκόσμια Πρωταθλήτρια και τακτική συνεργάτιδα του περιοδικού J Αλεξάνδρα Κόστενιουκ, η οποία στο σχετικό άρθρο περιγράφει γλαφυρά την προσωπική της πορεία προς το στέμμα.

Στην υπόλοιπη –αρκετή- διεθνή επικαιρότητα που καλύπτει το τεύχος περιλαμβάνονται τα άρθρα για το ματς Ανάντ-Κράμινκ για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα 2008 που ανέδειξε κυρίαρχο και Παγκόσμιο Πρωταθλητή τον Ινδό γκρανμαίτρ αλλά και παρουσιάσεις τόσο των Παγκόσμιων Αγώνων Πνευματικών Αθλημάτων που διεξήχθησαν στο Πεκίνο (χάλκινο μετάλλιο για τον πρωταθλητή μας Χρίστο Μπανίκα!) όσο και του φετινού Champions League που φιλοξενήθηκε στην Καλλιθέα Χαλκιδικής και συγκέντρωσα, άλλη μία φορά, μεγάλο μέρος της αφρόκρεμα του παγκόσμιου σκακιστικού στερεώματος.

Από την άλλη μεριά, στα καθ’ ημάς, ξεχωρίζει η παρουσίαση του φετινού Ατομικού Πρωταθλήματος Ελλάδας Γυναικών στο οποίο οι “Μεγάλες Κυρίες” (Μπότσαρη, Μακροπούλου, Φαχιρίδου) είχαν τον πρώτο λόγο με την Άννα-Μαρία Μπότσαρη να προσθέτει ακόμη έναν τίτλο στο ενεργητικό της. Την ελληνική και τη διεθνή επικαιρότητα συμπληρώνουν αντίστοιχα η στήλη με τα Νέα από όλη την Ελλάδα που επιμελείται ο Κοσμάς Κέφαλος και το Διεθνές Περισκόπιο με επιμέλεια της Μαριέττας Μουρούτη.

Στην υπόλοιπη θεματολογία του τεύχους ξεχωρίζει η συνέντευξη (που θα ολοκληρωθεί σε δύο μέρη) του Γιώργου Μακρόπουλου ο οποίος, με την τριπλή ιδιότητά του (Πρωταθλητής Ελλάδας, πρόεδρος της Ε.Σ.Ο, αναπληρωτής πρόεδρος της FIDE) έχει επηρεάσει σημαντικά τα σκακιστικά δρώμενα τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, τα τελευταία σχεδόν 30 χρόνια. Στο πρώτο μέρος παρουσιάζονται λιγότερο γνωστές πτυχές της σκακιστικής του πορείας καθώς και το τα πρώτα χρόνια ως πρόεδρος της ΕΣΟ.

Το τεύχος περιλαμβάνει επίσης ένα όμορφο φωτογραφικό αφιέρωμα της Αναστασίας Δεληγιάννη για το σκάκι στον παρισινό κήπο του Λουξεμβούργου, αναλύσεις της Αλεξάνδρας Κόστενιουκ με παρτίδες της από το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Γυναικών και ένα κείμενο-αφιέρωμα του BEL στα 40 τεύχη του περιοδικού (του δόθηκαν ειδικές –αυστηρές- οδηγίες από τη σύνταξη για να μη ξεφύγει από το θέμα . Το αποτέλεσμα παραδίδεται στην κρίση των αναγνωστών).

Στο τεύχος αυτό φτάνουν σε αίσιο τέλος και οι περιπέτειες του “Πράκτορα Μαζέτα”. Ο ήρωάς μας, με την καθοδήγηση –επί 38 επεισόδια- της πένας του Χρήστου Κεφαλή, αφού λύνει και τον τελευταίο γρίφο του Τρομοκράτη, σώζει την ανθρωπότητα από την καταστροφή και είναι, πλέον, έτοιμος για νέες περιπέτειες.

Την ύλη του τεύχους συμπληρώνουν το θεωρητικό άρθρο της Έλενας Ντέμπο με μία πολύ ενδιαφέρουσα καινοτομία για τα λευκά στη Σικελική Γρίβα, η ανάλυση παρτίδας κίνηση προς κίνηση, η στήλη των συνδυασμών, η στήλη του καλλιτεχνικού σκακιού (με γιορτινά προβλήματα του Νίκου Περγιάλη) και, τέλος, το ένθετο των αρχαρίων που επιμελείται -εδώ και 40 τεύχη!- ο Νίκος Μενδρινός.

Συνεργάτες σε αυτό το τεύχος ήταν οι Αλεξάνδρα Κόστενιουκ, Αναστασία Δεληγιάννη, Σάκης Τριανταφυλλίδης, Παναγιώτης Νικολόπουλος, Παναγιώτης Κονιδάρης (BEL), Μιχάλης Καλούμενος, Σωτήρης Λογοθέτης, Χρήστος Κεφαλής, Μαριέττα Μουρούτη, Νίκος Μενδρινός, Κοσμάς Κέφαλος, Άγγελος Βουλδής και Δημήτρης Σκυριανόγλου, ενώ οι αναλύσεις των παρτίδων είναι της γκρανμαίτρ Αλεξάνδρας Κόστενιουκ και των διεθνών μαιτρ Έλενας Ντέμπο και Σπύρου Καπνίση.

Με την ευκαιρία αυτή η συντακτική ομάδα θα ήθελε να εκφράσει τις ευχαριστίες της προς όλους τους συνεργάτες –μόνιμους ή περιστασιακούς- οι οποίοι, με την όρεξη και το μεράκι τους, συνέβαλαν σημαντικά στην έκδοση του περιοδικού όλα αυτά τα πέντε χρόνια της κυκλοφορίας του. Ένα ευχαριστώ πάει, οπωσδήποτε, και στους αναγνώστες του περιοδικού οι οποίοι είναι οι ουσιαστικοί στυλοβάτες αυτής της προσπάθειας. Τους ευχαριστούμε πολύ όλους!
Το τεύχος μπορείτε να το προμηθευτείτε από τα κεντρικά περίπτερα, βιβλιοπωλεία και πρακτορεία τύπου στην επαρχία αλλά και την Αθήνα καθώς και από τις εκδόσεις Κέδρος (Γενναδίου 3, 210-3809712) και τα βιβλιοπωλεία Έσοπτρον (στη Στοά του Βιβλίου - Πεσμαζόγλου 5, 210-3311226), Βιβλιοτοπία (25ης Μαρτίου 9, 210-9370583) και Κάισσα (Καλλιδρομίου 8, 210-3606488 ). Για πληροφορίες σχετικά με τα σημεία πώλησης, αγορά παλαιότερων τευχών και συνδρομές μπορείτε επίσης να επικοινωνείτε με τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ στο τηλέφωνο 210-3809712 (κ. Ντίνα Βελάκη) ή να επισκεφτείτε το δικτυακό τόπο των εκδόσεων ΚΕΔΡΟΣ στη διεύθυνση: http://www.kedros.gr

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2008

ΝΑ 'ΜΟΥΝ ΤΟ ΜΑΗ ΜΟΥΡΤΖΙΑ, ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΕΒΣΕΕΒ...(ή αλλιώς, ανταπόκριση από τη Γιούρμαλα της Λεττονίας)

"Γιούμαλα" στα Φινλανδικά σημαίνει Θεός.
"Γιούρμαλα" στα Λεττονικά δεν ξέρω τι σημαίνει, αλλά πάντως όχι Θεός.


Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η Λεττονία είναι μια χώρα της Βαλτικής που εκτείνεται σκακιστικά, δηλαδή οριζοντίως και καθέτως. Οριζόντια, δε συναντάς γήλοφο ψηλότερο των 5 μέτρων. Κάθετα, η απόσταση των γυναικών από τα νύχια μέχρι τη μέση δεν είναι μικρότερη του 1.50. Ασυνήθιστες εκτάσεις για Έλληνες...



Η πρωτεύουσα Ρίγα είναι μια ήσυχη πόλη που λατρεύει τις γάτες και μισεί τους Έλληνες σκακιστές και τους Ρώσους γενικώς (βλ. μουσείο "Κατοχής", δηλ. Ρωσικής Κατοχής, λες και οι Ναζί δεν υπήρξαν ποτέ, τσ-τσ-τσ!). Η Ρίγα λοιπόν, ερημώνει κατά τις 9 το βράδυ, λες και χτυπάνε οι σειρήνες για την επιδρομή της Λουφτβάφε. Δεδομένου ότι το κάπνισμα απαγορευόταν ολοσχερώς (ελεύθεροι σκοπευτές έχουν ακροβολιστεί στα πιο απίθανα σημεία για να τιμωρούν παραδειγματικά τους άθλιους παραβάτες), υποψιάζομαι ότι έτρεχαν σπίτια τους για να φουμάρουν. Ή ίσως σε κάποιο από τα αναρίθμητα καζίνο, που συναγωνίζονται σε αριθμό τα μανιτάρια της χώρας. Τι άλλο να προσδοκά κανείς από μια πόλη με τέτοιο όνομα... Αν σ' αυτό προσθέσουμε και την καλλίπυγο συλφίδα Ρωσικής καταγωγής που τριγυρνούσε διαρκώς στο χώρο των αγώνων με το μίνι (και δεν εννοώ το ούζο), καθιστώντας το άναμμα της κεντρικής θέρμανσης περιττό, καταλαβαίνετε ότι είχαμε μεγάλο πρόβλημα να λύσουμε (για την ακρίβεια 18 προβλήματα).


Ας το παραδεχτούμε ωστόσο. Το αποτέλεσμα της ομάδας ήταν απογοητευτικό. Η εικοστή θέση που καταλάβαμε, ούτε που καταλάβαμε πως προέκυψε. Όλα ξεκίνησαν καλά, αφού στον Open διαγωνισμό λύσης τη Δευτέρα ο Κώστας Πρέντος διέπρεψε κάνοντας 53,5/60 βαθμούς, καταλαμβάνοντας την 6η θέση (συμμετείχαν όλα τα μεγαθήρια) και πραγματοποιώντας τη 2η νόρμα του για τον τίτλο του GM λύσης. Μάλιστα του είχαν καταχωρίσει 54,5 βαθμούς και τον έδιναν τρίτο, μα ο ίδιος ο Κώστας, ως βράχος ηθικής, έσπευσε να αποκαταστήσει την παροδική εύνοια της τύχης. Αναρωτιέμαι μήπως δεν είναι Έλληνας...Ο Νίκος Μενδρινός δεν τα πήγε τόσο καλά στο Open τουρνουά πετυχαίνοντας μόνο 37,5, ενώ η αφεντιά μου έφτασε στο ικανοποιητικό 36. Κάθε φορά που περνάω το 50% είμαι ευχαριστημένος - ιδίως αν πρόκειται για μετοχές εταιρίας.




Η συνέχεια δυστυχώς, έγινε ελλείψει Γιούμαλα. Ο Βελιμίροβιτς που έβαζε τα προβλήματα (και που άμα ξαναδεί κερασμένη μπύρα από μένα να μου τρυπήσετε τη μύτη) διάλεξε ορισμένα εύκολα -για το επίπεδο που μιλάμε - με αποτέλεσμα την πρώτη μέρα να βρίσκονται οι πρώτες δώδεκα ομάδες σε απόσταση 8-9 βαθμών. Ο Νίκος ρεφάρησε, και με ένα 40/45 έδειξε τα δόντια του (με όλα τους τα σφραγίσματα, κοφτερά εντούτοις). Ο Κώστας περιορίστηκε στους μέτριους 35 β. κι εγώ στους 26. Κλωτσήσαμε πόντους στα δυάρια, τη στιγμή που κάποιοι σηκώνονταν στα 10 λεπτά (όσο χρόνο χρειαζόμουν για να γράψω το όνομά μου). Έτσι το βράδυ της Τρίτης ισοβαθμούσαμε στην 14-17 θέση, με όλες τις ομάδες να βρίσκονται πολύ κοντά.

Η Τετάρτη δεν ήταν καλύτερη μέρα, παρ' ότι διαπιστώσαμε με έκπληξη ότι ο ήλιος περνάει κι από τη Γιουρμάλα καμιά φορά. Στα Helpmates, ή "προβλήματα αρωγής", όπως τα ονόμασα, γκρεμίστηκε ο φούρνος του κυρ-Ηλία στο Μεγανήσι. Έλυσα και τα τρία δικαιολογώντας την παρουσία μου στα μακρινά έλη της Βαλτικής. Στις άλλες δύο κατηγορίες βέβαια δεν περίμεναν και πολλά από μένα, με αποτέλεσμα να χάσουμε ένα τουλάχιστον πρόβλημα σε "πολυκινησιακά" και "προβλήματα αυτοκαταστροφής", έκαστος. Το επίπεδο δυσκολίας τη 2η μέρα του Παγκόσμιου ήταν κάπως ανεβασμένο, μα όλοι έλυναν από κάτι. έτσι η ομάδα μας έφτασε στους 143,5/180 βαθμούς, ενώ η δωδεκάδα (που ήταν ο καταρχήν στόχος) απείχε μόλις 6-7 βαθμούς, ήτοι ένα και μισό πρόβλημα ακόμα. Πολλές ομάδες κατέρρευσαν στα Selfmates (όπως οι Άγγλοι που διεκδικούσαν το χρυσό), με τους Ρώσους να κερδίζουν πάνω στο νήμα (178/180) και σε ισοβαθμία με τους Γερμανούς (μέτρησε ο καλύτερος χρόνος!).

Όσο για μας, ατομικά, όλοι μαζέψαμε περισσότερους πόντους απ' ότι είχαμε στη Ρόδο πέρυσι, κάνοντας μάλιστα το υψηλότερο ποσοστό μας σε Παγκόσμιο. Φευ! Αυτό δεν ήταν αρκετό, λόγω των πολύ κοντινών αποτελεσμάτων. Η μπίλια έκατσε στο 20. Μαύρο. Πίσσα.

Ο Κώστας είχε συνολικά 68,5/90, ο Νίκος 65/90 και η ταπεινότητά μου γαντζώθηκε πάνω από το πολυπόθητο 50% με 46,5/90 (με την αρωγή των ομώνυμων προβλημάτων). Διέπρεψε φυσικά ο Πετράκης (ο Πολωνός Μούρτζια),


που κέρδισε λύνοντας τα πάντα, από σπουδές μέχρι κορδόνια παπουτσιών, κι από τριάρια μέχρι το Μεσανατολικό. Άψογος και ο Μπάρμπα-Εβσέεβ (αριστερά στην παρακάτω φωτό), αλλά λίγο πιο αργός...


Να μην ξεχάσω τον υπερδραστήριο και ακάματο Χάρη Φουγιαξή (πράγμα όχι δύσκολο, αφού ήταν όλη μέρα κλεισμένος στις υποεπιτροπές συνεδριάζοντας), ο οποίος στήριζε την ομάδα ηθικά, κερνώντας τα ποτά της παρηγοριάς.
Γενικά, είναι εντυπωσιακό να βλέπεις όλους αυτούς τους θηριώδεις λύτες μαζεμένους και ιδίως να βλέπεις τους χρόνους στους οποίους λύνουν τα προβλήματα. Σε πιάνει η ψυχή σου. Και εντυπωσιάζεσαι ακόμα περισσότερο από την αστείρευτη δίψα τους για διάκριση, έτσι, ρομαντικά, κι όχι για τη διεθνή καταξίωση ή τα χρήματα, όπως στο - διεφθαρμένο πια- αγωνιστικό σκάκι.
Θέλουμε πολύ ακόμα για να αγγίξουμε τέτοια ύψη.


Κάτι ψιθυριζόταν στους διαδρόμους ότι το επόμενο Παγκόσμιο θα είναι στη Βραζιλία (και δη στο Ριο, όπου επιτρέπεται το κάπνισμα -και άλλα πράγματα). Ευκαιρία λοιπόν για όλους τους Έλληνες σκακιστές και λύτες ν' αρχίσουν να προετοιμάζονται για το ερχόμενο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Λύσης. Μερικά μαθήματα σάμπα, ίσως βοηθήσουν αποφασιστικά.


Ο Πολεμικός Ανταποκριτής του περιοδικού (και αμετανόητος βάρδος μακρόσυρτων και ηρωικών σάγκα), Παναγιώτης Κονιδάρης, BEL

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2008

ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ (μέρος τελευταίο)


Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΠΙΟΝΙΟΥ
Ήγγικεν η ώρα του πιονιού. Και όσο κι αν έστυβα το μυαλό μου σα λεμόνι (αναφέρομαι στο μέγεθος κι όχι στη διαδικασία), τίποτε χιουμοριστικό δεν κατέβαινε. Οι ιδέες μου θλιβερές, σαν τις παρτίδες μου. Ο χρόνος πιεστικός, όπως στις παρτίδες μου κι αυτός. Μέχρι που ένα βράδυ ξύπνησα από έναν ψίθυρο. Ερχόταν από την ξύλινη σκακιέρα που έχω δίπλα στο τζάκι. Θεέ μου πόσο αλλόκοτο ήταν! Μες στο σκοτάδι και τη σιγαλιά έσκυψα κι αφουγκράστηκα. Και τότε άκουσα τις ιστορίες των πιονιών και μονομιάς ήξερα τι να γράψω.

ΧΩΡΟΣ:ΠΑΝΤΟΥ, ΧΡΟΝΟΣ:ΠΑΝΤΑ.
-ε4: «Κάποτε με είπαν Ιουδήθ. Ήταν τότε που οι Ασσύριοι, ασκέρια ολάκερα, άντρες πεινασμένοι για βία, χωρίς οίκτο και χωρίς πρόσωπο, έφτασαν στις πόρτες μας αρματωμένοι με αδυσώπητο θράσος για να γκρεμίσουν τα Άγια των Αγίων. Κανείς δεν άντεχε ν’ αντισταθεί στη λαίλαπα του μετάλλου. Οι προύχοντες κι οι στρατηγοί κρύφτηκαν στα θολωτά τους κελιά, πίσω από τείχη χάρτινα και κάτω από νόμους της σιωπής. Κι εγώ τότε φόρεσα το κόκκινο λινό μου φόρεμα και τα χρυσάφια, που κρέμονταν από πάνω του σαν την κρούστα στο ξεραμένο αίμα. Φόρεσα και τη λεπίδα της αποκοτιάς, ακονισμένη από τα μαύρα παρακλητικά μάτια του λαού μου. Και βγήκα εκεί έξω. Και ήμουν στο κέντρο αυτού που θα ονόμαζες σκακιέρα, σαν πόρνη σεμνή και σαν γυμνή αγία. Προχώρησα ανάμεσα σε λύκεια μάτια και σε φράχτες δερμάτινους μέχρι τη σκηνή του Αξιωματικού. Δεν το κρύβω, ήπια μαζί του. Τον έκανα να βουλιάξει στη χαύνωση της ανωτερότητας. Τον έκανα ν’ αγαπήσει το βόμβο του αίματος στ’ αυτιά του, όπως το μωρό αγαπάει το νανούρισμα.
Και μετά, όταν η μακριά κώμη του σκέπασε τα μάτια, τον έκανα να νιώσει την αστραπή του Θεού μου, που ξέσπασε σαν πίδακας στον κομμένο του λαιμό. Γύρισα πίσω με το κεφάλι του Ολοφέρνη στο δισάκι μου. Την άλλη μέρα ο μαύρος στρατός έφυγε για τη Βαβυλώνα του. Δεν το έκανα για τη δόξα, ένα πιόνι είμαι μόνο. Το έκανα από χρέος».


-ε5: «Μετά με φώναζαν Κυνέγειρο. Θα ήταν νομίζω όταν άρχισα να μυρίζω τον ιδρώτα των ηρώων. Αυτών που δεν είχαν σκουτάρι για τους ίδιους παρά μόνον για τους συντρόφους τους. Αυτών που στήθηκαν σε στοίχους σαν τις Μοίρες, πρόθυμοι να βάψουν τις παπαρούνες πιο κόκκινες. Τη θυμάμαι καλά εκείνη την παρτίδα –παρτίδα δε θα την έλεγες; Θυμάμαι τα λεφούσια που γεννοβολούσε η Ασία, με τις πολύχρωμες αντιξυρίδες και τα λοφία από φτερά εξωτικών πουλιών. Θυμάμαι και τον πρώτο ήλιο που τάχυνε το βήμα μας, χίλια πόδια σαν ένα. Και την κάψα όταν το χώμα τρύπωνε στα ρουθούνια μου, άνυδρο σαν τη ράτσα μου. Μετά όλα έγιναν κρότος. Πατούσα σε σώματα και δεν κοίταζα πίσω. Τα πιόνια δεν κοιτούν πίσω, έτσι δεν είναι φτιαγμένοι οι κανόνες; Ούτε και το αγριεμένο χρεμέτισμα των ίππων με έσκιαξε.
Είχα γίνει όλος μια πεδιάδα, ήμουν όλος ένας Μαραθώνας, που απλώθηκε ίσαμε τη θάλασσα. Κι όταν αγκάλιασα τα μαύρα σκαριά, τα πισσωμένα με τρόμο και υποταγή, νόμιζα πως θα ξεκολλήσω τους αρμούς τους. Μου έκοψαν το χέρι, είναι αλήθεια. Όμως είχα κι άλλο. Είχα ακόμα και δόντια. Ήμουν πάνοπλος, σαν τον Πολυνείκη στην Έβδομη Πύλη της Θήβας. Μα αυτό είναι από τις ιστορίες που διηγείται ο αδερφός μου ο Αισχύλος. Η δικιά μου ιστορία, είναι ιστορία πιονιού. Δεν έχει πισωγυρίσματα. Μόνο μπρος με πάει».

-ε6: Κλαύδιος Πετρώνιος ήταν το όνομα που μ’ έκανε να στρέφω το κεφάλι. Όχι τίποτε σπουδαίο δηλαδή, μην πάει ο νους σου σε ισχυρές φατρίες. Πόσο μάλλον που ήμουν απελεύθερος, ένα πιόνι πάει να πει. Ατσάλι τα μπράτσα μου από τα κάτεργα, ατσάλι κι η ψυχή μου από την ανέχεια. Μερικά σηστέρσια με οδήγησαν εκεί, στα Καταλαυνικά Πεδία, κι αυτά λειψά, σαν τις υποσχέσεις διεφθαρμένου εκατόνταρχου. Μα να, υπηρετούσα τη δόξα, σήκωνα ψηλά τον αετό, κι αυτό είναι κάτι για να αφηγείσαι στα εγγόνια σου. Είχα ξορκίσει το φόβο, όχι σε βωμούς βακχικών θεών, μα με το ίδιο το αργασμένο πετσί μου. Είχα μασήσει χορτάρι και είχα ξεδιψάσει σε γούρνες στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Έτσι, εκείνη τη μέρα που αγνάντευα, θολούς μέσα στην καλοκαιριάτικη βράση, τους δασύτριχους Ούννους, μιλιούνια αιμοσταγή, τερμίτες ακόρεστους, τίποτα δε με φόβιζε και τίποτε δε σεβόμουν. Γι’ αυτό κι όταν σάλπισε η ανάγκη δούλεψα ευσυνείδητα. Τόσο, που η λαβή του κοντού ισπανικού μου ξίφους ξεχείλισε στον καρπό μου. Κι όταν η Μάστιγα του Θεού έριξε ίσα κατά πάνω μας εκείνα τα τρομερά κάστρα, τα ογκώδη θηρία που ούρλιαζαν το θάνατο, είχα την πρόνοια ν’ ακολουθήσω τις γραμμές μας, που αραίωναν ευέλικτα για να τα εγκλωβίσουν στα μετόπισθεν και να τα ξεκοιλιάσουν αμείλικτα, σα δύσμοιρα ψάρια.
Όλη τη μέρα προχωρούσα μπροστά και σκότωνα λοξά, όχι για τα σηστέρσια, ούτε για τους πραιτοριανούς. Μόνο γιατί έτσι διδάχτηκα, γιατί έτσι επιτάσσει ο Νόμος. Αυτός που δε θα με θυμηθεί, μα που θα υπάρχει και μετά από μένα. Κι αν θες να ξέρεις, και μετά από σένα».

-ε7: «Μιλάει ο Βροχή- Στο- Πρόσωπο. Μου είπαν πως δεν έκλαψα όταν γεννήθηκα. Πως τα σημάδια στα φύλλα των δέντρων το έδειχναν καθαρά πως θα γίνω πολεμιστής. Δεν πολέμησα όμως τότε, στην κοιλάδα του Μεγάλου Κέρατου με το σφοδρό άνεμο, με τα κόκκινα βράχια ή με το παγερό χιόνι. Αυτά είναι αδέρφια μου. Αντίπαλοί μου ήταν τα Λευκά Πρόσωπα. Ήλθαν κάποτε στη γη μας, σταλμένοι λέει από τη Βασίλισσα τους. Κι εμείς τους είπαμε να ζήσουν. Τα τετράγωνα ήταν πολλά, έφταναν για όλους. Μα αυτοί δεν παζάρευαν. Ήθελαν τα πάντα. Κι έτσι αναγκάστηκα να δανειστώ ξύλα από την οξιά για τα βέλη και πέτρα λαξεμένη από το βουνό για το τσεκούρι. Έφτιαξα και χρώματα. Μαύρο για τη γενναιότητα των παιδιών μου. Άσπρο για την ανάπαυση των προγόνων μου. Και κόκκινο για το δικό μου το θυμό. Κι όταν έφτασε η ώρα ξεχύθηκα σα βούβαλος σε οίστρο και σαν τον αγέρα που ξυρίζει τις πλάτες των αλόγων. Αυτοί είχαν φυσικά βέργες της φωτιάς, που χτυπούσαν σαν τον κεραυνό από μακριά. Μα εγώ είχα τη λάμψη του κεραυνού στα μάτια και τη φωτιά του Μανιτού στην καρδιά. Εκείνη τη μέρα δε σταμάτησα ούτε κι όταν δεν είχε μείνει κανένας ορθός από τους άντρες με τα μαλλιά σαν τα ώριμα στάχυα. Δεν έπαψα μέχρι που το ποτάμι χόρτασε αίμα και οι γύπες λευκή σάρκα. Πήγα κι άλλες φορές στην κοιλάδα ψάχνοντας του κάκου για τη Βασίλισσά τους. Μα κι όταν τα κόκαλά τους ξάσπρισαν κάτω απ’ τον κόκκινο ήλιο, αυτή δεν εμφανίστηκε. Έφτασα μέχρι αυτό που λες Έβδομη Γραμμή. Πήρα πίσω τα ποτάμια και τα βοσκοτόπια μας. Πήρα πίσω την τιμή μου, αυτήν που κάνει τον πολεμιστή να αναπνέει. Μα βλέπω τα Λευκά Πρόσωπα να ξανάρχονται. Βλέπω και τα δικά μας τα σκαμμένα από τον κάματο. Βλέπω και τους άντρες να ζητούν πυροβόλα, να ντύνονται σαν τους Λευκούς στο σώμα και στην ψυχή. Τη μαύρη ψυχή.
Γι’ αυτό βλέπεις το πρόσωπό μου να σκοτεινιάζει. Μίλησε ο Βροχή- Στο- Πρόσωπο, το πιόνι».

-ε8: «Με λένε Ρότζερ. Ή μήπως Χάινριχ; Ίσως και Γεβγκένι. Τι σημασία έχει;
Περπάτησα στις πεδιάδες της Γαλλίας και στις ερήμους της Αφρικής. Διέσχισα δασώδεις εκτάσεις στη Γερμανία και τα βαλτοτόπια της Λιθουανίας. Κοιμήθηκα στις παραλίες της Ιταλίας και στη χιονισμένη ρωσική στέπα. Έκανα φίλο την πείνα κι αδέρφι τον πόνο. Προέλασα αμέτρητες φορές με τις σκισμένες μπότες μου και τις αναρίθμητες ψείρες μου. Μα δεν παραπονιέμαι. Έτσι προέβλεπε το Σχέδιο. Και κάθε φορά που η νίκη ήταν με το μέρος μου έκανα μια χαρακιά στο τόξο μου, στη λαβή του ξίφους μου ή στο κοντάκι του όπλου μου. Γραμμές πάνω από γραμμές σαν τα σκαλιά προς το θάνατο ή προς τη δόξα. Ναι, ήρθε και η δόξα. Ήμουν κομμάτι της. Αμελητέο, αλλά κομμάτι της. Ήταν εκεί, στην Όγδοη Γραμμή. Ακολούθησε η προαγωγή. Μου κρέμασαν σιρίτια στον ώμο και χαλκάδες στο στήθος. Μα εγώ το μόνο που προσδοκούσα ήταν ένα γυναίκειο χέρι στον ώμο μου και ένα μωρό να κρέμεται στο στήθος μου με τις ουλές. Το μόνο που επιζητούσα ήταν γαλήνη. Μα γαλήνη δεν προβλέπεται για τα στρατιωτάκια. Την άλλη κιόλας στιγμή έπρεπε να ξαναγυρίσω στις γραμμές μου και να ξαναρχίσω την πορεία. Προς το θάνατο ή προς τη δόξα. Το ίδιο είναι. Δε με κόφτει που είμαι αναλώσιμος, γιατί χρόνια, αιώνες τώρα γνωρίζω το μυστικό. Έτσι, σκύψε, σκύψε να το ακούσεις: Οι σάρκες μου οικοδομούν το γίγνεσθαι. Και ο χαμός μου το είναι. Μην τρομάζεις. Υπάρχεις όσο κι εγώ. Μόνο τόσο».
………………………………………………………………………………………….

Το καταλαβαίνω. Ετούτη τη φορά δεν είχα αστεία ν’ αραδιάσω. Συγχωρήστε την ανικανότητά μου να σας κάνω να χαμογελάσετε. Φταίει που εκείνος ο ψίθυρος συνεχίζεται. Ξυπνάει όταν κοιμούνται οι άλλοι ήχοι. Πάσχισα να τον αποφύγω, να σφαλίσω τ’αυτιά και το μυαλό μου. Μάταιος κόπος. Κάθε φορά, πειθήνια, σηκώνομαι και πλησιάζω την πηγή του. Μοιάζει σαν ένα χέρι να με κινεί κάθε νύχτα, ξανά και ξανά στο ε4. Απομένω ολομόναχος, σαν πιόνι σε μιαν έρημη κοσμική σκακιέρα. Υπακούω ύστερα στην αναπόδραστη ανάγκη μου να διηγηθώ ιστορίες. Και το κάνω όσο πιο σιγανά μπορώ, σχεδόν ψιθυριστά. Δε θέλω δα να σας αναστατώσω…