Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λευκάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λευκάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ, ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΔΙΨΑ



Άκουσα για τον Κυριάκο Φραγκούλη για πρώτη φορά μέσα από τη στήλη του Σιαπέρα, με τον οποίο είχε διαρκή επικοινωνία. Το καλλιτεχνικό σκάκι για μένα ήταν τότε ό,τι είναι το μυθικό σκάκι σήμερα: εξωτικό. Αργότερα, μαθητής Λυκείου (διέμενα στη γενέτειρά του, το Νυδρί), ξανάκουσα κάποια διφορούμενα σχόλια από τους ντόπιους, που εντάθηκαν όταν αποκαλύφθηκε πως ανήκα κι εγώ σε εκείνο το αλλόκοτο σινάφι των σκακιστών.


«Πρέπει να γνωρίσεις τον Κυριάκο. Αυτός όλη τη μέρα σκάκι παίζει!» μου έλεγαν. Στο τέλος μου τον γνώρισαν. Αλλά σκάκι δεν παίξαμε. Για καλή μου τύχη τον συνέδεε παλαιόθεν φιλία με τον πατέρα μου κι έτσι αποδέχτηκε την παρέα μου, πράγμα όχι εύκολο για τον μονήρη χαρακτήρα του. Όμως δεν τον έβλεπα παρά τις μέρες που έπαιζε μπάσκετ ο Άρης του Γκάλη.

Τα λόγια μας λιγοστά, τον σεβόμουν και –δεν το κρύβω- τον κοιτούσα με περιέργεια. Δεν είχα έως τότε την ευκαιρία να παίξω σοβαρό σκάκι και η εικόνα που είχα για τους σκακιστές ήταν η εντελώς συμβατική, αυτή των γραβατωμένων Κάρποβ και Κασπάροβ. Ο Κυριάκος όμως ήταν ολωσδιόλου αντισυμβατικός. Δεν ήταν τόσο ηλικιωμένος, μα τα ξενύχτια, το κάπνισμα και η εργένικη ζωή είχαν σαφή επίδραση στο παρουσιαστικό του. Φορούσε απλά ρούχα, καθαρά, μα σπάνια σιδερωμένα. Τα γένια του ήταν κίτρινα στις άκρες από τις αλλεπάλληλες στρώσεις νικοτίνης και τα ακροδάχτυλά του ακολουθούσαν το παράδειγμά τους, από την ίδια ακριβώς αιτία. Η φωνή του έβγαινε θαρρείς με κόπο, ένρινη, βραχνή, σχεδόν σπηλαιώδης και, μολονότι μιλούσε αργά, μερικές φορές μου ήταν δύσκολο να παρακολουθήσω τι έλεγε. Όμως ήταν πάντα ευγενικός και με μια συμβουλή έτοιμη για κάθε περίσταση. Τα μικρά του μάτια, αείφωτα, έλαμπαν παράξενα στο ατάραχο πρόσωπο του. Αυτό που εκλάμβανα ως τάση διδακτισμού προς εμένα, άργησα πολύ να καταλάβω ότι ήταν ένα είδος στοργής. Σκάκι όμως δεν παίξαμε.

Η αρχική λαχτάρα μου να συναντήσω για πρώτη φορά έναν αξιόμαχο αντίπαλο (η επαρχία δε μου είχε δώσει αυτή την ευκαιρία άλλοτε), ξεφούσκωσε γρήγορα. Ο Κυριάκος αρνούνταν πεισματικά να παίξει σκάκι μαζί μου. Αυτό που έκανε διαρκώς ήταν να βγάζει από την τσέπη ένα φθαρμένο ή μισοσκισμένο απόκομμα εφημερίδας (μερικές φορές και περισσότερα) και να προσπαθεί να με κάνει να λύσω το πρόβλημα που αναπαριστούσε. Κάποιες φορές τα κουτσοκατάφερνα, μα τις περισσότερες έπεφτα σε δοκιμές ή χανόμουν στους λαβυρίνθους των διαπλεκόμενων κομματιών. Ήταν σπαρμένο αγκάθια το βάπτισμα πυρός μου στο καλλιτεχνικό σκάκι, μα ο «δάσκαλός» μου δεν το έβαζε κάτω.

Φυσικά, δεν ήταν εύκολο να κρύψω τη δυσφορία μου, ιδιαίτερα από έναν τόσο οξύνοο άνθρωπο όπως ήταν εκείνος. Ο ίδιος ήταν εξαιρετικός λύτης, το διαπίστωσα ιδίοις όμμασι, κι αυτό, για κάποιο λόγο, με πείσμωνε. Οι σχέσεις μας όμως με τον καιρό ζεστάθηκαν περισσότερο και η οικειότητα δεν άργησε να έρθει. Μαζί με αυτή επέστρεψαν και οι οχλήσεις μου για μια «κανονική» παρτίδα. Ήμουν τόσο άμυαλος! Μου έδινε μαργαριτάρια και τα πετούσα στους χοίρους.

Όταν κατάλαβε ότι δύσκολα θα τιθάσευε τη ζέση μου για μάχη, άρχισε να με μυεί στον μαγικό κόσμο της σπουδής. Αυτό άλλαξε πολύ τα πράγματα. Με έμαθε να βλέπω τα φινάλε, την τακτική, το σκάκι γενικότερα με άλλο μάτι. Άρχισα να περνάω πολλές ώρες σκυμμένος πάνω από τα διαγράμματα, όπως κι αυτός. Η σπουδές ήταν, όπως και να το κάνουμε, ένα στοίχημα για τη σκακιστική μου αξία. Βελτιώθηκα χωρίς καν να το καταλάβω. Και το κυριότερο, άρχισα να βλέπω πίσω από τις κινήσεις, την κατασκευή, την ιδέα του συνθέτη, την ομορφιά της σύλληψης. Ο Κυριάκος τόσον καιρό μου έδειχνε την ομορφιά!

Τότε ήταν που άρχισα να λύνω και τα δυάρια και τριάρια, με τα οποία αφειδώς με τροφοδοτούσε. Άρχισα έτσι να αποκτώ τεχνική. Έλυνα μάλιστα και μόνος μου, όσα μπορούσα να βρω στον τύπο της εποχής. Κάποια μέρα μου έδωσε μια σχετικά εύκολη, αλλά ενδιαφέρουσα σπουδή, τούτη δω:



Ισοπαλία

Προσπαθήστε να τη λύσετε. Τότε, θυμάμαι, τα είχα καταφέρει. Στο τέλος μου φανέρωσε, με έκδηλη ικανοποίηση, ότι ο ίδιος ήταν ο συνθέτης. Εντυπωσιάστηκα. Μου έδωσε κι άλλες δικές του σπουδές, κάποιες αδημοσίευτες, μερικές υπό κατασκευή. Μου είχε αποκαλυφθεί ένα άλλο πρόσωπο του Κυριάκου, απ’ αυτό του μονομανή λύτη. Διαπίστωνα ότι γνώριζα ελάχιστα πράγματα για τον άνθρωπο που έστεκε με τις ώρες πάνω από ένα τσαλακωμένο κομμάτι χαρτί κινώντας το σώμα του αενάως μπρος και πίσω, μπρος και πίσω. Έτσι άρχισα να ρωτάω ξεθαρρεμένος όλο και περισσότερα σε σημείο να γίνομαι αγενής και φορτικός. Ήταν όμως τέτοια η περιέργειά μου που στο τέλος άλωσε τη συστολή του. Ναι, τη συστολή του, απέναντι στο αμούστακο που ήμουν τότε. Γιατί ο Κυριάκος ο Φραγκούλης υπήρξε ένας σημαντικός σκακιστικός συνθέτης, από τους ελάχιστους που είχαμε στην Ελλάδα. Διατηρούσε αλληλογραφία με τα μεγαλύτερα σκακιστικά περιοδικά και ήταν συνδρομητής σε καμιά δεκαριά απ’ αυτά, όλων των γλωσσών.


Όταν κάποια μέρα γρίπιασε και, με τη μεσολάβηση του πατέρα μου, μου επέτρεψε να τον επισκεφτώ για πρώτη φορά στο σπίτι του, είδα ατελείωτες στοίβες περιοδικών, έναν πραγματικό θησαυρό που κειτόταν στο πάτωμα, στα παλιά έπιπλα, σε σκονισμένα ράφια, σε μπαούλα, ακόμα και στην κουζίνα. Και βιβλία. Και χαρτιά με σημειώσεις, προχειρογραμμένα. Ήταν ποίηση. Γιατί ο τότε σκακιστικός μέντοράς μου, ήταν και ποιητής και μάλιστα τόσο αξιόλογος που ποίημά του είχε συμπεριληφθεί σε μια ανθολογία Λευκαδιτών ποιητών, ενώ άλλα είχαν δημοσιευτεί στα περιοδικά «Πάλι», «Χάρτης» και «London Magazine». Δε θυμάμαι πια ποιους στίχους του ακούμπησαν τα δάχτυλά μου. Ίσως όμως και να’ ταν ετούτοι:

«Δεν είμαι εκείνος που γνώρισες…
Υπάρχω μόνο σε νύχτες κομματιασμένες
Ή στις κρυψώνες μιας ασυλλόγιστης μέρας
Ελάχιστης σαν τον ουρανό.
Κι όμως φοβάμαι, θα με συναντήσεις
Ακολουθώντας την έμπνευση του ανέμου
Ψηλαφώντας τον ειρμό της βροχής
Έχω ένα βλέμμα μεταμφιεσμένο
Κι όμως, φοβάμαι, θα μ’ αναγνωρίσεις
Ανεβαίνοντας πάλι το ύψος της ακάνθινης προσδοκίας».

Λες κι εκείνη η επίσκεψή μου είχε αποσύρει ένα βαρύ παραπέτασμα, έκτοτε άρχισε να μου μιλάει όλο και περισσότερο για τον εαυτό του. Έμαθα για την, απροσδιόριστη ως τότε, ηλικία του (είχε γεννηθεί το 1935), για τις σπουδές του στην Ιατρική Θεσσαλονίκης τις οποίες διέκοψε απότομα, αφού λύγισε ψυχικά κάτω από την πίεση του διαβάσματος –ίσως και άλλων παραγόντων-, για τη φιλία του με τον Νάνο Βαλαωρίτη και την επιρροή του σουρεαλισμού στα ποιήματά του, ακόμα και για το κρυφό του πάθος, την χαρτοπαιξία. Το τελευταίο με είχε αφήσει ενεό! Που να φανταστώ ότι τις φορές που τον συναντούσα απρόσμενα τα χαράματα, οδεύοντας προς τη στάση του λεωφορείου, αυτός επέστρεφε από το τραπέζι της πόκας! Έως τότε πίστευα ότι επρόκειτο για πρωινούς περιπάτους, ή ίσως κάποια άγρυπνα βράδια…

Κάμποσες φορές μετά μου έκανε το τραπέζι, ιδίως όταν η νυχτερινή τύχη του χαμογελούσε, πράγμα καθόλου σπάνιο. Αυτό μάλλον ήταν και ο μόνος βιοπορισμός του, αν και προς το τέλος είχε νοικιάσει και κάποιο ακίνητο. Όμως όλα αυτά δεν είχαν σημασία. Μεγαλύτερη σημασία γι’ αυτόν έμοιαζε να έχει η εκούσια μοναξιά του. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που μου είχε ζητήσει, έτσι, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, στη μέση μιας κουβέντας, να τον αφήσω μόνο του, παρέα με ένα ποτήρι μπύρα και ένα διάγραμμα, ή πίνοντας καφέ και κοιτώντας θολά προς το νησάκι της Αγίας Κυριακής. Θύμιζε τότε στ’ αλήθεια «αρχαίο ιεροφάντη», όπως τον περιέγραψε η φίλη του, συγγραφέας Ελένη Λαδιά, ή πάλι «τμήμα ενός βράχου ή διακόσμηση μιας ξύλινης πόρτας», δεμένος με το τοπίο, κι όμως τόσο απόμακρος. Μερικές φορές σκιαζόμουν πως η μοναχικότητα δεν ήταν για τον Κυριάκο καταφύγιο από τον έξω κόσμο, μα ο ίδιος ο έξω κόσμος.

«(…)Ποιος μπόρεσε πριν από σένα
Να προχωρήσει μες την ανώνυμη ομορφιά;
Τουλάχιστον εγκαταλείψου χωρίς πικρία
Σαν ένα κύμα που επιστρέφει στο κύμα
Σαν ένας ήχος παράλληλος εκείνων
Που κανείς δε μπόρεσε να τους μιλήσει
Μες στην καταχνιά
Έτσι μονάχος».

Μου πήρε κάμποσο για να καταλάβω πως τον θαύμαζα. Αναρωτιόμουν συνάμα πως ένας τόσο έξυπνος και δημιουργικός άνθρωπος έστεκε απόμερα από τους πολλούς. Γιατί οι πολλοί τον παραμέριζαν, όπως παραμερίζεις κάτι που δεν καταλαβαίνεις. Τι κίνδυνο αντιπροσώπευε γι’ αυτούς ένας εκκεντρικός καλλιτέχνης; Ίσως τον κίνδυνο που ένιωσε ο συνθέτης σπουδών Κασπαριάν. Ο Κυριάκος ήξερα ότι έστελνε σπουδές σε ρωσικά –μεταξύ άλλων- περιοδικά όπως το «Σαχμάτυ». Έχω στα χέρια μου επιστολή του Κουζνέτσοβ που χαιρετάει στο πρόσωπό του τον πρώτο Έλληνα συνθέτη σπουδών. Δεν γνώριζα όμως πως είχε κι έναν άλλο δαίμονα στο σκακιστικό ταγάρι του, αυτόν της καταστροφής των σπουδών. Το έμαθα όταν μου έδειξε περιχαρής την ανασκευή μιας βραβευμένης σπουδής του Κασπαριάν. Είχε λέει τρυπήσει δύο ακόμα σπουδές του συνθέτη στο παρελθόν, και μιλάμε για ένα παρελθόν χωρίς σιλικονούχα τέρατα. Τελικά δεν έμελλε να γίνει. Πήρε δύο μήνες αγωνίας στον Αρμένιο γίγαντα για να την σώσει με εκπληκτικό τρόπο. Έχω στο αρχείο μου και την επιστολή του Κασπαριάν προς τον Κυριάκο, όπου με έκδηλη ανακούφιση ανασκευάζει την ανασκευή. Όμως κατάλαβα πως το ανήσυχο πνεύμα του Νυδριώτη δεν ικανοποιούταν με την ομορφιά, παρά μόνο με την τελειότητα. Κι αυτός ήταν κι ένας από τους λόγους που τον βύθιζαν από καιρό σε καιρό στο πηγάδι της αποξένωσης.

Είχα πλέον επιτύχει στις Πανελλήνιες και θα έφευγα για την Αθήνα, όταν ενέδωσε απρόσμενα στη χλιαρή μου προτροπή και παίξαμε για πρώτη και τελευταία φορά σκάκι. Δεν ήταν κακός παίκτης, μα σε λίγο άρχισε να κουνάει ανόρεχτα τα κομμάτια, να αδιαφορεί για τις απειλές, να δείχνει ενοχλημένος από την ένταση. Κοιτούσα περισσότερο αυτόν παρά τη σκακιέρα. Κατανοούσα ότι ήθελε να μου κάνει ένα δώρο για την επιτυχία μου και δεν έβρισκε άλλο τρόπο. Όμως έβλεπα και ότι αυτό του στοίχιζε πολύ, γιατί αναγκαζόταν να γίνει πεζός, ο πραγματιστικός κόσμος της σκακιέρας τον εξαντλούσε, τον κατέθλιβε. Κάποια στιγμή δεν άντεξε άλλο και πρότεινε ισοπαλία σε μια περίπλοκη θέση. Με είδε με ανακούφιση να κλείνω τη σκακιέρα. Αστραπιαία έβγαλε από την τσέπη του ένα κιτρινισμένο φύλλο εφημερίδας : «Πολύ καλό κλειδί!» είπε με μάτια που άστραφταν και μου πάσαρε το τριάρι.



Κρατήσαμε τηλεφωνική επαφή, μα μόνο τα καλοκαίρια, κι έκανα χρόνια να τον ξαναδώ. Χαίρομαι ωστόσο που τον έφερα σε επαφή με τα «Δρώμενα» και τον Αντρέα. Όταν χτύπησε το φοιτητικό μου τηλέφωνο στον Πειραιά, εξεπλάγην που άκουσα τη φωνή του. «Είμαι στην Αθήνα. Κάνω χημειοθεραπείες. Έχω καρκίνο», μου είπε τόσο απλά, όσο θα έλεγε κάποιος ότι βγήκε για ψώνια. Κι αμέσως πήρε να μου υπαγορεύει μια θέση από σπουδή:



Ισοπαλία 

Δεν τον επισκέφτηκα τις τελευταίες του μέρες στο νοσοκομείο, το Νοέμβρη του ‘97. Δεν ξέρω γιατί. Οι ασχολίες μου, τα διαβάσματα, η εξεταστική, δεν είναι επαρκής δικαιολογία. Ίσως ήταν που δεν ήθελα να δω τα κεριά των γαλάζιων ματιών του να σβήνουν. Ίσως ήθελα να κρατήσω στη μνήμη μου την ενάργεια του πνεύματός του, κι αυτά που συνειδητοποιούσα πως μου είχε απλόχερα χαρίσει χωρίς να το ζητήσω και χωρίς ανταπόδοση. Εντούτοις, σέρνω ακόμα πίσω μου εκείνες τις ερινύες. Είναι αυτές που δε μου επέτρεψαν ακόμα να επισκεφτώ τα βιβλία και τα περιοδικά του, αυτά που χάρισαν οι οικείοι του στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Λευκάδας. Ίσως και να’ ναι αυτός ο λόγος που γράφω τούτες τις γραμμές, για να τις ξορκίσω. Ξέρω όμως πια ότι αυτό θα γίνει σύντομα. Και κάπου εκεί θα ψηλαφήσω ξανά, μετά από αιώνες την παρουσία του. Και ίσως κάτι από τη ανεξάντλητη δίψα για την απόλυτη ομορφιά που του στοίχειωνε τη ζωή.


«Διασχίζοντας των ανέμων την ευφορία
Ώριμα στάχυα του ήλιου
Εδώ που κύλησαν οι ίσκιοι
Στην αλληλουχία της μοναξιάς
Στα δάχτυλα που ξερίζωσε ο καιρός
Απαριθμώ τα δάκρυά μου
Ελεύθερος ως απόμεινα με το στίγμα
Των ερειπίων του φωτός
Να ιδρύσω μια άλλη δίψα».

Υ.Γ. Λύσεις σπουδών

1) 1.Ne4, Nd2 2.Nd6!, c4 3.a7!, Bxa7 4.Nxc4!, Nxc4 5.Ka6, B~ / ΠΑΤ.

2) 1.g7!, Nh6! 2.Bxh6, Bc7+ 3.Kh1!!, Rb1+ 4.Bc1!, Rb8 5.Bf4!, Bxf4 6.g8Q, Rxg8 / ΠΑΤ.

(Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο http://www.skakistiko.com/)

Τρίτη 30 Αυγούστου 2011

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ



Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ
«Το σκάκι είναι πνευματικό βασανιστήριο» δήλωσε κάποτε ο ίδιος ο Κασπάροβ. Γιατί τότε να ασχοληθεί κανείς με το σκάκι; θα ρωτούσε εύλογα κάποιος (και, πιστέψτε με, είναι πολλοί αυτοί οι «κάποιοι»). Για την πολυπλοκότητά του, για την απειροσύνη του, θα μπορούσαμε ίσως να απαντήσουμε.

Πράγματι, τα λευκά στην πρώτη τους κίνηση έχουν 20 διαφορετικές επιλογές, όσες και τα μαύρα. Άρα μετά την πρώτη και μόνο κίνηση λευκών και μαύρων μπορούν να προκύψουν 400 διαφορετικές θέσεις! Σε μια μέτρια παρτίδα, π.χ. 40 κινήσεων, οι διαφορετικές δυνατές θέσεις είναι κάπου 10^120, ένας ασύλληπτος αριθμός, πολύ μεγαλύτερος από τους κόκκους της άμμου ολάκερης της γης, πολύ μεγαλύτερος ακόμα κι από τον αριθμό των αστρικών σωμάτων από το Big Bang μέχρι σήμερα!

- Εντούτοις, μολονότι τα αριθμητικά δεδομένα είναι εντυπωσιακά, στην πραγματικότητα δεν είναι εκείνα που ασκούν την γοητεία στο καλύτερο παιχνίδι που έχει εφεύρει ο ανθρώπινος νους. Είναι αυτή η μάχη του πνεύματος, η σύγκρουση των θεωριών και όσες αρετές καλλιεργούνται απ’ αυτή την άυλη πάλη στις οποίες οφείλει μεγάλο μέρος του μαγνητισμού του. Αρετές όπως η ανάπτυξη της συνδυαστικής σκέψης και της μνήμης, της υπομονής και της μαχητικότητας, της ανάλυσης και της αποφασιστικότητας, της επιμονής και της λογικής, της γνώσης και της φαντασίας, της εξυπνάδας και της στρατηγικής, της αγωνιστικότητας και της προνοητικότητας.

Ακόμα περισσότερο, είναι το γεγονός ότι σε οδηγεί σε κατανόηση και ανασκευή των λαθών σου. Στο σκάκι δεν φταίει κάποιος άλλος για την ήττα. Δεν ευθύνεται το γήπεδο, η μπάλα ή ο διαιτητής. Φταίμε εμείς οι ίδιοι που σφάλουμε και πρέπει να κάνουμε την αυτοκριτική μας για να βελτιωθούμε και να εκριζώσουμε τα στοιχεία του χαρακτήρα μας που εμποδίζουν την πρόοδό μας. Κι αυτό είναι ένα ευεργετικό μάθημα ζωής.

- Όλα αυτά, οδήγησαν λαμπρά πνεύματα, μεγάλες ιστορικές προσωπικότητες στο να ασχοληθούν φανατικά με το σκάκι. Θα αναφέρω ορισμένους ενδεικτικά: Θερβάντες, Μότσαρτ, Ντιντερό, Ρουσώ, Βολταίρος, Σαίξπηρ, Γκαίτε, Πασκάλ, Μέντελσον, Μ. Ναπολέοντας, Σοπέν, Βενιαμίν Φραγκλίνος, Μεντελέγιεβ, Ντοστογιέβσκι, Τολστόι, Σολόχοβ, Πάστερνακ, Μαρξ, Τέσλα, Τρότσκι, Λένιν, Μπέργκμαν, Χάμφρι Μπόγκαρντ, Μαρσέλ Ντυσάν, Τσάρλι Τσάπλιν και Τσε Γκεβάρα.

- Είναι αλήθεια ότι ο σοσιαλισμός έριξε σημαντικό βάρος στην ανάπτυξη και διάδοση του σκακιού. Κατά την περίοδο του ψυχρού πολέμου οι Δυτικοί ισχυριζόντουσαν ότι έφταιγε ο βαρύς ρωσικός χειμώνας που κρατούσε τους ανθρώπους στο σπίτι, ώστε να δικαιολογήσουν την αλματώδη ανάπτυξή του στην ΕΣΣΔ. Αυτό βέβαια ακούγεται -και είναι- κάπως γελοίο. Η ανάπτυξη του σκακιού είχε να κάνει με την σημασία που έδιναν οι κομουνιστές στην πνευματική αυτή ενασχόληση, που είναι μαζί άθλημα, επιστήμη και τέχνη, όπως επισήμανε κάποτε ο Κάρποβ. Και ο ίδιος ο Τσε, υπουργός Βιομηχανίας της Κούβας τότε, είχε δηλώσει σε έναν μετρ του σκάκι: «Ξέρετε σύντροφε Πάχμαν, δεν μου αρέσει και πολύ που είμαι υπουργός. Θα προτιμούσα να είμαι σκακιστής σαν κι εσάς ή να κάνω μια επανάσταση στη Βενεζουέλα!».

- Ο Τσε δεν αστειευόταν. Τα 64 τετράγωνα είναι ένα σύμβολο, ένα καθρέφτισμα της ταξικής πάλης. Είναι μια σύγκρουση ιδεών, μια μάχη άσπρου και μαύρου, μα και μια μάχη διαφορετικών κοσμοθεωριών. Αυτή που θα επικρατήσει είναι όποια εκμεταλλευτεί τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα. Την ακατάπαυστη προσπάθεια, τον μετασχηματισμό της θεωρίας σε πράξη, την ιστορική γνώση, την εφευρετικότητα, την μαζικότητα στην επίθεση, την αλληλοβοήθεια των δυνάμεων. Κι αυτά αναδεικνύουν ένα ακόμα βαθύτερο επίπεδο κατανόησης του σκακιού, ίσως το πιο σημαντικό: εκείνο που παραλληλίζει το σκάκι με τη ζωή, την συμπλοκή των κομματιών με την κοινωνική πάλη, τη συνεργασία τους με την αλληλεγγύη, τις κινήσεις στα τετράγωνα με το πολύπλοκο δίκτυο των ανθρώπινων σχέσεων και διεκδικήσεων.

- Όλα αυτά με τη σειρά τους απαιτούν, τόσο από τον σκακιστή όσο κι από τον αγωνιστή, εγρήγορση, μόρφωση και κριτική σκέψη. Δες τε το αλλιώς: Το σκάκι είναι ένα πραγματικό λαϊκό άθλημα, ίσως το πιο φθηνό απ’ όλα. Αρκούν μερικά νομίσματα για να αγοραστεί μια σκακιέρα. Ίσως ούτε κι αυτά, δεδομένου ότι στην Μακρόνησο ο Ρίτσος έπαιζε σκάκι σε ένα αυτοσχέδιο ασπρόμαυρο χαρτόνι, πλάθοντας σβώλους ψωμιού σαν πιόνια. Γιατί όμως τότε το σκάκι δεν τυγχάνει πολύ πιο ευρείας απήχησης; Μα, ακριβώς γιατί είναι επικίνδυνο! Οι σύγχρονοι πολίτες πρέπει απλά να καταναλώνουν, όχι να σκέφτονται. Αν το σκάκι ήταν μέσο χειραγώγησης, να είστε βέβαιοι ότι θα εμπορευματοποιούταν και θα έμπαινε σε κάθε σπίτι δια της βίας, όπως η τηλεόραση, τα RPG βιντεοπαιχνίδια ή το facebook. Κάποιοι επιθυμούν ευνουχισμένα μυαλά για να τους υπηρετούν και το σκάκι -όσο κι αν ακουστεί παράδοξο- είναι μια μορφή αντίστασης και ανυπακοής.

- Σε μια δραματική περίοδο του πλανήτη, όπου η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου πασχίζει να ισοπεδώσει, να συντρίψει κάτω από τις οικονομικές της ερπύστριες όλες τις αξίες της ισότητας, της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης, της ανθρωπιάς, της συναδέλφωσης των λαών, της ποιότητας της ζωής, του κοινωνικού κράτους, σε μια περίοδο όπου έχει ποινικοποιηθεί η δράση και τα λόγια και θα ποινικοποιηθεί και η σκέψη, ο αγώνας στην εγχώρια και παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα προβάλει σαν επιτακτική ανάγκη, πριν προλάβουν και μας κάνουν ΜΑΤ.

- Επιπλέον, δεν αρκεί η άμυνα. Η ανατροπή απαιτεί αντεπίθεση. Με σχέδιο, με όραμα, με ακριβείς κινήσεις, με συνεργασίες για την τελική νίκη. Αυτό εντέλει σαλπίζει το σκάκι. Τον αγώνα και όχι την απόσυρση. Την δράση και όχι την τυφλή υπακοή. Και είναι τούτο ένα μάθημα πολύτιμο. Γιατί, όπως είχε πει κι ένας διάσημος Ρώσος μετρ, ο Ταρτακόβερ: «Κανείς ποτέ δεν κέρδισε την παρτίδα που εγκατέλειψε».

(Από ομιλία μου στο φεστιβάλ της ΚΝΕ-Οδηγητή στη Λευκάδα, όπου έδωσα και ένα μίνι- σιμουλτανέ).

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

ΥΠΟΣΤΟΛΗ ΣΗΜΑΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΑΚΗ ΣΑΝΤΑ


Έφυγε από τη ζωή, στα 89 του χρόνια, ο Λάκης Σάντας, ο οποίος μαζί με τον Μανώλη Γλέζο κατέβασαν τη γερμανική σημαία από την Ακρόπολη, ένα μήνα πριν την συμπλήρωση 70 χρόνων από το κατέβασμα της «σβάστικας» από τον ιερό βράχο.

Ο Απόστολος Φιλίππου Σάντας γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου του 1922 στη Λευκάδα. Το 1934, η οικογένεια του εγκαθίσταται στην Αθήνα. Τελειώνει το γυμνάσιο το 1940 και εισάγεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Τη νύχτα της 30ής προς 31η Μαΐου 1941, θα κατεβάσει, μαζί με το φίλο του Μανώλη Γλέζο τη χιτλερική σημαία από το βράχο της Ακρόπολης. «Ήταν η πρώτη ανάσα της αντίστασης», είπαν στη Βουλή, τιμώντας τον Λάκη Σάντα και το Μανώλη Γλέζο, το Νοέμβριο του 2008. «Δύο δεκαοκτάχρονα που έπαιξαν με την ιστορία, είδαν ένα σύμβολο και αποφάσισαν να γίνουν σύμβολα οι ίδιοι».
Το 1942 εντάσσεται στο ΕΑΜ και λίγο αργότερα στην ΕΠΟΝ και βγαίνει στο βουνό με τον ΕΛΑΣ. Πήρε μέρος σε αρκετές μάχες στην Αιτωλοακαρνανία, στη Φθιώτιδα και στην Αττικοβοιωτία και το 1944 τραυματίστηκε. Το 1946 εξορίζεται στην Ικαρία, το 1947 φυλακίζεται στην Ψυττάλεια, απ’ όπου το 1948 στέλνεται στην Μακρόνησο. Θα διαφύγει στην Ιταλία και θα ζητήσει πολιτικό άσυλο στον Καναδά, όπου θα ζήσει μέχρι το 1962. Το 1963 θα επιστρέψει στην Ελλάδα.
«Δεν κυνηγάω ποτέ τη δημοσιότητα γιατί θεωρώ ότι έχει εξευτελιστεί το ζήτημα πάρα πολύ. Την αντίσταση δεν την κάναμε μόνο εμείς, έχουν σκοτωθεί χιλιάδες παλικάρια, γυναίκες και άνδρες, «ανώνυμοι»», έλεγε.

Εξιστορώντας το εγχείρημα υποστολής της σημαίας στον Ηλία Πετρόπουλο, είχε πει: «Κι έξαφνα ένα δειλινό που ήμαστε στο Ζάππειο και ο ήλιος έγερνε λούζοντας τον ορίζοντα με εκείνα τα χρώματα που μόνο ο αττικός ουρανός έχει, τα μάτια μας γύρισαν στον βράχο της Ακροπόλεως. Μέσα στο υπέροχο φόντο της δύσης σταθήκαμε και κοιτούσαμε. Και τότε… το βλέμμα μας έπεσε πάνω στη σημαία τους που υπερήφανα κυμάτιζε ψηλά-ψηλά και η βαριά σκιά της πλάκωνε καταθλιπτικά όλη την Αθήνα, όλη την αττική γη. Να τι πρέπει να τους κάνομε! Ήρθε η σκέψη σαν σπίθα. Να τους την πάρουμε. Να την γκρεμίσουμε και να την ξεσχίσουμε και να πλύνουμε έτσι τη βρωμιά από τον Ιερό Βράχο. Την είχαν στήσει αυτήν την ίδια την πολεμική τους σημαία οι Ναζί θριαμβευτικά ως τότε στη Βαρσοβία, στη Βιέννη, στην Αμβέρσα, στη Νορβηγία, στο Παρίσι και στο Βελιγράδι και απειλούσαν να τη στήσουν σε όλο τον κόσμο τότε. Μα εδώ είναι Ελλάδα. Είναι η μικρή χώρα που απ’ αυτή ξεπετάχτηκε η φλόγα του Πολιτισμού. Είναι η χώρα που δίνει το παράδειγμα πάντα στις κρίσιμες στιγμές της Ιστορίας».

Η οικογένειά του ευχαριστεί θερμά τον διευθυντή, τους γιατρούς και τους νοσηλευτές του Κέντρου Αναπνευστικής Ανεπάρκειας στη Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας (Μ.Α.Θ.) του νοσοκομείου «Σωτηρία», που έκαναν ό,τι ήταν δυνατόν για να τον σώσουν.

Σε ανακοίνωση του ο ΣΥΝ εκφράζει τη λύπη του για το χαμό του, σημειώνοντας ότι «ανέβασε τις αξίες του ήθους, της ηθικής και της ανιδιοτέλειας στα ύψη. Πάντα απλός, αλλά όχι απλοϊκός, και πάντα σεμνός».

«Η μνήμη του Λάκη Σάντα θα παραμείνει ζωντανή στις καρδιές και τους αγώνες μας», επισημαίνει ο ΣΥΡΙΖΑ.

«Η σημαία της αντίστασης που ύψωσαν στην Ακρόπολη ο Λάκης Σάντας και ο Μανώλης Γλέζος, την περίοδο του φασισμού, σήμερα κυματίζει μεσίστια στις καρδιές μας. Με τον θάνατο του κομμουνιστή Σάντα, η χώρα μας χάνει ένα κομμάτι από τη ζωντανή της ιστορία», τονίζει σε γραπτή του δήλωση ο πρόεδρος του ΣΥΝ και επικεφαλής της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας.

«Η Αριστερά και ολόκληρος ο ελληνικός λαός θα τον έχουν πάντα στην καρδιά τους και στη μνήμη τους», αναφέρει σε ανακοίνωσή της η Δημοκρατική Αριστερά.

Για μία από τις ηρωικότερες μορφές της Αντίστασης, κάνει λόγο στη δήλωσή του ο πρόεδρος της ΝΔ Αντώνης Σαμαράς.

«Στο πρόσωπό του ο Ελληνισμός αναγνωρίζει τον πιο αγνό πατριωτισμό. Εκείνο που τον έκανε να αναζητά τι μπορούσε να δώσει και όχι τι να πάρει από την Πατρίδα», επισημαίνει και προσθέτει: «Με το παράδειγμά του, έδωσε στους Έλληνες, μέσα στην καταχνιά της κατοχής, το δικαίωμα να ελπίζουν, το κουράγιο να παλεύουν και τη δυνατότητα να επαναλαμβάνουν τα λόγια του: «Μα εδώ είναι Ελλάδα. Μια μικρή χώρα, που από αυτήν ξεπετάχτηκε η φλόγα του Πολιτισμού. Η χώρα που δίνει πάντα το παράδειγμα στις κρίσιμες στιγμές της ιστορίας»».

Το ΚΚΕ σε ανακοίνωσή του εκφράζει την θλίψη του για το θάνατο του αγωνιστή Λάκη Σάντα «που με τόλμη συμμετείχε το Μάη του 1941 στο κατέβασμα της ναζιστικής σημαίας από τον βράχο της Ακρόπολης». «Στη συνέχεια μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ με το όπλο πολέμησε κατά των κατακτητών και των συνεργατών τους. Για αυτή την αντιστασιακή του δράση τιμωρήθηκε σκληρά από τις αστικές κυβερνήσεις με φυλακές και εξορίες στην Ικαρία και στην Μακρόνησο», τονίζει και καταλήγει, εκφράζοντας τα θερμά του συλλυπητήρια στην οικογένειά του».

(Από άρθρο στο www.meganisitimes.gr)

Ένα εξαιρετικό αφιέρωμα κάνει ο Λευκαδίτης δημοσιογράφος στα ΝΕΑ, Ηλίας Γεωργάκης. Δείτε το εδώ: http://elgeorgakis.blogspot.com/2011/04/blog-post_30.html

Δεν έχω και πολλά να προσθέσω. Κάποιοι άνθρωποι είναι απλά σύμβολα, φωτοδότες κι ως εκ τούτου δεν πεθαίνουν. Αθάνατος.