Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2009

Η ΙΣΟΠΑΛΙΑ

Ζούσε κάποτε σε μια μακρινή χώρα στην Ανατολή ένας πανίσχυρος χαλίφης. Ήταν σκληρός και δραστήριος, με κοφτερό μυαλό, πάει να πει επικίνδυνος. Ο ηγεμόνας εκείνος είχε βρει έναν πολύ καλό τρόπο για να διατηρεί στο βασίλειό του την ειρήνη. Γνωρίζοντας πόσο οξύθυμοι και φιλοπόλεμοι μπορούσαν να αποδειχθούν οι εμίρηδές του, είχε κατορθώσει, άλλοτε με ακριβά δώρα, άλλοτε με πειθώ αλεπούς κι άλλοτε πάλι με λιγότερο γαλαντόμες πρακτικές, να τους πείσει πως ο πόλεμος δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους. Ο πόλεμος, έλεγε, ήταν παιδί της οπισθοδρόμησης και κουσούρι κακό της ράτσας τους. Στην πραγματικότητα βέβαια ήξερε πως ο πόλεμος δε μένει ποτέ στα σοκάκια, μα γοργά κυλάει κι απλώνεται σαν ορμητικό ρυάκι και στους δρόμους τους κεντρικούς και ίσως κάποτε να έφτανε και στο πλουμιστό παλάτι, στο οποίο ζούσε ο ίδιος με τη βασιλική φαμελιά και τους καλοθρεμμένους συμβουλάτορές του.


Ήξερε όμως καλά ο πονηρός χαλίφης πως οι μνησικακίες, οι έριδες και οι αψιμαχίες κυλούσαν μέσα στο αίμα των υπηκόων του. Γι’ αυτό και τους είχε αναγκάσει να λύνουν τις διαφορές τους με έναν, αν μη τι άλλο, πρωτότυπο όσο και αναίμακτο τρόπο. Αντί να αρματώνουν σιδερόφρακτους στρατούς, αντί να ερημώνουν τα σπίτια και τα χωράφια από αντρίκια χέρια, αντί να σπαταλούν χρυσά νομίσματα σε τόξα και γιαταγάνια και να καίνε τα σπαρτά και να ξεχερσώνουν τη γη και να σφάζουν τα κοπάδια και να ματοκυλάνε τους ανήμπορους και τους μάχιμους ομάδι, τους έβαζε να ξεκαθαρίζουν τα νιτερέσα τους παίζοντας σκάκι. Ναι, σκάκι!


Μια φορά λοιπόν το χρόνο, μάζευε όλους τους εμίρηδες σε κάποιο από τα θερινά του ανάκτορα και τους έβαζε να παίζουν μεταξύ τους, ώστε να εκτονωθεί το συσσωρευμένο μένος πάνω στην ξύλινη σκακιέρα, κι όχι στα εδάφη της επικράτειάς του. Με τον τρόπο αυτό η χώρα ευημερούσε, μα ευημερούσε και το πολύπλοκο εκείνο παιχνίδι, το σκάκι. Οι εμίρηδες γνώριζαν πολύ καλά πως το να μην είσαι ικανός παίκτης σου στερούσε όχι μόνο δόξα και φήμη, όχι μόνο την εύνοια του παντοδύναμου χαλίφη, μα και σημαντικά πλούτη, απ’ αυτά που προσπορίζει πάντα το κύρος. Οι αξιωματούχοι που δεν κατάφερναν να διακριθούν σε τέτοιους αγώνες, σχεδόν πάντα υποβιβάζονταν σε πιο παρακατιανές κάστες, βούλιαζαν στην ανυποληψία και απαιτούνταν από μέρους τους σκληρή και επίπονη προσπάθεια για να αξιωθούν να βρεθούν ξανά κοντά στο θρόνο.


Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, το σκάκι είχε γίνει το σύμβολο της δύναμης και της κυριαρχίας και κάθε εμίρης φρόντιζε να εξασκείται σ’ αυτό πολύ πιο συχνά απ’ όσο στις καμηλοδρομίες ή στο κυνήγι με γεράκια. Επιπλέον, μεριμνούσε ώστε τα παιδιά του και τα παιδιά των παιδιών του να ασχολούνται εξ απαλών ονύχων με το παιχνίδι, όπως εξάλλου συνέβαινε και με τους απρόθυμους υπηκόους του. Έτσι γινόταν, και το σκάκι είχε αποκτήσει κανονιστική θέση σ’ ολάκερο το χαλιφάτο, αφού όσο μεγαλύτερη δυναμικότητα επιτύγχανε κάποιος, τόσο αυξάνονταν και οι πιθανότητες ανάρρησης σε σημαντικούς διοικητικούς θώκους.


Ωστόσο τα εξήντα τέσσερα τετράγωνα της σκακιέρας δεν ήταν αποκλειστικά πεδίο μάχης λαμπρό. Υπήρχαν φορές που είχαν αναδείξει προσωρινές ή μονιμότερες συμμαχίες, που συνήθως καθορίζονταν από τις συγκυρίες ή τις επί μέρους επιδιώξεις των αξιωματούχων. Υπήρχε και μια περίπτωση δύο αντρών όπου η μάχη με τους άσπρους και μαύρους πεσσούς ήταν προέκταση της φιλίας τους. Μιας φιλίας ονομαστής και αξιομνημόνευτης σε όλο το βασίλειο. Ο ένας ήταν ένας γηραιός εμίρης με μακριά λευκή γενειάδα. Θεωρούνταν τόσο σοφός που τον αποκαλούσαν ακριβώς έτσι : ο Σοφός. Ο άλλος δεν ήταν παρά ο νεαρότερος από όσους συμμετείχαν σ’ εκείνους τους ιδιότυπους αγώνες. Η βαθιά φιλία που συνέδεε τους δύο άντρες, παρά τη διαφορά της ηλικίας τους, δεν έβρισκε σκοντάματα στις παρτίδες σκακιού, πόσο μάλλον που το σκάκι αποτελούσε προέκτασή της. Πολλές φορές τους είχαν δει να επισκέπτονται ο ένας την εστία του άλλου, χωρίς σουραύλια και κύμβαλα, χωρίς συνοδείες και ακολούθους και άλλες περιττές επισημότητες, έτσι, απλά και ζεστά. Και αμέτρητες ακόμα φορές τους είχαν δει να παίζουν σκάκι, τη μία παρτίδα μετά την άλλη, ξανά και ξανά, αντλώντας από το παιχνίδι όλη την ικανοποίηση που αυτό μπορεί να προσφέρει στους μύστες. Και έλεγαν πως είχαν κάτι αλλιώτικο εκείνες οι παρτίδες. Λες και τα κομμάτια δεν τα κινούσε η δίψα της νίκης και ο καιροσκοπισμός, όπως συνηθιζόταν, μα η στρατηγική και η φαντασία. Όμως εκείνη η σφυρηλατημένη στο αμόνι του χρόνου φιλία έμελλε κάποτε να δοκιμαστεί για τα καλά.


Ήταν σε μια από τις ετήσιες συναντήσεις των εμίρηδων στα ανάκτορα που έλαχε να συμβεί αυτό. Μετά από ανελέητες μάχες, διαγκωνισμούς και μηχανορραφίες μέσα κι έξω από τα ασπρόμαυρα τραπέζια, η κατάσταση είχε πάρει να ξεκαθαρίζει. Το έβλεπε κανείς ξεκάθαρα στα πρόσωπα των εμίρηδων. Όσοι είχαν πετύχει αρκετές νίκες είχαν φορέσει τα πιο πλατιά τους χαμόγελα και δεν μπορούσαν να κρύψουν την άγρια χαρά που φούσκωνε στα στήθια τους. Όσοι ανήκαν στο στρατόπεδο των ηττημένων παρέμεναν απομονωμένοι και κατηφείς ή στριμώχνονταν στις γωνιές, ο ένας κοντά στον άλλο, όπως τα ζώα που κινδυνεύουν. Υπήρχε και μια μερίδα σκακιστών που εξαρτιόνταν η επιτυχία τους από τον αγώνα της τελευταίας μέρας, ανάμεσά τους κι οι δύο φίλοι, ο Σοφός και ο νέος.


Την τελευταία νύχτα ο νέος δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Η θεά Κάισσα τα έφερε έτσι που θα έπρεπε να αντιμετωπίσει στην πιο κρίσιμη παρτίδα τον αγαπημένο του φίλο. Τον επισκέφτηκε στο κατάλυμά του όταν οι δάδες είχαν πάρει να σβήνουν. Ο Σοφός τον υποδέχτηκε ξαφνιασμένος, καθώς τύλιγε γύρω του ένα λινό μανδύα.


«Ποιο καλό όνειρο σε κρατάει ξύπνιο τέτοιαν ώρα;» αναρωτήθηκε.


«Δεν είναι όνειρο καλέ μου φίλε» απάντησε βιαστικά ο νέος «μόνο η ανησυχία και ένα σφίξιμο με συντρόφεψαν στην κλίνη μου».


«Ανησυχία; Για ποιο πράγμα;»


«Δεν το ξέρεις άραγε ήδη; Αύριο θα κονταροχτυπηθούμε οι δυο μας. Εσύ παίζεις με τα λευκά κομμάτια κι εγώ με τα μαύρα. Όποιος από τους δυο μας χάσει, χάνεται. Τι θα κάνουμε;»


Ο γέρος κούνησε το κεφάλι του χαμογελώντας.


«Δεν είσαι από αυτούς που φοβούνται τον αντίπαλο, όταν μάλιστα τον ξέρουν σαν την απαλάμη τους. Είσαι πολύ δυνατός παίκτης. Θαρρώ πως ούτε κι ήττα σε τρομάζει. Κάτι άλλο ήρθες να μου πεις».


Ο νέος κατέβασε το κεφάλι. Έμεινε για λίγο σιωπηλός και μετά μίλησε κομπιάζοντας.


«Είδα και τα υπόλοιπα αποτελέσματα. Αρκεί μια ισοπαλία για να σωθούμε και οι δυο μας. Αυτό ήρθα να σου προτείνω».


«Να σωθούμε; Θα σωθούμε τάχα;» μονολόγησε ο Σοφός.


«Τι εννοείς; Δεν καταλαβαίνω» ρώτησε ο νέος, μα ο Σοφός σαν να μην τον άκουσε ρώτησε με τη σειρά του.


«Και ποιος θα είναι ο αντίκτυπος της ισοπαλίας μας στους άλλους εμίρηδες;»


«Κάποιος άλλος θα υποβιβαστεί αντί για μας. Είναι πολλοί οι υποψήφιοι. Τι σε κόφτει όμως γι’ αυτούς; Σάμπως δεν ήταν αντίπαλοί μας από την αρχή;»


«Σκέφτομαι τα παιδιά σου. Τους έχεις μάθει σκάκι, έτσι δεν είναι; Αναρωτιέμαι επίσης τι θα σκεφτόσουν αν ήσουν στη δυσχερή θέση να εξαρτάται η δική σου υποβάθμιση από κάποιους άλλους. Δε με μέλλει ωστόσο γι’ αυτούς. Εμάς τους δυο αναλογίζομαι καλέ μου φίλε».


Ο νέος ανασήκωσε τους ώμους. Ο γέρος εκείνο το βράδυ μιλούσε σιβυλλικά. Μακρά σιωπή επικράτησε στο δώμα. Από το ανοικτό κρεμμυδοειδές παράθυρο έμπαινε μόνο μια απαλή αύρα και έφταναν κάποια μακρινά κρωξίματα από νυχτοπούλια. Ο Σοφός σηκώθηκε και φύσηξε το κερί. Το φεγγαρίσιο αντιφέγγισμα κύλησε στο ξύλινο πάτωμα, ήταν όμως τόσο αχνό που δεν αρκούσε για να φωτίσει τα πρόσωπά τους.


«Μα…το κερί αργούσε να σωθεί. Κι η νύχτα αργεί ακόμα να περάσει» διαμαρτυρήθηκε ο νέος.


«Ζούμε σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο. Το κερί είναι η φιλία μας, είναι το σκάκι, είναι όλα όσα μας φωτίζουν τα πρόσωπα. Χωρίς αυτά, υπάρχει μόνο σκοτάδι. Τέτοιο, που δε μπορούμε να κοιταχτούμε στα μάτια. Τόσο, που δεν αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλο. Ακόμα χειρότερα, δεν αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας. Το είδωλο μας στον καθρέφτη θα παραμείνει ζοφερό. Και η αυγή, όπως πολύ σωστά παρατήρησες, αργεί να φτάσει».


Ο νέος δεν αποκρίθηκε. Έσκυψε μόνο το κεφάλι και έπεσε σε περισυλλογή. Άρχιζε να καταλαβαίνει τι προσπαθούσε να του πει ο Σοφός εμίρης. Εκείνος τότε συνέχισε.


«Η θεά Κάισσα δε μου φυλάει πολλά χρόνια ακόμα στο δισάκι μου. Μην προσπαθείς να μου στερήσεις τα λίγα που μου απομένουν και που με κάνουν να μη ντρέπομαι γι’ αυτά. Τη φιλία, την τιμιότητα, το φιλότιμο, την ακεραιότητα, τη συμπόνια και το κουράγιο. Α, ναι. Και το σκάκι».


Ο νέος σηκώθηκε και σκούπισε αργά με την ανάστροφη της παλάμης του το υγρό του μάγουλο. Έσκυψε μετά και φίλησε το χέρι του Σοφού.


«Αύριο λοιπόν. Καλυνύχτα» είπε και χάθηκε στους μισοσκότεινους διαδρόμους του παλατιού.


Την επομένη στο μεγάλο ντιβάν, λίγο πριν την έναρξη των τελευταίων αγώνων, μπορούσε κανείς να αισθανθεί την ένταση στον αέρα. Οι εμίρηδες έφτιαχναν μικρές ομάδες και σχολίαζαν με θόρυβο τα μέχρι τότε αποτελέσματα. Μόνο ο νέος έμενε καθιστός στη σκακιέρα του, αμίλητος, χωρίς να συμμετέχει. Είχε αποφασίσει να παίξει την παρτίδα καθαρά και ας κέρδιζε ο καλύτερος. Σκεφτόταν τι θα μπορούσε να δοκιμάσει με το γέροντα, αφού είχαν παίξει μυριάδες φορές ως τώρα και γνώριζε ο ένας το παιχνίδι του άλλου σαν κάλπικη δεκάρα. Θα μπορούσε να πει κανείς πως οι μέχρι τότε παρτίδες τους ήσαν μοιρασμένες. Άλλοτε επικρατούσε το ήρεμο στρατηγικό παιχνίδι του Σοφού κι άλλοτε το δυναμικό και επιθετικό που χαρακτήριζε τον ίδιο. Μόνο που τούτο το παιχνίδι ήταν πολύ διαφορετικό. Όχι γιατί τον έφερνε μπροστά στο ενδεχόμενο της ήττας, μα επειδή ήξερε πόσο κακό θα μπορούσε να κάνει στο φίλο του νικώντας.


Όταν ο χαλίφης μπήκε στη χρυσοποίκιλτη αίθουσα, τα μουρμουρητά κόπασαν μονομιάς και, μετά από κάποια σύντομα διαδικαστικά, όλοι έσπευσαν να καθίσουν στις θέσεις τους για τον τελευταίο γύρο. Ο Σοφός έσφιξε με θέρμη το χέρι του νέου και αντάλλαξαν ένα πλατύ χαμόγελο. Οι πρώτες κινήσεις παίχτηκαν γρήγορα:


1.δ4, δ5 2. γ4


Ο νέος τότε σταμάτησε. Δάγκωνε τα χείλια του και έστεκε αναποφάσιστος. Ξαφνικά του ήρθε μια ιδέα. Θα μπορούσε να εφαρμόσει ένα σχέδιο πρωτότυπο, που ποτέ πριν δεν είχε αποτολμήσει. Ήξερε πως η ιδέα του ήταν τολμηρή και επιθετική, μα συνάμα ριψοκίνδυνη αφού έκοβε όλες τις γέφυρες πίσω της, ισορροπώντας την παρτίδα στο χείλος του γκρεμού. Μα μια τόσο σημαντική παρτίδα, μόνο επί ξυρού ακμής μπορούσε να παιχτεί:


2….ε5.


Ο γερο- εμίρης φάνηκε να ξαφνιάζεται από την παράδοξη κίνηση. Στο νέο φάνηκε πως γελούσε πίσω από την άσπρη γενειάδα του, μα δε θα έπαιρνε κι όρκο γι’ αυτό. Ο Σοφός μετά από λίγη σκέψη έκοψε το πιόνι. Ακολούθησαν μερικές ακόμα κινήσεις με γοργό ρυθμό.


3. δε5, δ4 4. ε3, Αβ4+ 5. Αδ2, δε3.


Σε εκείνο το σημείο ο νέος είδε με τα μάτια της φαντασίας του μια παγίδα. Αρκούσε ο Σοφός να υποτιμήσει τη θέση για να την δει να καταρρέει ως εξής: 6. Α:β4, εζ2+ 7. Ρε2, ζ:η1=Ι+ 8. Π:η1, Αη4+. Ήταν δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο; Υπήρχε περίπτωση ο γέροντας να επιθυμούσε την ήττα του; Όχι! Μετά από κάμποση σκέψη ο άντρας πίσω από τα λευκά έπαιξε


6. Βα4+ και η σκακιέρα πήρε φωτιά καθώς κανείς από τους δύο βασιλιάδες δε θα μπορούσε πια να αισθάνεται ασφαλής. Ο νέος ένιωσε την κάψα στον λαιμό του και βλέποντας ότι χάνει υλικό πέρασε στην αντεπίθεση.


6.…Ιγ6 7. Α:β4, εζ2+ 8. Ρ:ζ2, Βθ4+ 9.η3, Βδ4+ 10. Ρε1, Βε4+


Αυτό ήταν και το πιο δύσκολο σημείο στην παρτίδα. Ο άντρας με τα μαύρα έβλεπε πως θα μπορούσε να κερδίσει τώρα έναν ολόκληρο πύργο. Αυτό όμως θα άφηνε τον αντίπαλο βασιλιά να κρυφτεί και τον δικό του έρμαιο στα νύχια των λευκών κομματιών. Μετρούσε και ξαναμετρούσε τις διακλαδώσεις του παιχνιδιού, μα δεν μπορούσε να δει στο βάθος του λαβυρίνθου. Δίπλα τους σχεδόν, δύο άλλοι εμίρηδες σηκώνονταν από τη σκακιέρα έχοντας κάνει μια επιδεικτικά σύντομη και προκλητικά προσυμφωνημένη ισοπαλία. Έμοιαζαν ικανοποιημένοι, προφανώς γιατί έτσι είχαν γλιτώσει το τομάρι τους, τουλάχιστον για ένα χρόνο ακόμη. Ο νέος συγκεντρώθηκε ξανά στην παρτίδα του. Έριξε μια φευγαλέα ματιά στον Σοφό. Έμοιαζε κι εκείνος απορροφημένος, μα αυτή τη φορά ένα ανεξιχνίαστο χαμόγελο είχε ξεχαστεί στο γαλήνιο πρόσωπό του. Και τότε ο νέος συνειδητοποίησε κάτι που είχε παραβλέψει μέσα στην άψη της μάχης. Συνειδητοποίησε πως θα μπορούσε απλά να εκβιάσει την ισοπαλία με επανάληψη των κινήσεων. Αν αποδεικνυόταν αδηφάγος μπορούσε να προκαλέσει τη θεά Κάισσα και στο τέλος να ηττηθεί. Είχε ωστόσο κάνει το καθήκον του.


11. Ρζ2, Βδ4+ 12. Ρε1, Βε4+ έπαιξε και αλληλοκοιτάχτηκε με το φίλο του. Μεμιάς έσφιξαν τα χέρια, πιο δυνατά από ποτέ, και συμφώνησαν μια λυτρωτική ισοπαλία.





Η ισοπαλία έδωσε στους δύο φίλους το δικαίωμα να παραμείνουν στην κορυφή της πυραμίδας και να εξακολουθήσουν να έχουν την εύνοια του χαλίφη. Όμως κανείς από τότε δεν τους ξαναείδε να συμμετέχουν στους ετήσιους αγώνες. Αποτραβήχτηκαν στα εμιράτα τους και ποτέ πια δεν εμφανίστηκαν στο έκπαγλο σεράι, στη Μεγάλη Πόλη. Μολονότι αποκομμένοι από τις σκακιστικές μάχες δεν έπαψαν να πραγματοποιούν τις καθιερωμένες τους επισκέψεις και να παίζουν το λατρεμένο τους παιχνίδι για κάμποσα χρόνια ακόμα, μέχρις ότου ο Σοφός εμίρης άφησε την τελευταία του πνοή.


Λίγο καιρό αργότερα παραδόθηκε μια παλιά και φθαρμένη περγαμηνή στα χέρια του νεαρού εμίρη. Γνώρισε αμέσως το γραφικό χαρακτήρα του παλιού του φίλου. Με τρεμάμενα χέρια διάβασε σ’ αυτήν τις αναλύσεις του Σοφού που αποδείκνυαν πως θα έπρεπε να είχε πάρει εκείνον τον πύργο, με πολύ καλές τύχες να νικήσει στην παρτίδα. Όμως ο νέος γνώριζε καλά πια, πως στη ζυγαριά της ψυχής του βάραινε πιότερο εκείνη η ισοπαλία, απ’ όλες τις νίκες του κόσμου. Γιατί ενώ είχε πολλά ψεγάδια για τα οποία θα μπορούσε να ντρέπεται, ανάμεσα σ’ αυτά δεν ήταν το σκάκι.



…………………………………………………………………………..



Υ.Γ. Η ιστορία είναι φανταστική, μα άλλο τόσο θα μπορούσε να είναι και πραγματική (όπως και το πρόσφατο γεγονός που την ενέπνευσε). Η παρτίδα εντούτοις είναι πέρα από κάθε αμφιβολία υπαρκτή. Έπαιζα μαύρος εναντίον του αδερφικού φίλου Νίκου Δ. Δεν κέρδισα χρήματα ή δόξα μετά το τέλος της,

ούτε που έγινα καλύτερος σκακιστής. Όμως θαρρώ πως έγινα λίγο καλύτερος άνθρωπος.

..........................................................................................................................

* Το άρθρο γράφτηκε για το ιστολόγιο του Γάτου του Σρέντιγκερ (www.skakistiko.blogspot.com).

** Η αφορμή ήταν τα όσα συνέβησαν στο τελευταίο Πρωτάθλημα Ελλάδας στο σκάκι. Εκεί όπου κάποιες ομάδες δε δίστασαν να στήσουν αγώνες και να προσυμφωνήσουν αποτελέσματα (εξανάγκασαν τους παίκτες τους, ακόμα και τα παιδιά, σε σύντομες ισοπαλίες και στις δώδεκα σκακιέρες), ώστε να πετύχουν τους εφήμερους στόχους τους (ψωροχρήματα, παραμονή στην κατηγορία, βοήθεια σε θυγατρικά σωματεία κτλ).

Τρίτη 31 Μαρτίου 2009

ΑΡΚΤΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Μια φορά κι έναν καιρό, στη μακρινή και παγωμένη Αρκτική, ζούσε ένας γιγάντιος θαλάσσιος ελέφαντας που ονομαζόταν Παγκάλ. Μη φανταστείτε βέβαια πως ήταν ο μοναδικός του είδους του. Κοντά του ζούσαν και άλλοι όμοιοί του, με μόνη διαφορά ότι κανείς απ’ αυτούς δεν έφτανε σε μέγεθος ή σε ποσότητα λίπους τον Παγκάλ. Μπορούσε να υπερηφανεύεται πως ξεπερνούσε σε χοντράδα (και λόγω αυτού του πλεονεκτήματος και σε ιταμότητα) κι αυτόν τον ίδιο τον Μπένι, δεύτερο στην ιεραρχία ανάμεσα στους θαλάσσιους ελέφαντες.


Εντούτοις τα πράγματα δεν πήγαιναν και τόσο καλά για την φατρία των θαλάσσιων ελεφάντων, κι αυτό διότι για αρκετά χρόνια είχαν χάσει την διακυβέρνηση της Αρκτικής από τη λαομίσητη λευκή αρκούδα Καραμάν.
Ο Καραμάν και τα αρκουδάκια του ήταν αυτά που έκαναν πια κουμάντο στη χώρα των αιώνιων πάγων. Όχι βέβαια πως ο Καραμάν και η κουστωδία του είχαν να χωρίσουν και πολλά πράγματα με τους θαλάσσιους ελέφαντες, αλλά ήταν θέμα γοήτρου και , όπως και να το κάνουμε, ο κυβερνήτης ασκούσε πλήρη έλεγχο σε όλες τις τρύπες στον πάγο. Επιπρόσθετα ήταν αυτός που έβαζε τους κανόνες, αν και αυτό στηριζόταν σε μια πλειοψηφία στη Δούμα των Πάγων πιο εύθραυστη κι από τους ίδιους τους πάγους το καλοκαίρι.









Ο Παγκάλ και η παρέα του ζήλευαν πολύ τον Καραμάν και συχνά νοσταλγούσαν τις παλιές καλές εποχές που ήταν οι ίδιοι απόλυτοι άρχοντες της Αρκτικής. Τότε που μπορούσαν να ξαπλώνουν με ραχάτι στον ήλιο, σε κοπάδια εκατοντάδων κρατικοδίαιτων τεμπέληδων ή που μπορούσαν να γεμίζουν τις απύθμενες κοιλιές τους καταναλώνοντας περισσότερα ψάρια απ’ όσα μπορούσαν να παράγουν. Όμως ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη, μα αγαπάει και τον λωποδύτη.




Με τον καιρό να κυλάει αλλόκοσμα στην εσχατιά εκείνη του κόσμου, ξεχάστηκαν από τα λευκά ζώα κάποιες οικονομικές ατασθαλίες που είχαν στοιχίσει στους θαλάσσιους ελέφαντες το θρόνο. Κι όσες δεν ξεχάστηκαν, τις σκέπασε η αντάρα από τις πιο πρόσφατες ματσαράγκες στις οποίες είχαν περιπέσει τα αρκουδάκια.


Αν σε αυτό προστεθεί και η εσωτερική διαμάχη στις αρκούδες μεταξύ του Καραμάν και της Ντορ, εύκολα εξηγείται ο αναβρασμός που ξέσπασε στον Αρκτικό Κύκλο και οι ψίθυροι για εκλογές που έκαναν τους θαλάσσιους ελέφαντες να τρίβουν τα γλιστερά πτερύγιά τους με πρόδηλη ικανοποίηση.




















Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι βέβαια δεν ήταν άλλη από τη φερόμενη ως δήλωση της Αυτού Εξοχότητος του Καραμάν, ότι δηλαδή κουράστηκε, γεγονός που υπερτονίστηκε και από τα οπτικά μέσα. Μάταια τα αρκουδάκια προσπαθούσαν τότε να αναστηλώσουν το προφίλ του ηγεμόνα τους.










Μάταια και ο λύκος της τούνδρας (που άκουγε στο αλλόκοτο για ζώο όνομα Γεώργιος Αδωνιάδης και που ισχυριζόταν ότι η γενιά του κρατούσε από τον Λύκειο Απόλλωνα), έτεινε πόδι βοηθείας με αντάλλαγμα μια θέση για τη γυναίκα του στο επόμενο ντοκιμαντέρ που θα γυριζόταν στην περιοχή.









Τίποτε δε φαινόταν να μπορεί να σώσει τις λευκές αρκούδες. Η ώρα των θαλάσσιων ελεφάντων πλησίαζε. Υπήρχε μόνο ένα μικρό προβληματάκι. Οι πιγκουΐνοι.



Οι πολυάριθμοι πιγκουΐνοι αποτελούσαν το εργατικό δυναμικό και το κύριο σώμα των φορολογούμενων στην Λευκή Ήπειρο. Ήταν προσηλωμένοι στο καθήκον τους, εργατικοί, καταναλωτικοί, και μαθημένοι στην λιτότητα. Έκαναν βέβαια κι αυτοί τις μικροαπατεωνιές τους, ένα λάδωμα εδώ, ένα φακελάκι εκεί, μια παρανομία παρακάτω, αλλά δε βαριέστε, τέτοια πράγματα συμβαίνουν ακόμα και στα θερμά κλίματα του Νότου. Τα συμπαθή κατά τα άλλα ζωντανά όμως είχαν ένα κακό ελάττωμα. Τους άρεσε να σκαλίζουν δύο πράγματα: τον πάγο και την πολιτική ζωή, συνήθεια που με τη χρόνια εξάσκηση κατάντησε βραχνάς για τα μεγαλόσωμα θηλαστικά αφού έπρεπε να δίνουν διαρκώς απαντήσεις και εν ολίγοις να λογοδοτούν στις μάζες των πιγκουίνων.


Ας επιστρέψουμε τώρα στον κεντρικό μας ήρωα, τον Παγκάλ. Βλέποντας οι θαλάσσιοι ελέφαντες την εξουσία να τους σιμώνει μα να μην τους φτάνει λόγω των προσκομμάτων που της έβαζαν οι κόκκινοι πιγκουίνοι, γνωστοί και ως πιγκουινιστές, ζήτησαν από τον Παγκάλ να αναλάβει μια εκστρατεία εναντίον των ηγετών τους με όποιο μέσο έκρινε προσφορότερο αυτό το έμπειρο παχύδερμο. Ο Παγκάλ, που δεν ήταν δα και η πρώτη φορά που θα επιτίθετο σε πιγκουινιστές, στο άκουσμα μιας τέτοιας καμπάνιας, μισόκλεισε τα μάτια και έγλειψε τα λαδωμένα από ιχθυέλαιο μουστάκια του με μια έκφραση ηδονής.



Αφού κατέστρωσε το σχέδιό του, κατόπιν έσυρε το θεόρατο κορμί του από παγόβουνο σε παγόβουνο και άρχισε να διαλαλεί σε όλα τα ζωντανά των πάγων την αήθη επίθεση που είχε δεχτεί από τους εκπροσώπους των κόκκινων πιγκουίνων, που σκόπευαν τάχα να προβούν σε εκκαθαρίσεις. Φυσικά, αυτό ήταν ένα μικρό ψεματάκι, αλλά τα ζώα της αρκτικής ζώνης τρέφονται με βρύα, λειχήνες και άλλα κουτόχορτα, όπως θα θυμάστε και από την πατριδογνωσία ή το "εμείς κι ο κόσμος".














Θύμισε ακόμα σε όποιον είχε τη διάθεση να ακούσει (αν και εδώ που τα λέμε ο στεντόρειος βρυχηθμός του έφτασε και σε αυτούς που δεν είχαν καμιά απολύτως διάθεση να τον ακούσουν), πως ελάχιστα χρόνια είχαν περάσει από τότε που οι πιγκουινιστές κατείχαν επικίνδυνα όπλα –και που με τη συνθήκη της Βαρκιζλάνδης τους τα είχαν πάρει ευτυχώς οι θαλάσσιοι ελέφαντες και οι αρκούδες!- και πως οι επικίνδυνοι αυτοί κουκουλοφόροι δεν ήθελαν και πολύ να ξαναβγούν στα παγόβουνα ή να αρχίσουν να στέλνουν εξορία στον Ισημερινό δημοκρατικούς πολίτες της Αρκτικής σαν κι ελόγου του και ίσως να φυλακίζουν, ακόμα και να βασανίζουν, ανυποψίαστους και αθώους επιχειρηματίες διαγουμίζοντας τις περιουσίες τους και διασαλεύοντας την έννομη τάξη.


Ίσως και να μην τον πίστευε κανείς τον Παγκάλ, αφού ήταν πασίγνωστος στην Αρκτική για τις υπερβολές του, μα αυτή τη φορά τον βοήθησε μια αρκούδα να μοντάρει μια φωτογραφία με υποτιθέμενους βανδαλισμούς των πιγκουινιστών, ώστε τελικά να καταφέρει να στρέψει την κοινή γνώμη εναντίον τους.











Από την άλλη, οι κόκκινοι πιγκουίνοι και η αρχηγίνα τους Παπάρ , που έτειναν να περιοριστούν σε πολύ μικρά ποσοστά πάγου, αγρόν αγόραζαν. Και που να βρεις αγρό σε κείνους τους αφιλόξενους τόπους…













Εστίαζαν την προσοχή τους στην Οικολογική Κρίση που είχε χτυπήσει τη Λευκή Ήπειρο, κάνοντας τους πάγους να λιώνουν, τη στάθμη των υδάτων να ανεβαίνει και γενικά το Οικολογικό Σύστημα να καταρρέει και επιχαίρονταν γιατί δικαιωνόταν επιτέλους η μακραίωνη ρητορική τους. Αρχικά λοιπόν αδιαφόρησαν για τους συκοφαντικούς αλαλαγμούς του παχύδερμου και το άφησαν να αλωνίζει σέρνοντας αλαζονικά την ασήκωτη κοιλιά του. Δε φάνηκαν να συγκινούνται ούτε και όταν άκουσαν τον Παγκάλ να ακονίζει τους αιχμηρούς του χαυλιόδοντες, έτοιμος να περάσει στο δεύτερο μέρος του σχεδίου του. Ένα δεύτερο μέρος που δεν άργησε να υλοποιηθεί.


Μια από τις επόμενες μέρες ο Παγκάλ και μερικά ακόμα πρωτοπαλίκαρα των θαλάσσιων ελεφάντων, έχοντας κατασκευάσει ένα κλίμα εχθότητας, μπόρεσαν να κάνουν πράξη τον υποτιθέμενο διχασμό. Αφού στρίμωξαν σε μια παγωμένη νησίδα μερικούς ανυπεράσπιστους πιγκουινιστές και αφού τους προπηλάκισαν για αρκετή ώρα, κάποιος απ’ τους θαλάσσιους ελέφαντες τους επιτέθηκε. Επικράτησε πανδαιμόνιο και γρονθοκλωτσοπατινάδα ώσπου δυο σκληρά δόντια ελέφαντα χώθηκαν με δύναμη στις σάρκες ενός πιγκουίνου. Το αίμα του ανάβλυσε πηχτό και έβαψε κόκκινο τον πάγο. Επικράτησε ένα μικρό κλάσμα σιγής. Μετά, λες και η θέα ή η μυρωδιά του αίματος ξύπνησε κάποια αρχέγονα αντανακλαστικά, που έμεναν χιλιετηρίδες ναρκωμένα στη θερμοκρασία του απόλυτου μηδενός, οι θαλάσσιοι ελέφαντες χίμηξαν μανιασμένοι στους κόκκινους πιγκουίνους που μικρή μόνο αντίσταση πρόλαβαν να προβάλουν. Ο Παγκάλ, είτε από υπερβολικό ζήλο, είτε επειδή γι’ αυτόν φαί να’ ταν κι ό, τι να’ ταν , ξέκανε τους περισσότερους εχθρούς, κάποιους μάλιστα με παραδειγματικό αποκεφαλισμό.

Κάμποσο καιρό μετά, έχοντας εκκαθαρίσει το σύνολο των πιγκουινιστών, κατέθεσε πρόταση στους νέους αρχηγούς των ισχυρών φατριών (ο Μπένι για τους ελέφαντες και η Ντορ για τις αρκούδες είχαν αναλάβει πια τα ηνία) να σταματήσουν τις επιδερμικές έριδες και να συνεργαστούν επί της ουσίας για το καλό της Αρκτικής, την προκοπή, την πρόοδο και την ανάπτυξη του βασανισμένου εκείνου τόπου για τον οποίο και ο ίδιος είχε χύσει ποταμούς ιδρώτα (λιπαρού) και αίματος (πιγκουίνων).

Δεν γνωρίζουμε αν είναι αλήθεια, αλλά ακούσαμε πως τελικά του έφτιαξαν τον ανδριάντα που αρμόζει σε κάθε μεγάλο ζωντανό. Και μεγαλύτερο παχύδερμο από τον Παγκάλ δεν είχε να επιδείξει η Αρκτική.


















Υ.Γ. Κι επειδή θα βγουν κάμποσοι καλοθελητές να ισχυριστούν πως όλα αυτά τα διδακτικά τα βγάλαμε από την κούτρα μας, σπεύδω να τους προλάβω εξηγώντας πως η ενημέρωσή μας για τα τεκταινόμενα στην Λευκή Ήπειρο προέρχεται από 100% διασταυρωμένες και έγκυρες πηγές.








































Κι αυτές δεν είναι άλλες από την αρκτική γαλιάντρα Τρεμ και την δοκησίσοφη κουκουβάγια του χιονιού Τραγκ. Όχι παίζουμε!

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2008

ΕΠΕΤΕΙΟΣ


(Επικρατεί σκοτάδι στη σκηνή. Ακούγονται τρεχαλητά παιδιών. Ένα αχνό φως φέγγει χαμηλά στις σανίδες επιτρέποντας να φανεί στο κέντρο της σκηνής ένα παγκάκι και τα πόδια των δύο παιδιών. Είναι ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Μάλλον φορούν ασπρογάλαζα ρούχα. Όμως είναι πολύ σκοτάδι, τίποτε΄άλλο δε φαίνεται -για την ώρα)

ΑΓΟΡΙ: Πάμε ρε συ να την κοπανήσουμε!
ΚΟΡΙΤΣΙ:Αστειεύεσαι; Θα με σκοτώσει η μάνα μου. Περιμένει πως και πως να με δει να κάνω παρέλαση. Είναι κόρη ταγματάρχη αυτή λέει!
ΑΓΟΡΙ:Ναι, αλλά εσύ είσαι κόρη λογιστή. Και στην τελική είναι μεγάλη μαλακία όλο αυτό το σκηνικό με τις παρελάσεις. Τι καταλαβαίνουμε; Εγώ να σου πω την αλήθεια ντρέπομαι κάθε φορά που ντύνομαι σα σημαία, κι ας είναι κι όλοι οι άλλοι ντυμένοι έτσι.
ΚΟΡΙΤΣΙ:Εντάξει μωρέ, και γω δε γουστάρω, αλλά άντε να πείσεις τώρα τους γέρους...Γκρίνια θες; Μια φορά έκανα την άρρωστη. Ήμουν "παραστάτης", μπροστά μπροστά δηλαδή, δε θα το άντεχα. Η μάνα μου αρρώστησε στ' αλήθεια!

(Τα παιδιά γελάνε και κάθονται στο παγκάκι, ένα σε κάθε γωνιά του. Τα πρόσωπά τους δε φαίνονται, τόσο είναι το σκοτάδι)

ΑΓΟΡΙ:Που είμαστε εδώ πίσω; Δε μου θυμίζει τίποτε το μέρος...
ΚΟΡΙΤΣΙ: Μα, δεν πρέπει να είμαστε μακριά από το σχολείο, ίσως μάλιστα να είμαστε και μέσα στο προαύλιο ακόμα.
ΑΓΟΡΙ: Δεν έχεις άδικο, με τόσο σκοτάδι σίγουρα κοντά στο σχολειό είμαστε.Δε θα αργήσουν να καταλάβουν ότι λείπουμε από τις σειρές. Τώρα θα κοντεύουν όλοι να στοιχηθούν.
ΚΟΡΙΤΣΙ:Ίσως πρέπει να επιστρέψουμε. Μια γιορτή είναι στην τελική. Ένας λόγος, λίγο βήμα, ένα εμβατήριο και τελειώσαμε. Μετά θα πείσω τη μάνα μου να με αφήσει να πάμε για καφέ.
ΑΓΟΡΙ:Και τι γιορτάζουμε δηλαδή; Το "ΟΧΙ", λέει. Άλλοι λένε το είπε ο Μεταξάς (που δεν ξέρω ποιος ήταν, πάντως όχι αυτός με τα κονιάκ). Ο πατέρας μου λέει πως το είπε ο Λαός. Και λοιπόν; Τι κι αν λέγαμε ΝΑΙ; Τι κι αν λέγαμε ΙΣΩΣ; Κανείς δε μου εξηγεί τη διαφορά. Να σου πω την αλήθεια ούτε και που με νοιάζει να την μάθω. Τι με νοιάζει τι έγινε πριν εβδομήντα χρόνια; Αυτό που με νοιάζει είναι αν θα μπορέσω να βρω δουλειά αύριο. Τον πατέρα μου τον έδιωξαν από το εργοστάσιο. Στο είπα; Ναι, η οικονομική κρίση, λέει.
ΚΟΡΙΤΣΙ: Κάτι όμως πρέπει να σήμαιναν όλα αυτά. Η μάνα μου λέει διαρκώς πως όποιος δε γνωρίζει την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει. Θέλω να της πω πως αν ξαναζούσαμε την ιστορία ίσως να τη γράφαμε καλύτερα, μα δεν ανοίγω ποτέ τέτοια κουβέντα γιατί θα με αρχίσει με "τα κόκαλα των προγόνων μας" και άλλα τέτοια κουλά και θα φρικάρω.
ΑΓΟΡΙ:Ναι, κάτι σήμαιναν όλα αυτά, σίγουρα. Όμως, να! Θυμάσαι εκείνον το δημοσιογράφο που ρωτούσε τις προάλλες τι γιορτάζουμε στις 28 Οκτωβρίου;
ΚΟΡΙΤΣΙ:Αυτόν που του είπες για την απελευθέρωση από τους Τούρκους; Χαχα, πως δε θυμάμαι!
ΑΓΟΡΙ:Τι να του πω μωρέ του μαλάκα; Αυτός και κάτι όμοιοί του δημοσιογράφοι, πολιτικοί και διάφοροι έχουν καταντήσει την Ελλάδα στα χάλια που έχει. Όλοι αυτοί που θα στέκονται πάνω στην εξέδρα για να μας δουν να παρελαύνουμε. Απ' όλα τα γαμημένα τα κόμματα. Γουστάρω να τους λέω τέτοια και να βλέπω τη μούρη τους στις ειδήσεις το βράδυ. Του χρόνου θα τους πω για το Μαραθώνα. Θα τους στείλω αδιάβαστους.
ΚΟΡΙΤΣΙ:Κι όμως...Κάτι λείπει...Σαν κάτι να μας κρύβουν...

(Ξαφνικά ακούγεται από απροσδιόριστο σημείο η μουσική από έναν παλιό φθαρμένο δίσκο. Πολλά κριτς-κρατς και κάπου ανάμεσα η φωνή της Βέμπο, έτσι δεν την έλεγαν εκείνη την τραγουδίστρια;...Στην πλατεία του θεάτρου που μέχρι πρότινος επικρατούσε το σκότος, εμφανίζεται μια λεπτή δέσμη φωτός. Κάτω της παρουσιάζεται ένα γεροντάκι χιλιοχρονίτικο. Με τη βοήθεια ενός μπαστουνιού αρχίζει αργά να προχωράει προς τη σκηνή, ενώ η δέσμη φωτός το ακολουθεί. Τα παιδιά κοιτούν σιωπηλά το γέρικο σκυφτό σώμα με τις σκουριασμένες αρθρώσεις να οδηγεί το φως πάνω στη σκηνή. Τώρα τα πλησιάζει και τα παιδιά κάνουν ακόμα πιο πέρα, στις άκρες του παγκακιού, για να ανοίξουν λίγο χώρο. Το γεροντάκι κάθεται ανάμεσά τους. Κοιτάζει τις σανίδες τις σκηνής και κουνάει το κεφάλι, σαν κάποιον που έχει πια καταλάβει...Η μουσική παύει να ακούγεται)

ΚΟΡΙΤΣΙ:Παππού, εδώ είναι σχολείο. Τι κάνεις εδώ μέσα;
ΑΓΟΡΙ:Δε φαίνεται να σε ακούει. Περίεργος είναι. Κι αυτό το φως που τον ακολουθάει...

(Ακούγονται τώρα εμβατήρια. Από το βάθος της σκηνής έρχεται η φωνή της Δασκάλας. Τα παιδιά στρέφουν και κοιτάζουν πίσω από την πλάτη τους ανήσυχα)

ΔΑΣΚΑΛΑ:Που στο δαίμονα έχουν πάει αυτά τα δύο; Ελπίζω να μην ξεμοναχιάστηκαν και να...Θεούλη μου! (Εμφανίζεται η Δασκάλα-Φαίνονται μόνο τα πόδια της) Α! εδώ μου είστε; Σε τρία λεπτά μπροστά στο προαύλιο, είμαστε έτοιμοι...(ξαφνικά βλέπει το γέροντα)Α! Χριστός και Παναγία! Τι κάνει ετούτος εδώ ανάμεσά σας; Ει, απολίθωμα, δρόμο, δρόμο από δω, στα κομμάτια! Σας είπε τίποτε; Ό,τι κι αν σας είπε να μην τον πιστέψετε. Είναι διαφθορέας της Ιστορίας. Αυτής που γράφτηκε με το αίμα των ένδοξων προγόνων μας. Κρατήστε τον μακριά σας. Και ετοιμαστείτε, σε λίγο ξεκινάει η παρέλαση.
(Φεύγει--
--Το γεροντάκι σηκώνεται αργά και απομακρύνεται αμίλητο. Μετά από δυο βήματα χάνεται στο σκοτάδι, αφού το αλλόκοτο φως δεν τον ακολούθησε. Μια δέσμη που ξέμεινε στη μέση στο παγκάκι σαν αντικείμενο που ξεχάστηκε. Τα παιδιά ασυναίσθητα σκύβουν προς το φως. Ακουμπάνε εκεί που πριν βρισκόταν ο γέροντας. Την ίδια στιγμή σαν ηλεκτρισμένα πετάγονται πίσω με μια φωνή)


ΠΑΙΔΙΑ:Ουάου!!
ΚΟΡΙΤΣΙ:Τι ήταν αυτό;
ΑΓΟΡΙ:Το ένιωσες κι εσύ; Σα...σα να ήταν...δεν ξέρω πως να το περιγράψω...
ΚΟΡΙΤΣΙ:Είδες αυτα που είδα κι εγώ;
ΑΓΟΡΙ: Σα να ήταν σινεμά. Αστραπιαία. Είδα τόσα πολλά. Μα ήταν όλα πρωτόγνωρα. Δεν τα είχα ξαναδεί. Δεν τα είχα ξανακούσει.
ΚΟΡΙΤΣΙ:Ούτε κι εγώ. Ώστε όλα αυτά τα χρόνια μας παραμύθιαζαν. Οι γονείς, οι δασκάλοι, τα βιβλία., οι τηλεοράσεις, όλοι. Η αλήθεια δεν είναι αυτή που μας έμαθαν.
ΑΓΟΡΙ:Τώρα το βλέπω κι εγώ. Αυτό που λέμε Κοινωνία είναι μια θεατρική παράσταση...
ΚΟΡΙΤΣΙ: ..κι εμείς κομπάρσοι. Απ' αυτούς που αποτυγχάνουν στη ζωή...
ΑΓΟΡΙ:...ή που σκοτώνονται στους πολέμους...
ΚΟΡΙΤΣΙ:Αυτοί που κάνουν τις παρελάσεις, με τάξη και ομοιόμορφα.
ΑΓΟΡΙ:Για να μας κοιτούν ποιοι; Ποιοί είναι άραγε κάτω από τη σκηνή;

(Το αγόρι σηκώνεται και πλησιάζει στο χείλος της σκηνής. Το κορίτσι το ακολουθεί. Το φως ακολουθεί και τους δύο. Τώρα μόνο διαπιστώνουμε πως δεν έχουν πρόσωπα. Κάποιος τους έχει πάρει τα πρόσωπα αφήνοντας στη θέση τους το κενό, τη σκιά. Κοιτούν προς το κοινό, προς τα κει που θα πρέπει να βρίσκεται το κοινό, οι τιμητές τους, αυτοί που θα τους χειροκροτήσουν για την ιστορία που γράφουν ή για την Ιστορία που δε θα μάθουν ποτέ. Κοιτούν προς το κοινό, το σκοτεινό και αμίλητο κοινό, την ίδια στιγμή που ξανακούγεται η Βέμπο- με πολλά παράσιτα είναι η αλήθεια. Όμως σα να μην ακούνε, τα ΠΑΙΔΙΑ κοιτούν προς το κοινό. Κοιτούν προς το μέρος μας).



ΥΓ.Μια ιστοριούλα αφιερωμένη στο μπλόγκερ "Schrondiger's Cat" και σε όσους έχουν κουραστεί να παρελαύνουν.

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2008

ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ (μέρος τελευταίο)


Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΠΙΟΝΙΟΥ
Ήγγικεν η ώρα του πιονιού. Και όσο κι αν έστυβα το μυαλό μου σα λεμόνι (αναφέρομαι στο μέγεθος κι όχι στη διαδικασία), τίποτε χιουμοριστικό δεν κατέβαινε. Οι ιδέες μου θλιβερές, σαν τις παρτίδες μου. Ο χρόνος πιεστικός, όπως στις παρτίδες μου κι αυτός. Μέχρι που ένα βράδυ ξύπνησα από έναν ψίθυρο. Ερχόταν από την ξύλινη σκακιέρα που έχω δίπλα στο τζάκι. Θεέ μου πόσο αλλόκοτο ήταν! Μες στο σκοτάδι και τη σιγαλιά έσκυψα κι αφουγκράστηκα. Και τότε άκουσα τις ιστορίες των πιονιών και μονομιάς ήξερα τι να γράψω.

ΧΩΡΟΣ:ΠΑΝΤΟΥ, ΧΡΟΝΟΣ:ΠΑΝΤΑ.
-ε4: «Κάποτε με είπαν Ιουδήθ. Ήταν τότε που οι Ασσύριοι, ασκέρια ολάκερα, άντρες πεινασμένοι για βία, χωρίς οίκτο και χωρίς πρόσωπο, έφτασαν στις πόρτες μας αρματωμένοι με αδυσώπητο θράσος για να γκρεμίσουν τα Άγια των Αγίων. Κανείς δεν άντεχε ν’ αντισταθεί στη λαίλαπα του μετάλλου. Οι προύχοντες κι οι στρατηγοί κρύφτηκαν στα θολωτά τους κελιά, πίσω από τείχη χάρτινα και κάτω από νόμους της σιωπής. Κι εγώ τότε φόρεσα το κόκκινο λινό μου φόρεμα και τα χρυσάφια, που κρέμονταν από πάνω του σαν την κρούστα στο ξεραμένο αίμα. Φόρεσα και τη λεπίδα της αποκοτιάς, ακονισμένη από τα μαύρα παρακλητικά μάτια του λαού μου. Και βγήκα εκεί έξω. Και ήμουν στο κέντρο αυτού που θα ονόμαζες σκακιέρα, σαν πόρνη σεμνή και σαν γυμνή αγία. Προχώρησα ανάμεσα σε λύκεια μάτια και σε φράχτες δερμάτινους μέχρι τη σκηνή του Αξιωματικού. Δεν το κρύβω, ήπια μαζί του. Τον έκανα να βουλιάξει στη χαύνωση της ανωτερότητας. Τον έκανα ν’ αγαπήσει το βόμβο του αίματος στ’ αυτιά του, όπως το μωρό αγαπάει το νανούρισμα.
Και μετά, όταν η μακριά κώμη του σκέπασε τα μάτια, τον έκανα να νιώσει την αστραπή του Θεού μου, που ξέσπασε σαν πίδακας στον κομμένο του λαιμό. Γύρισα πίσω με το κεφάλι του Ολοφέρνη στο δισάκι μου. Την άλλη μέρα ο μαύρος στρατός έφυγε για τη Βαβυλώνα του. Δεν το έκανα για τη δόξα, ένα πιόνι είμαι μόνο. Το έκανα από χρέος».


-ε5: «Μετά με φώναζαν Κυνέγειρο. Θα ήταν νομίζω όταν άρχισα να μυρίζω τον ιδρώτα των ηρώων. Αυτών που δεν είχαν σκουτάρι για τους ίδιους παρά μόνον για τους συντρόφους τους. Αυτών που στήθηκαν σε στοίχους σαν τις Μοίρες, πρόθυμοι να βάψουν τις παπαρούνες πιο κόκκινες. Τη θυμάμαι καλά εκείνη την παρτίδα –παρτίδα δε θα την έλεγες; Θυμάμαι τα λεφούσια που γεννοβολούσε η Ασία, με τις πολύχρωμες αντιξυρίδες και τα λοφία από φτερά εξωτικών πουλιών. Θυμάμαι και τον πρώτο ήλιο που τάχυνε το βήμα μας, χίλια πόδια σαν ένα. Και την κάψα όταν το χώμα τρύπωνε στα ρουθούνια μου, άνυδρο σαν τη ράτσα μου. Μετά όλα έγιναν κρότος. Πατούσα σε σώματα και δεν κοίταζα πίσω. Τα πιόνια δεν κοιτούν πίσω, έτσι δεν είναι φτιαγμένοι οι κανόνες; Ούτε και το αγριεμένο χρεμέτισμα των ίππων με έσκιαξε.
Είχα γίνει όλος μια πεδιάδα, ήμουν όλος ένας Μαραθώνας, που απλώθηκε ίσαμε τη θάλασσα. Κι όταν αγκάλιασα τα μαύρα σκαριά, τα πισσωμένα με τρόμο και υποταγή, νόμιζα πως θα ξεκολλήσω τους αρμούς τους. Μου έκοψαν το χέρι, είναι αλήθεια. Όμως είχα κι άλλο. Είχα ακόμα και δόντια. Ήμουν πάνοπλος, σαν τον Πολυνείκη στην Έβδομη Πύλη της Θήβας. Μα αυτό είναι από τις ιστορίες που διηγείται ο αδερφός μου ο Αισχύλος. Η δικιά μου ιστορία, είναι ιστορία πιονιού. Δεν έχει πισωγυρίσματα. Μόνο μπρος με πάει».

-ε6: Κλαύδιος Πετρώνιος ήταν το όνομα που μ’ έκανε να στρέφω το κεφάλι. Όχι τίποτε σπουδαίο δηλαδή, μην πάει ο νους σου σε ισχυρές φατρίες. Πόσο μάλλον που ήμουν απελεύθερος, ένα πιόνι πάει να πει. Ατσάλι τα μπράτσα μου από τα κάτεργα, ατσάλι κι η ψυχή μου από την ανέχεια. Μερικά σηστέρσια με οδήγησαν εκεί, στα Καταλαυνικά Πεδία, κι αυτά λειψά, σαν τις υποσχέσεις διεφθαρμένου εκατόνταρχου. Μα να, υπηρετούσα τη δόξα, σήκωνα ψηλά τον αετό, κι αυτό είναι κάτι για να αφηγείσαι στα εγγόνια σου. Είχα ξορκίσει το φόβο, όχι σε βωμούς βακχικών θεών, μα με το ίδιο το αργασμένο πετσί μου. Είχα μασήσει χορτάρι και είχα ξεδιψάσει σε γούρνες στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Έτσι, εκείνη τη μέρα που αγνάντευα, θολούς μέσα στην καλοκαιριάτικη βράση, τους δασύτριχους Ούννους, μιλιούνια αιμοσταγή, τερμίτες ακόρεστους, τίποτα δε με φόβιζε και τίποτε δε σεβόμουν. Γι’ αυτό κι όταν σάλπισε η ανάγκη δούλεψα ευσυνείδητα. Τόσο, που η λαβή του κοντού ισπανικού μου ξίφους ξεχείλισε στον καρπό μου. Κι όταν η Μάστιγα του Θεού έριξε ίσα κατά πάνω μας εκείνα τα τρομερά κάστρα, τα ογκώδη θηρία που ούρλιαζαν το θάνατο, είχα την πρόνοια ν’ ακολουθήσω τις γραμμές μας, που αραίωναν ευέλικτα για να τα εγκλωβίσουν στα μετόπισθεν και να τα ξεκοιλιάσουν αμείλικτα, σα δύσμοιρα ψάρια.
Όλη τη μέρα προχωρούσα μπροστά και σκότωνα λοξά, όχι για τα σηστέρσια, ούτε για τους πραιτοριανούς. Μόνο γιατί έτσι διδάχτηκα, γιατί έτσι επιτάσσει ο Νόμος. Αυτός που δε θα με θυμηθεί, μα που θα υπάρχει και μετά από μένα. Κι αν θες να ξέρεις, και μετά από σένα».

-ε7: «Μιλάει ο Βροχή- Στο- Πρόσωπο. Μου είπαν πως δεν έκλαψα όταν γεννήθηκα. Πως τα σημάδια στα φύλλα των δέντρων το έδειχναν καθαρά πως θα γίνω πολεμιστής. Δεν πολέμησα όμως τότε, στην κοιλάδα του Μεγάλου Κέρατου με το σφοδρό άνεμο, με τα κόκκινα βράχια ή με το παγερό χιόνι. Αυτά είναι αδέρφια μου. Αντίπαλοί μου ήταν τα Λευκά Πρόσωπα. Ήλθαν κάποτε στη γη μας, σταλμένοι λέει από τη Βασίλισσα τους. Κι εμείς τους είπαμε να ζήσουν. Τα τετράγωνα ήταν πολλά, έφταναν για όλους. Μα αυτοί δεν παζάρευαν. Ήθελαν τα πάντα. Κι έτσι αναγκάστηκα να δανειστώ ξύλα από την οξιά για τα βέλη και πέτρα λαξεμένη από το βουνό για το τσεκούρι. Έφτιαξα και χρώματα. Μαύρο για τη γενναιότητα των παιδιών μου. Άσπρο για την ανάπαυση των προγόνων μου. Και κόκκινο για το δικό μου το θυμό. Κι όταν έφτασε η ώρα ξεχύθηκα σα βούβαλος σε οίστρο και σαν τον αγέρα που ξυρίζει τις πλάτες των αλόγων. Αυτοί είχαν φυσικά βέργες της φωτιάς, που χτυπούσαν σαν τον κεραυνό από μακριά. Μα εγώ είχα τη λάμψη του κεραυνού στα μάτια και τη φωτιά του Μανιτού στην καρδιά. Εκείνη τη μέρα δε σταμάτησα ούτε κι όταν δεν είχε μείνει κανένας ορθός από τους άντρες με τα μαλλιά σαν τα ώριμα στάχυα. Δεν έπαψα μέχρι που το ποτάμι χόρτασε αίμα και οι γύπες λευκή σάρκα. Πήγα κι άλλες φορές στην κοιλάδα ψάχνοντας του κάκου για τη Βασίλισσά τους. Μα κι όταν τα κόκαλά τους ξάσπρισαν κάτω απ’ τον κόκκινο ήλιο, αυτή δεν εμφανίστηκε. Έφτασα μέχρι αυτό που λες Έβδομη Γραμμή. Πήρα πίσω τα ποτάμια και τα βοσκοτόπια μας. Πήρα πίσω την τιμή μου, αυτήν που κάνει τον πολεμιστή να αναπνέει. Μα βλέπω τα Λευκά Πρόσωπα να ξανάρχονται. Βλέπω και τα δικά μας τα σκαμμένα από τον κάματο. Βλέπω και τους άντρες να ζητούν πυροβόλα, να ντύνονται σαν τους Λευκούς στο σώμα και στην ψυχή. Τη μαύρη ψυχή.
Γι’ αυτό βλέπεις το πρόσωπό μου να σκοτεινιάζει. Μίλησε ο Βροχή- Στο- Πρόσωπο, το πιόνι».

-ε8: «Με λένε Ρότζερ. Ή μήπως Χάινριχ; Ίσως και Γεβγκένι. Τι σημασία έχει;
Περπάτησα στις πεδιάδες της Γαλλίας και στις ερήμους της Αφρικής. Διέσχισα δασώδεις εκτάσεις στη Γερμανία και τα βαλτοτόπια της Λιθουανίας. Κοιμήθηκα στις παραλίες της Ιταλίας και στη χιονισμένη ρωσική στέπα. Έκανα φίλο την πείνα κι αδέρφι τον πόνο. Προέλασα αμέτρητες φορές με τις σκισμένες μπότες μου και τις αναρίθμητες ψείρες μου. Μα δεν παραπονιέμαι. Έτσι προέβλεπε το Σχέδιο. Και κάθε φορά που η νίκη ήταν με το μέρος μου έκανα μια χαρακιά στο τόξο μου, στη λαβή του ξίφους μου ή στο κοντάκι του όπλου μου. Γραμμές πάνω από γραμμές σαν τα σκαλιά προς το θάνατο ή προς τη δόξα. Ναι, ήρθε και η δόξα. Ήμουν κομμάτι της. Αμελητέο, αλλά κομμάτι της. Ήταν εκεί, στην Όγδοη Γραμμή. Ακολούθησε η προαγωγή. Μου κρέμασαν σιρίτια στον ώμο και χαλκάδες στο στήθος. Μα εγώ το μόνο που προσδοκούσα ήταν ένα γυναίκειο χέρι στον ώμο μου και ένα μωρό να κρέμεται στο στήθος μου με τις ουλές. Το μόνο που επιζητούσα ήταν γαλήνη. Μα γαλήνη δεν προβλέπεται για τα στρατιωτάκια. Την άλλη κιόλας στιγμή έπρεπε να ξαναγυρίσω στις γραμμές μου και να ξαναρχίσω την πορεία. Προς το θάνατο ή προς τη δόξα. Το ίδιο είναι. Δε με κόφτει που είμαι αναλώσιμος, γιατί χρόνια, αιώνες τώρα γνωρίζω το μυστικό. Έτσι, σκύψε, σκύψε να το ακούσεις: Οι σάρκες μου οικοδομούν το γίγνεσθαι. Και ο χαμός μου το είναι. Μην τρομάζεις. Υπάρχεις όσο κι εγώ. Μόνο τόσο».
………………………………………………………………………………………….

Το καταλαβαίνω. Ετούτη τη φορά δεν είχα αστεία ν’ αραδιάσω. Συγχωρήστε την ανικανότητά μου να σας κάνω να χαμογελάσετε. Φταίει που εκείνος ο ψίθυρος συνεχίζεται. Ξυπνάει όταν κοιμούνται οι άλλοι ήχοι. Πάσχισα να τον αποφύγω, να σφαλίσω τ’αυτιά και το μυαλό μου. Μάταιος κόπος. Κάθε φορά, πειθήνια, σηκώνομαι και πλησιάζω την πηγή του. Μοιάζει σαν ένα χέρι να με κινεί κάθε νύχτα, ξανά και ξανά στο ε4. Απομένω ολομόναχος, σαν πιόνι σε μιαν έρημη κοσμική σκακιέρα. Υπακούω ύστερα στην αναπόδραστη ανάγκη μου να διηγηθώ ιστορίες. Και το κάνω όσο πιο σιγανά μπορώ, σχεδόν ψιθυριστά. Δε θέλω δα να σας αναστατώσω…

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2007

ΜΥΛΑΙΔΗ

Aye-aye! Πάλι εδώ είσαι Μυλαίδη; Πάλι εδώ; Νόμιζα πως σε τούτη την ποντικότρυπα δε θα με έβρισκες. Και πλησιάζεις τόσο αθόρυβα Μυλαίδη, που με τρομάζεις. Κάποτε άκουγα τσεκίνι να πέφτει στη θάλασσα από την πλώρη ίσαμε την πρύμνη. Τώρα πια δε με βοηθάει η ακοή μου. Ίσως και να συνήθισε από τα σουρσίματα του λιμανιού. Ας είναι.

Τράβα εκείνο το βαρέλι Μυλαίδη, κάθισε, δεν περιμένω κανέναν. Κανείς πια δε με θέλει στο πλήρωμά του. Τι να τον κάνουν ένα γέρο- παράλυτο, που τα χέρια του τρέμουν περισσότερο κι απ' τις αντένες στο μαϊστρο; Χα-χα! Τα χέρια του, λέω! Έχεις δίκιο να χαμογελάς Μυλαίδη κοιτώντας τούτο το γάντζο που ξεπροβάλει από το βρώμικο μανίκι μου. Έχω μήνες να τον αλείψω λαρδί. Σκούριασε κι αυτός σαν την ψυχή μου. Κέρασέ με ένα κρογκ Μυλαίδη, δε μπορώ να μιλώ με στεγνό λαρύγγι.

Aye-aye! Πουτάνας γιος αυτός ο κάπελας! Στον απόπατο τον γεμίζει τον τσίγκο του. Καταραμένος να' ναι! Κι αυτός κι όλοι οι μεθύστακες εδώ μέσα. Τους βλέπεις Μυλαίδη; Όλοι κάνουν πως δε μας βλέπουν. Κι όμως ρίχνουν λοξές ματιές και χασκογελάνε πίσω από τα κιτρινισμένα γένια τους. Μη νομίζεις Μυλαίδη, κι αλλού το ίδιο είναι. Σε όλα τα καταγώγια του λιμανιού. Δε με γελά εμένα το μάτι μου.

Τι; Aye-aye! Μη με κοιτάς έτσι Μυλαίδη, ξέρω τι σκέφτεσαι. Κάθε βράδυ γι' αυτό έρχεσαι και με ξετρυπώνεις Μυλαίδη. Μόνο γι' αυτό κι όχι για τη συντροφιά μου. Χα-χα! Τη συντροφιά μου, λέω! Λες και δε βρωμάω σα σάπιος μπακαλιάρος. Λες και τα χνώτα μου δε διώχνουν τους παπαγάλους. Λες και τα σάλια μου δεν έχουν αρχίσει να ξεφεύγουν από το μισόγερτο στόμα μου με τα σαπισμένα δόντια -όσα έχουν απομείνει, πάει να πει. Συντροφιά να σου πετύχει!

Aye-aye! Μη με κοιτάς έτσι Μυλαίδη, σε σκιάζομαι. Διάολε, θα με ακούσει και κανένα από τούτα τα κωθώνια και θα αναγκαστώ να του δείξω τι χρώμα έχουν τα άντερά του. Ξέρω γιατί με κοιτάς Μυλαίδη, ξέρω γιατί έρχεσαι. Κέρασε με ένα σιχαμένο κρογκ ακόμα και θα τα ξεράσω όλα, Μυλαίδη. Μπορώ ακόμα να τα βάλω με πέντε παληκαράδες και να τους χώσω τις σπάθες στον πισινό Μυλαίδη, αλλά μάρτυς μου ο θεός εκείνου του Εβραίου, δε μπορώ να τα βάλω με τούτο το βλέμμα. Ένα κρογκ μόνο να ποτίσω τα μουστάκια μου και θα' χεις την αλήθεια που ζητάς τόσον καιρό.

Εντάξει Μυλαίδη, τον είχα δει. Ήμουν βαρδιάνος εκείνο το σούρουπο και μισοκρεμόμουν στα ξάρτια, όταν τους είδα. Η Ανναμπέλλα είχε γλιστρίσει από το κατάρτι και αιωρούνταν στο κενό. Αυτός στεκόταν από πάνω της. Αρκούσε να σκύψει και να την τραβήξει από τον ντελικάτο καρπό. Μα δεν το έκανε. Κύλησαν μερικές στιγμές σαν το λάδι στην κλεψύδρα του καπετάνιου. Στο τέλος η Ανναμπέλλα ξέσφιξε τα δάχτυλά της. Άκουσα το γδούπο μόνο και τις φωνές στο κατάστρωμα. Ήμουν παγωμένος. Δεν κατέβηκα από πάνω, παρά μόνο αργά το βράδυ. Υπήρχε μια παράξενη σιωπή ανάμεσα στο πλήρωμα. Ηλιοκαμένα και χαρακωμένα πρόσωπα που κοιτούσαν μόνο στο σκοτεινό πέλαγος. Την άλλη μέρα τη δέσαμε στη σανίδα, τυλιγμένη στο πιο λευκό καραβόπανο που βρήκαμε. Μετά άρχισε το σούσουρο. Και το σούσουρο στο καράβι, το ξέρεις καλά Μυλαίδη, είναι χειρότερο κι απ' τις κραυγές.

Οι γυναίκες και οι γέρο-πειρατές μιλούν πολύ, ειν' αλήθεια. Να με συμπαθάς Μυλαίδη, μα θα φτάσω κι εκεί που θέλεις. Αν κόψεις το κρογκ και τις ιστορίες από τούτο το διαβολότοπο, Μυλαίδη, δε μένει παρά ένα τσούρμο ξεδοντιάρηδες κι ένα μάτσο πουτάνες. Λίγες μέρες μετά τον βρήκαμε τυφλό στο καμπούνι του. Κάποιος του έχωσε σίδερο στα μάτια την ώρα που κοιμόταν. Aye-aye! Τον είδα, Μυλαίδη. Είχαν απομείνει δύο πληγές που ανάβλυζαν πύον και δάκρυα. Δεν ήξερα ότι μπορούσαν κι οι τρύπες να δακρύζουν. Τα υποχθόνια μουρμουρητά σταμάτησαν.

Άλλοι υποστήριξαν ότι ο μικρός και όμορφος Πρίγκηπας, ο προστατευόμενός της, αυτός που ήταν το αντικείμενο του φθόνου του, είχε ξεπληρώσει λίγο από το αίμα της. Άλλοι πίστεψαν ότι πλήρωνε παλιές αμαρτίες, χρώσταγε στα χαρτιά, αυτό το ξέραμε όλοι. Κάποιος είπε ότι η Ανναμπέλλα είχε ανέβει από το μαύρο βυθό, τυλιγμένη στα φύκια, για να εκδικηθεί. Ο Εβραίος υποστήριξε ότι τυφλώθηκε μόνος του από τον πόνο της χαμένης του αγάπης. Μα αυτός ποτέ δεν την αγάπησε, μόνο τη ζήλευε. Ξέρω καλά Μυλαίδη, κανείς τους δεν είχε δίκιο.

Πως γυαλίζουν τα μάτια σου Μυλαίδη! Σαν να ψυλλιάστηκες τι ετοιμάζομαι να πω. Χα-χα! Να ψυλλιάστηκες, λέω! Το ξέρεις σίγουρα. Ω, ναι! Μα τα χίλια σκυλόψαρα των Σαργασσών, το ξέρεις, ότι το μόνο σίδερο που μάτωσε πάνω στο καράβι εκείνο το βράδυ, ήταν το σίδερο από τούτον εδώ το γάντζο!

Τελείωσε και τούτο δω το κάτουρο. Δεν πειράζει, τώρα τα είπα. Μη με ρωτήσεις τι απέγινε εκείνος. Δεν έμαθα ποτέ. Σαν και μένα θα τριγυρνά από καπηλειό σε καπηλειό και θα ζητιανεύει για μια σταγόνα μπύρα. Και κάτι ακόμα. Όλοι μας κοιτούσαμε αντρίκια την Ανναμπέλλα. Όλο το πλήρωμα, από τον καπετάνιο μέχρι τον τελευταίο μούτσο. Μα κανείς μας δεν είχε τα κότσια να την αγγίξει. Όμως σε όλο το μπουλούκι μόνο η δύσμοιρη αφεντιά μου είχε την ατυχία να την αγαπήσει.

Σηκώνεσαι Μυλαίδη; Φεύγεις κιόλας; Ούριο άνεμο σου εύχομαι Μυλαίδη, εγώ θα καθίσω. Νομίζω ότι έχω ακόμα δυό τσεκίνια στην τρύπια τσέπη μου. Θα αγοράσω λίγη ακόμα λησμονιά. Στο επανειδείν Μυλαίδη Ανναμπέλλα!
..................................................................................................................
Αφιερωμένο στην composition doll, όθεν και η έμπνευση (σχεδόν κλοπή δηλαδή, αλλά πειρατής είμαι, για το Θεό!).

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2007

Ο ΑΝΤΙΠΑΛΟΣ


Στύλωσα τα μάτια μου προς την απέναντι πλευρά του τραπεζιού. Αυτός ήταν εκεί, θαρρείς από πάντα. Για απειροστή φορά προσπάθησα να τρυπήσω με το βλέμμα το σκοτάδι που κάλυπτε το πρόσωπό του, παρότι ήξερα εξαρχής ότι ήταν μάταιος κόπος. Μια λάμπα γερμένη προς εμέ άφηνε να φωτίζεται μόνο το τραπέζι και η σκακιέρα που μας χώριζε.
Μόνο τα χέρια του έχω δει, σαν από κερί, σαν από κάποιο απόκοσμο αμάλγαμα, να κινούν τα κομμάτια από σκαλιστό ξύλο από καιρό σε καιρό και μετά να επιστρέφουν ξανά στο σκοτάδι. Τα χέρια του και ο καπνός του τσιγάρου του είναι τα μόνα πράγματα που αφήνει να ξεφύγουν από τον ιστό της σκιάς. Πόσο με ενοχλούσε κάποτε αυτός ο καπνός. Έχουν όμως περάσει ώρες, μέρες και χρόνια από πάνω μου, από πάνω του, αφήνοντάς μας πάντα κάτω από το κίτρινο φως της λάμπας, με μόνο εμπόδιο μα και μόνη γέφυρα ανάμεσά μας τη σκακιέρα.
Οι παρτίδες μας συχνές και επαναλαμβανόμενες. Εγώ πάντα με τα λευκά κι αυτός πάντα με τα μαύρα. Σαν ο δυϊσμός αυτός ν' αντανακλά τη φύση του καθενός μας, τις αντιθέσεις του φωτός στο δωμάτιο, το καλό και το κακό που ενσαρκώνονται στα ασπρόμαυρα τετράγωνα. Τόσα χρόνια αντίπαλοι και ποτέ δεν άκουσα μια λέξη από το στόμα του. Δεν ξέρω καν αν έχει στόμα, δεν ξέρω αν έχει πρόσωπο. Στην αρχή ήμουν σαστισμένος καθώς οι ερωτήσεις και οι παρατηρήσεις μου καταπινόταν από ένα μαύρο πηγάδι. Μα με τον καιρό συνήθισα να μένω κι εγώ σιωπηλός. Η μόνη επικοινωνία μας είχε να κάνει μόνο με τις κινήσεις στη σκακιέρα. Ήταν ο δικός μας κώδικας, ο μόνος τρόπος για να καταλαβαίνω, έστω συγκεχυμένα, πως σκεφτόταν. Πίσω από τις παρτίδες μας κρυβόταν μια τιτάνια ψυχολογική διαμάχη, μια σύγκρουση θεωριών, ίσως και φιλοσοφίας ή mondus vivendi.
Οι παρτίδες αυτές μου επέτρεψαν από την πρώτη στιγμή να κατανοήσω ότι δεν είχα να κάνω μ' έναν συνηθισμένο αντίπαλο, αλλά με ένα πλάσμα πονηρό, υποχθόνιο, ύπουλο και μοχθηρό. Χαιρέκακο σε κάθε λάθος μου, στρυφνό σε κάθε δικό του. Αρεσκόταν να στήνει παγίδες σα φίδι που ενεδρεύει, του άρεσε να παίζει σαν τη γάτα με το ποντίκι, να τρομάζει και να προκαλεί. Πολλές φορές αναρωτήθηκα ποιος μεφιστοφελικός δαίμονας κρυβόταν πίσω από το μαύρο στρατό. Αλίμονο! αυτή η σκέψη επιδρούσε στις αποφάσεις μου στη σκακιέρα.
Δεν άργησα να αντιληφθώ ότι αυτές οι παρτίδες είχαν ζωηρό αντίκτυπο στην κανονική μου ζωή. Όταν νικούσα όλα φαινόταν -και, ανατριχιάζω που το λέω, ήταν- ευνοϊκά. Η επόμενη μέρα μου επιφύλασσε ευχάριστα γεγονότα, επιτυχίες, ανεμελιά, χαμόγελα. Όταν όμως έχανα, η πνευματική μου συγκέντρωση και η ψυχική μου ηρεμία γινόταν κουρέλι, με αποτέλεσμα η κοινωνική μου ύπαρξη να βολοδέρνει από τις κακοτυχίες και τελικά να ναυαγεί στα βράχια της απογοήτευσης.
Ήταν πράγματι μια επώδυνη διαπίστωση αυτή, ότι δηλαδή το σκακιστικό αποτέλεσμα έπαιζε το ρόλο του βαρόμετρου της ευτυχίας ή της δυστυχίας μου. Και τότε άρχισε να λαμπαδιάζει μέσα μου το πάθος. Το σκάκι δεν ήταν πια ένα απλό διασκεδαστικό παιχνίδι, αλλά έγινε για μένα ο υπέρτατος αγώνας. Ήταν οι κινήσεις μου στη σκακιέρα της ζωής. Ακόμα χειρότερα, ήταν η πάλη για επιβίωση!
Το ίδιο πυκνό σκοτάδι που περιέβαλε τον αντίπαλό μου κάθε βράδυ τον προστατεύει και σήμερα. Όμως σήμερα η νύχτα θα είναι διαφορετική. Τον τελευταίο καιρό τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο και αυτό οφειλόταν αποκλειστικά στις απανωτές ήττες μου από τον σκοτεινό μου συμπαίκτη. Σιγά σιγά το πάθος μου΄για το παιχνίδι έγινε αποστροφή. Σιχαινόμουν αυτόν που με κέρδιζε. Και η αποστροφή αυτή μέρα με τη μέρα γιγαντώθηκε σε ένα μίσος πρωτόγνωρο. Αυτό αλυσιδωτά είχε είχε άμεσο αντίκτυπο στη συγκέντρωσή μου στις παρτίδες και -μοιραία- στην ποιότητα του παιχνιδιού μου. Άρχισα να χάνω το διαυγές ορθολογικό μου στυλ και να επιδίδομαι σε φτηνές παγίδες. Χαμερπείς σκέψεις άρχισαν να ροκανίζουν και να κατατρώγουν τα θεμέλια της προσωπικότητάς μου και τα σκουλήκια των ποταπών αισθημάτων δε σταματούσαν να σέρνονται πάνω στη μουδιασμένη μου θέληση. Άλλαζα δραματικά κι έφταιγε γι' αυτό ο αντίπαλός μου. Ο σκοτεινός, υπόγειος, κακεντρεχής και τώρα πια τόσο μισητός αντίπαλος, που πάσχιζε δίχως άλλο να με φθείρει, να με διαβάλλει, να με ρουφήξει προς το σκοτάδι του.
Ναι, η αποψινή νύχτα θα είναι διαφορετική. Τυραννήθηκα πολύ τις τελευταίες μέρες, μα κατόρθωσα να ατσαλώσω τη θέλησή μου και να πάρω την κρίσιμη απόφαση. Και η απόφαση αυτή αναπαύεται στην τσέπη μου, υπομονετική, κρύα και μεταλλική. Άναψα τσιγάρο για να ηρεμήσω. Ο καπνός του αναμείχθηκε με τον καπνό απ' την απέναντι όχθη της σκακιέρας, σαν ανάσες σ΄έναν αποχαιρετιστήριο στερνό εναγκαλισμό. Αρχίσαμε την παρτίδα, μα το μόνο που σκέφτομαι είναι η παγωμένη αίσθηση στην τσέπη μου.
Το αποτέλεσμα στη σκακιέρα είναι άμεσο καθώς η θέση μου ολοένα χειροτερεύει. Σε λίγο θα γίνει απελπιστική. Άρχισα να τρέμω σαν να κρυώνω. Ο καπνός μου τσούζει τα μάτια, που πήραν να δακρύζουν. Κι ο αντίπαλος, οχυρωμένος στη βουβαμάρα του, να επιτείνει με δόλιες κινήσεις σαδιστικά το μαρτύριο. Δεν μπορώ να το ανεχθώ περισσότερο, έχει φτάσει η ώρα να τελειώνει το παιχνίδι. Τραβάω το όπλο γρήγορα και αποφασιστικά. Οπλίζω και σημαδεύω εκεί που θα πρέπει να βρίσκεται το κεφάλι του. Για μια στιγμή σκέφτομαι ότι θα πρέπει να με κοιτάζει με τα μάτια γουρλωμένα από την απορία. Θα ήθελα να δω αυτή την απορία να μεταλλάσσεται σε φόβο. Μα αποδιώχνω τις σκέψεις με ένα τίναγμα του κεφαλιού και, το τελευταίο δευτερόλεπτο πριν πατήσω τη σκανδάλη λυτρώνω το νου μου με την ικανοποίηση ότι τελειώνει η τελευταία μας παρτίδα.
........................................................................................................................................................................
Την επόμενη νύχτα δύο διαρρήκτες τρύπωσαν στο σπίτι. Όταν έφτασαν στο κλειστό δωμάτιο, βρέθηκαν μπροστά σε μια αλλόκοτη εικόνα. Μια σκακιέρα κομμένη στη μέση, με τα κομμάτια ακόμα στημένα, ήταν τοποθετημένη μπροστά σε έναν όρθιο καθρέφτη, στερεωμένο κάθετα στο δρύινο τραπέζι. Στα πόδια του τραπεζιού μέσα σε μια λιμνούλα αίματος, που το κιτρινιάρικο φως της λάμπας την έκανε να γυαλίζει ανατριχιαστικά, βρισκόταν πεσμένος ένας άντρας. Πλησίασαν αργά και προσεκτικά. Ο ένας από τους δύο τον σκούντηξε ελαφρά με το πόδι του, αν και το περίστροφο στο χέρι του πτώματος δεν άφηνε αμφιβολίες. Ο άλλος, ο νεώτερος, έμεινε με ανοιχτό στόμα να κοιτάζει το πρόσωπο του νεκρού. Ο πρώτος τον τράβηξε από το μανίκι κάνοντάς του νόημα να κουνηθεί. Μάζεψαν βιαστικά όσα τιμαλφή μπορούσαν να κουβαλήσουν και το ίδιο αθόρυβα όπως μπήκαν χάθηκαν στα σκοτεινά στενά. Στο νεαρό πήρε μερικές ημέρες να ξεχάσει εκείνο το παγωμένο πρόσωπο, το λερωμένο με ξεραμένο αίμα. Είχε κάτι ανεξήγητο, κάτι αταίριαστο. Δίχως άλλο θα ήταν εκείνο το παράταιρο χαμόγελο. Ένα χαμόγελο νίκης. Ή ελευθερίας.




Στο τέλος όμως λησμόνησε εκείνη τη νύχτα, σαν τίποτε απ' όλα αυτά να μην είχε συμβεί ποτέ.