Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

«ΞΕΡΕΙΣ ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ, ΡΕ;»


-«Ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε;»


Δεν ήξερα ο τάλας. Τώρα όμως σ’ έμαθα. Ε, ναι λοιπόν, ξέρω ποιος είσαι.


Είσαι αυτός που μιλάει για αξιοκρατία, αλλά πρωτύτερα προσκύναγες πολιτευτές να σε διορίσουν στο Δημόσιο.


Είσαι αυτός που κατακεραυνώνεις τους πολιτικούς, αλλά αν σε είχαν βολέψει θα έκανες την πάπια.


Είσαι αυτός που ανησυχεί για την οικονομική εξαθλίωση που μαστίζει το λαό, αλλά το εισόδημά σου αυξάνεται χρόνο με το χρόνο.


Είσαι αυτός που διαρρηγνύει τα ιμάτιά του για την δημοκρατία, αλλά αυτή η τελευταία φτάνει μόνο μέχρι τον αυλόγυρό σου ή το πολύ-πολύ μέχρι τις αυλές των περιστασιακών συμμάχων σου.


Είσαι αυτός που ανησυχεί για την κοινωνία, αλλά παραμένεις απομονωμένος στην θλιβερή γωνίτσα σου.


Είσαι αυτός που μιλάει για το δικαίωμα της απεργίας, αλλά που τα τελευταία 40 χρόνια δεν την έχει συναπαντήσει ούτε μια φορά.


Είσαι αυτός που δεν ανέλαβε ποτέ στην ζωή του ευθύνη, αλλά που δεν χάνει ευκαιρία να λοιδορεί όσους βάζουν τα χέρια τους στην φωτιά να βγάλουν τα κάστανα.


Είσαι αυτός που μιλάει για την έλλειψη συνδικαλισμού,  αλλά που δεν υπήρξε ποτέ μέλος συνδικάτου ή συλλόγου.


Είσαι αυτός που δακρύζει για την πολιτισμική κρίση, αλλά ουδέποτε ασχολήθηκε με την οργάνωση, συμμετοχή ή στήριξη μιας οποιασδήποτε πολιτιστικής πρωτοβουλίας.


Είσαι αυτός που λέει ότι υπερασπίζεται την αλήθεια, αλλά μόνο την δική του "αλήθεια" και ποτέ των άλλων.


Είσαι αυτός που μιλάει για την φύση, αλλά πετάει τα σκουπίδια του όπου λάχει και μετά κατηγορεί την υπηρεσία καθαριότητας.


Είσαι αυτός που περνιέσαι για οικολόγος, αλλά έριξες δυο κυβικά τσιμέντο στην θάλασσα για να κάνεις την δουλειά σου.

Είσαι αυτός που υπεραμύνεσαι των εργατικών δικαιωμάτων, αλλά τους υπαλλήλους σου τους έχεις ανασφάλιστους.


Είσαι αυτός που κάνεις τον δάσκαλο σε όποιον βρεθεί στον δρόμο σου, αλλά δεν μπορείς να συντάξεις ορθά πέντε λέξεις στην σειρά.


Είσαι αυτός που στέλνεις στο πυρ το εξώτερο τα λαμόγια, αλλά μόνο όταν δεν κάνουν τις λαμογιές μαζί σου.


Είσαι αυτός που εκθειάζεις τα βιβλία, αλλά που σπάνια διαβάζεις πάνω από ένα τον χρόνο.


Είσαι αυτός που σέβεσαι την επιστήμη, αλλά μόνο αν τα αποτελέσματά της σου είναι αρεστά.


Είσαι αυτός που μιλάει για τα πάντα με ύφος καθηγητή πανεπιστημίου, αλλά που ίσα-ίσα και τέλειωσες το λύκειο.


Είσαι αυτός που νοιάζεται για τον δημόσιο κορβανά, αλλά που δεν τον πειράζει να τον επιβαρύνει κάμποσα χιλιάρικα άμα είναι για την πάρτη του.


Είσαι αυτός που εξάρει την αρχαία ελληνική παιδεία, αλλά τα μόνα που έχει ακούσει γι’ αυτήν προέρχονται από πατριδοκάπηλα ελληναράδικα ιστολόγια.


Είσαι αυτός που φωνάζει για το κοινωνικό συμφέρον, αλλά που θα σκότωνε όποιον του έπαιρνε έστω και μιαν απαλάμη χώμα από το χωραφάκι του για να ανοίξει ένας δρόμος.


Είσαι αυτός που γουστάρει τον Τσίπρα, αλλά σιχαίνεται τους Αλβανούς και τους Εβραίους.


Είσαι αυτός που έχει «αριστερή» ρητορική, αλλά λατρεύει τον ακροδεξιό λαϊκισμό.


Είσαι αυτός που μιλάει για καθαριότητα, αλλά πλένεται μια φορά το μήνα.


Είσαι αυτός που δηλώνει αντιεξουσιαστής, αλλά θα πούλαγες την ψυχή σου στον διάβολο για να εξουσιάσεις.


Είσαι αυτός που σιχαίνεται την παρανομία, αλλά που βρίζει θεούς και δαίμονες όταν κάποιος εντοπίζει την δικιά του.


Είσαι αυτός που δουλεύεις τρεις μήνες τον  χρόνο, αλλά έχεις πολλά να προσάψεις σε όσους δουλεύουν δώδεκα, μέρα και νύχτα, σαν τα σκυλιά.


Είσαι αυτός που κατηγορείς όσους ψάχνουν και προτείνουν λύσεις, αλλά που ποτέ δεν θα καταθέσεις μια πρόταση, έστω και καταγέλαστη.


Είσαι αυτός που περνιέσαι για ταπεινός, αλλά που μοστράρεις ασύστολα τα πενιχρά  διαπιστευτήριά σου στη μούρη των περαστικών.


Είσαι αυτός που αγαπάει τα ζώα, αλλά μισεί τους ανθρώπους.


Είσαι αυτός που τα βρήκε έτοιμα από τον πατέρα του, αλλά ζηλεύεις όσους τα έχτισαν με τον ιδρώτα τους.


Είσαι αυτός που κομπάζεις για τις φιλίες σου, αλλά που δεν έχεις ούτε έναν πραγματικό φίλο.


Είσαι αυτός που αναλύεις τις σκέψεις και τις πράξεις των άλλων, αλλά που δεν σου βρίσκεται ούτε μια τόση δα στάλα αυτογνωσίας.


Είσαι αυτός που κρίνεις ατέρμονα δικαίους και αδίκους, αλλά είσαι έτοιμος να εκδικηθείς με μοχθηρία όποιον τολμήσει να κριτικάρει εσένα.


Είσαι αυτός που απεχθάνεται τον διχασμό, αλλά που η κάθε σου λέξη και πράξη είναι η επιτομή της διχόνοιας.


Είσαι αυτός που φροντίζει για το μέλλον των παιδιών του, αλλά που πάντα μεταθέτει τις ευθύνες αυτής της φροντίδας σε άλλους.


Είσαι αυτός που κομπορρημονεί για τις γνώσεις του, αλλά που η βλακώδης ημιμάθειά του ξεχειλίζει από τα μπατζάκια του.


Είσαι αυτός που δέχεσαι να προσφέρεις υπηρεσίες, αλλά μόνο αν οι υπηρεσίες αυτές είναι να παίξεις το φερέφωνο σε όσους σε κολακεύουν.


Είσαι αυτός που παροτρύνει άπαντες σε ξεσηκωμό, αλλά που ο ίδιος ποτέ δεν σηκώνεται από τον καναπέ του.


Είσαι αυτός που κατακεραυνώνει τα λάθη και τις παραλείψεις των ανθρώπων, αλλά που ποτέ δεν ζήτησε συγγνώμη για τα δικά του σφάλματα.


Είσαι αυτός που παρακολουθεί προσεκτικά τα επιτεύγματα των άλλων, αλλά μόνο και μόνο για να ανακαλύψει (ή να εφεύρει) ψεγάδια σ’ αυτά.


Είσαι αυτός που εκθειάζει την κλασική μουσική, αλλά στα κρυφά (ή και στα φανερά) ακούει σκυλάδικα.


Είσαι αυτός που πλασάρεις ένα ευγενικό προφίλ, αλλά δεν χάνεις χρόνο να βρίσεις, φυσικά με αναφορές στα γεννητικά σου όργανα.


Είσαι αυτός που πουλάς αντριλίκι, αλλά που, την ώρα της έντασης, χώνεσαι κάτω από το τραπέζι.


Είσαι κι άλλα πολλά ακόμα, λιγότερο ή περισσότερο βδελυρά, αλλά  σκοπεύω πια να συντομεύω αυτήν εδώ την πινακοθήκη της ηλιθιότητας.


-«Ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε;»


Δεν είσαι, το λοιπόν, παρά ένα κύμβαλο αλαλάζον. Το τίποτα που εχθρεύεται το σύνολο. Δεν είσαι, παρά το μηδέν που επιτίθεται στο άπειρο. Και υπάρχεις, μόνο για όσο σε παρατηρώ. Μόλις πάψω να σε κοιτώ, θα πάψεις να υπάρχεις.


Και μόλις γύρισα την πλάτη μου.


Πουφ!           

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

ΔΕΝ ΕΧΩ ΛΟΓΙΑ...

Δεν έχω στ' αλήθεια λόγια για να περιγράψω μια τέτοια φωτογραφία. Όχι, δεν έχω.

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

ΠΙΟ ΠΟΛΛΕΣ ΚΙ ΑΠ' ΤΟΥ ΣΚΑΚΙΟΥ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ...



Από καιρό σε καιρό ξυπνά μέσα μου μια παλιά αρρωστημένη συνήθεια που, όσο κι αν προσπάθησα, δεν κατάφερα να την αποβάλω απ’ τα μικράτα μου κι εδώ –και φοβάμαι πώς δεν θα τα καταφέρω ως το τέλος. Έτσι, σαν κλέφτης αναμνήσεων, σαν το φάντασμα μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, μερικά ήσυχα βράδια κάνω αθόρυβες εφόδους στην βιβλιοθήκη μου και ξεδιαλέγω παλιούς τόμους, βιβλία που έχω να αγγίξω χρόνια ή και δεκαετίες. Με την προσοχή και την επιμέλεια μουσειακού αρχειοθέτη τους αραδιάζω μπροστά μου και αρχίζω να εξασκώ το καταγέλαστο βίτσιο μου. Τους χαϊδεύω, από την πρόσοψη μέχρι την ράχη, ψαύω το πολυκαιρισμένο χαρτί και μετά πλησιάζω το πρόσωπό μου και εισπνέω την κλεισούρα τους. Ύστερα σκυφτός, ξεφυλλίζω τις ταλαίπωρες σελίδες και διαβάζω αποσπάσματα, σύντομα, κοφτά και αχόρταγα, λες και από στιγμή σε στιγμή κάποιος θα με συλλάβει να διαπράττω ένα ασύγγνωστο αμάρτημα. Στη μέση της ανάγνωσης κλείνω ξανά τον τόμο, ίσως με περισσότερο θόρυβο απ’ ό,τι θα χρειαζόταν, και καταδικάζω το κείμενο σε μερικές ακόμα δεκαετίες απομόνωσης.
Σπάνια συγκρατώ τα χωρία που τυχαίνει να συναπαντήσω σ’ αυτές τις νυχτερινές μου τυμβωρυχίες. Ωστόσο, ορισμένες ανατριχιαστικές στιγμές, οι λέξεις ξεπηδούν ασυγκράτητες από το χαρτί και ξεσηκώνουν ορυμαγδό αναμνήσεων. Θυμάμαι τότε αβάσταχτες λεπτομέρειες. Την ακριβή εποχή που πρωτοσυνάντησα το κείμενο, το που στεκόμουν, το τοπίο που χάρασσε η φαντασία μου πασχίζοντας να υλοποιήσει το ποιητικό σύμπαν (ή να το φέρει στα μέτρα της), σε μερικές περιπτώσεις ακόμα και ανθρώπους που μου μίλησαν εκείνη την ημέρα και το τι ακριβώς μου είπαν. Ίσως και λόγω αυτού του παράδοξου και ακατανόητου καταρράχτη να κλείνω με βιάση το βιβλίο.

Κανονικά, μια τέτοια μυστικοπαθή -όσο και νοσηρή- τελετουργία, δεν θα έπρεπε να διαφέρει και πολύ από την διαδικασία του ανοίγματος παλιών κιβωτίων με μικροαντικείμενα ή με το ξεφύλλισμα παλιών άλμπουμ φωτογραφιών που αναπαύονται κάτω από δύο δάχτυλα σκόνη σε ένα ανθυγιεινό πατάρι. Κοιτάς, θυμάσαι φευγαλέα, χαμογελάς ή κατσουφιάζεις και τα ξαναχώνεις στη θλίψη της σκόνης τους, την ίδια στιγμή που αναρωτιέσαι γιατί στον διάβολο δεν τα έχεις πετάξει τόσον καιρό. Όμως το δικό μου βίτσιο με τα βιβλία είναι κάπως αλλόκοτο. Θαρρείς και οι μαίανδροι των ελίκων μου κρύβουν στις πιο σκοτεινές πτυχές τους άφθαρτες και αιώνιες τις πιο πολύτιμες εικόνες, τις πιο ερίτιμες λέξεις και φράσεις. Τόσο αιώνιες και τόσο καλά κρυμμένες που θα συνεχίσουν να βρίσκονται εκεί ακόμα και όταν εγώ δεν θα υπάρχω για να τις ξεθάψω. Μερικοί ίσως τώρα να γελάνε, αλλά εγώ τρομάζω. Γι’ αυτό και γίνομαι κλέφτης ενός θησαυρού που μου ανήκει, αλλά και δεν με έχει ανάγκη. Για να τον ξορκίσω.

Μεγάλη εισαγωγή, αν ήταν εισαγωγή. Υποψιάζομαι ότι οι φανατικοί σκακιστές θα έχουν εγκαταλείψει την ανάγνωση από ώρα. Ας με συγχωρήσουν, τόσες μυριάδες λέξεις, κάπου πρέπει να ξεσπάνε, σαν σουέλ.

Μόλις χτες βεβήλωσα για μια ακόμα φορά το χάρτινο μαυσωλείο μου. Και ένας από τους τόμους που έπιασα ήταν η «Θεία Κωμωδία». Σε αντίθεση με την «Κόλαση» και το «Καθαρτήριο», ο «Παράδεισος», πρέπει να ομολογήσω, με έκανε πάντα να βαριέμαι, παρότι, υποπτεύομαι ότι τον Ντάντε Αλιγκιέρι θα τον έφερνε κοντά στην έκσταση. Η σελίδα που άνοιξα ήταν η 562 της μετάφρασης του Καζαντζάκη. Πήγα να περάσω λαχανιασμένα το Άσμα ΚΗ’, αλλά με την άκρη του ματιού μου (και μετά με όλα μου τα μάτια, τα μέσα και τα έξω) διάβασα στους στίχους 91-93:

«Την πυρκαγιάν η κάθε σπίθα ακλούθαε
και πιο πολλές απ’ του σκακιού το πλήθος
διπλό καθένα αράδα αν λογαριάσεις (…)».

Πιο πολλές απ’ του σκακιού το πλήθος… Ο Δάντης μιλούσε για τις φωτιές στους ουράνιους κύκλους των αγγέλων. Τα τάγματα των αγγέλων ήταν αρίφνητα και συνάμα τόσο αιθέρια και όμορφα που γινόταν άφατα, απερίγραπτα. Ο ποιητής δεν μπορούσε αλλιώς να τα παρουσιάσει παρά μόνο παραλληλίζοντάς τα με την απειροσύνη του σκακιού. Τι σήμαινε όμως το «διπλό καθένα αράδα αν λογαριάσεις»; Έτρεξα με ένα ανεπαίσθητο τρέμουλο στις σημειώσεις. Κι εκεί χώθηκα μέχρι τον λαιμό στον παλιό θρύλο για τον εφευρέτη του σκακιού:

«Λέγεται πώς ο Πέρσης εφευρέτης του σκακιού, όταν τον ρώτησε ο Σάχης της Περσίας τι αμοιβή θέλει, αποκρίθηκε: Ένα σπειρί στάρι ολοένα διπλασιαζόμενο σε κάθε από τα 64 τετραγωνάκια του σκακιού. Ο Σάχης γέλασε για το ταπεινό δώρο, μα σαν έπιασαν να μετρήσουν το στάρι, βρέθηκε πώς όλη η Περσία δεν είχε τόσα σπειριά στάρι, δηλαδή 18.446.744.073.709.551.615»

Ακόμα κι όταν έκλεισα μετά από ώρα (με τον απαιτούμενο γδούπο) τον βαρύ τόμο, οι αναμνήσεις δεν είχαν κοπάσει. Θυμήθηκα τα σκαλιά του παλιού μου πατρικού, εκεί που στεκόμουν όταν το είχα πρωτοδιαβάσει, και που τώρα πια δεν υπάρχουν. Θυμήθηκα μια μυρμηγκοφωλιά που σκάλιζα με ένα κλαράκι, συλλογισμένος μετά την ανάγνωση. Θυμήθηκα την παλιά μου σκακιέρα (μια άθλια, πλαστική, μικροσκοπική και άβολη, με τρυπούλες και λειψά πιόνια που τα αντικαθιστούσα με ξεραμένη πλαστελίνη) πάνω στην οποία προσπαθούσα μάταια για μέρες να αραδιάσω σπυριά ρυζιού από ένα σακί στο μπακάλικο του πατέρα μου. Θυμήθηκα και το πουλόβερ που φορούσα. Και άλλες καταχωνιασμένες εικόνες που προτιμώ να τις κρατήσω έγκλειστες, πριν με πλακώσουν. Ήμουν έφηβος τότε. Αλλά και μετά τα τριάντα που ξανασχολήθηκα με τη «Θεία Κωμωδία» για τις ανάγκες του Πανεπιστημίου, δεν το είχα προσέξει το συγκεκριμένο χωρίο. Ή δεν με είχε προσέξει αυτό.

Υπάρχουν συναισθήματα που περιγράφονται, κι άλλα που είναι καλύτερα να μην περιγραφούν, αν μη τι άλλο, γιατί σκουριάζουν στο πολύ φως. Κρατάω λοιπόν για μένα το (ασφαλώς ασήμαντο και αδικαιολόγητο για κάποιους άλλους) ρίγος και παραθέτω το παραπάνω απόσπασμα για μελέτη. Θυμίζω ότι ο Δάντης γεννήθηκε το 1265 και πέθανε το 1321, υπήρξε αστός (Γουέλφος) με ισχυρούς φίλους, σε μια συντεχνιακή κατά βάση ιταλική κοινωνία. Έζησε για πολύ καιρό εξόριστος, ενώ –φευ- ανήκε και στην συντεχνία των φαρμακοποιών. Κι όλα αυτά, για τους πραγματιστές, σημαίνουν ότι ο γνωστός μας θρύλος του Σίσσα ήταν επίσης γνωστός στην Ιταλία του 13ου αιώνα.

Το εξήγησα νομίζω, δεν ξέρω σε ποια άβυσσο του νου είχε κρυφτεί αυτό το κομμάτι μου, όπως δεν ξέρω σε ποια άβυσσο των στίχων του Δάντη είχε φωλιάσει αθέατο το σκάκι. Ίσως όμως τώρα πια κάποιοι να μπορούν να μου συγχωρήσουν το παλιό μου αγιάτρευτο βίτσιο. Κι εγώ υπόσχομαι ότι κάποτε θα τους διηγηθώ μια άλλη ιστορία, που θα έχω κλέψει από ένα άλλο σκονισμένο βιβλίο ένα ήσυχο βράδυ, σαν σωστός κλέφτης αναμνήσεων ή σαν το φάντασμα μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, μέσα στο ίδιο μου το νου.

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ, ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΔΙΨΑ



Άκουσα για τον Κυριάκο Φραγκούλη για πρώτη φορά μέσα από τη στήλη του Σιαπέρα, με τον οποίο είχε διαρκή επικοινωνία. Το καλλιτεχνικό σκάκι για μένα ήταν τότε ό,τι είναι το μυθικό σκάκι σήμερα: εξωτικό. Αργότερα, μαθητής Λυκείου (διέμενα στη γενέτειρά του, το Νυδρί), ξανάκουσα κάποια διφορούμενα σχόλια από τους ντόπιους, που εντάθηκαν όταν αποκαλύφθηκε πως ανήκα κι εγώ σε εκείνο το αλλόκοτο σινάφι των σκακιστών.


«Πρέπει να γνωρίσεις τον Κυριάκο. Αυτός όλη τη μέρα σκάκι παίζει!» μου έλεγαν. Στο τέλος μου τον γνώρισαν. Αλλά σκάκι δεν παίξαμε. Για καλή μου τύχη τον συνέδεε παλαιόθεν φιλία με τον πατέρα μου κι έτσι αποδέχτηκε την παρέα μου, πράγμα όχι εύκολο για τον μονήρη χαρακτήρα του. Όμως δεν τον έβλεπα παρά τις μέρες που έπαιζε μπάσκετ ο Άρης του Γκάλη.

Τα λόγια μας λιγοστά, τον σεβόμουν και –δεν το κρύβω- τον κοιτούσα με περιέργεια. Δεν είχα έως τότε την ευκαιρία να παίξω σοβαρό σκάκι και η εικόνα που είχα για τους σκακιστές ήταν η εντελώς συμβατική, αυτή των γραβατωμένων Κάρποβ και Κασπάροβ. Ο Κυριάκος όμως ήταν ολωσδιόλου αντισυμβατικός. Δεν ήταν τόσο ηλικιωμένος, μα τα ξενύχτια, το κάπνισμα και η εργένικη ζωή είχαν σαφή επίδραση στο παρουσιαστικό του. Φορούσε απλά ρούχα, καθαρά, μα σπάνια σιδερωμένα. Τα γένια του ήταν κίτρινα στις άκρες από τις αλλεπάλληλες στρώσεις νικοτίνης και τα ακροδάχτυλά του ακολουθούσαν το παράδειγμά τους, από την ίδια ακριβώς αιτία. Η φωνή του έβγαινε θαρρείς με κόπο, ένρινη, βραχνή, σχεδόν σπηλαιώδης και, μολονότι μιλούσε αργά, μερικές φορές μου ήταν δύσκολο να παρακολουθήσω τι έλεγε. Όμως ήταν πάντα ευγενικός και με μια συμβουλή έτοιμη για κάθε περίσταση. Τα μικρά του μάτια, αείφωτα, έλαμπαν παράξενα στο ατάραχο πρόσωπο του. Αυτό που εκλάμβανα ως τάση διδακτισμού προς εμένα, άργησα πολύ να καταλάβω ότι ήταν ένα είδος στοργής. Σκάκι όμως δεν παίξαμε.

Η αρχική λαχτάρα μου να συναντήσω για πρώτη φορά έναν αξιόμαχο αντίπαλο (η επαρχία δε μου είχε δώσει αυτή την ευκαιρία άλλοτε), ξεφούσκωσε γρήγορα. Ο Κυριάκος αρνούνταν πεισματικά να παίξει σκάκι μαζί μου. Αυτό που έκανε διαρκώς ήταν να βγάζει από την τσέπη ένα φθαρμένο ή μισοσκισμένο απόκομμα εφημερίδας (μερικές φορές και περισσότερα) και να προσπαθεί να με κάνει να λύσω το πρόβλημα που αναπαριστούσε. Κάποιες φορές τα κουτσοκατάφερνα, μα τις περισσότερες έπεφτα σε δοκιμές ή χανόμουν στους λαβυρίνθους των διαπλεκόμενων κομματιών. Ήταν σπαρμένο αγκάθια το βάπτισμα πυρός μου στο καλλιτεχνικό σκάκι, μα ο «δάσκαλός» μου δεν το έβαζε κάτω.

Φυσικά, δεν ήταν εύκολο να κρύψω τη δυσφορία μου, ιδιαίτερα από έναν τόσο οξύνοο άνθρωπο όπως ήταν εκείνος. Ο ίδιος ήταν εξαιρετικός λύτης, το διαπίστωσα ιδίοις όμμασι, κι αυτό, για κάποιο λόγο, με πείσμωνε. Οι σχέσεις μας όμως με τον καιρό ζεστάθηκαν περισσότερο και η οικειότητα δεν άργησε να έρθει. Μαζί με αυτή επέστρεψαν και οι οχλήσεις μου για μια «κανονική» παρτίδα. Ήμουν τόσο άμυαλος! Μου έδινε μαργαριτάρια και τα πετούσα στους χοίρους.

Όταν κατάλαβε ότι δύσκολα θα τιθάσευε τη ζέση μου για μάχη, άρχισε να με μυεί στον μαγικό κόσμο της σπουδής. Αυτό άλλαξε πολύ τα πράγματα. Με έμαθε να βλέπω τα φινάλε, την τακτική, το σκάκι γενικότερα με άλλο μάτι. Άρχισα να περνάω πολλές ώρες σκυμμένος πάνω από τα διαγράμματα, όπως κι αυτός. Η σπουδές ήταν, όπως και να το κάνουμε, ένα στοίχημα για τη σκακιστική μου αξία. Βελτιώθηκα χωρίς καν να το καταλάβω. Και το κυριότερο, άρχισα να βλέπω πίσω από τις κινήσεις, την κατασκευή, την ιδέα του συνθέτη, την ομορφιά της σύλληψης. Ο Κυριάκος τόσον καιρό μου έδειχνε την ομορφιά!

Τότε ήταν που άρχισα να λύνω και τα δυάρια και τριάρια, με τα οποία αφειδώς με τροφοδοτούσε. Άρχισα έτσι να αποκτώ τεχνική. Έλυνα μάλιστα και μόνος μου, όσα μπορούσα να βρω στον τύπο της εποχής. Κάποια μέρα μου έδωσε μια σχετικά εύκολη, αλλά ενδιαφέρουσα σπουδή, τούτη δω:



Ισοπαλία

Προσπαθήστε να τη λύσετε. Τότε, θυμάμαι, τα είχα καταφέρει. Στο τέλος μου φανέρωσε, με έκδηλη ικανοποίηση, ότι ο ίδιος ήταν ο συνθέτης. Εντυπωσιάστηκα. Μου έδωσε κι άλλες δικές του σπουδές, κάποιες αδημοσίευτες, μερικές υπό κατασκευή. Μου είχε αποκαλυφθεί ένα άλλο πρόσωπο του Κυριάκου, απ’ αυτό του μονομανή λύτη. Διαπίστωνα ότι γνώριζα ελάχιστα πράγματα για τον άνθρωπο που έστεκε με τις ώρες πάνω από ένα τσαλακωμένο κομμάτι χαρτί κινώντας το σώμα του αενάως μπρος και πίσω, μπρος και πίσω. Έτσι άρχισα να ρωτάω ξεθαρρεμένος όλο και περισσότερα σε σημείο να γίνομαι αγενής και φορτικός. Ήταν όμως τέτοια η περιέργειά μου που στο τέλος άλωσε τη συστολή του. Ναι, τη συστολή του, απέναντι στο αμούστακο που ήμουν τότε. Γιατί ο Κυριάκος ο Φραγκούλης υπήρξε ένας σημαντικός σκακιστικός συνθέτης, από τους ελάχιστους που είχαμε στην Ελλάδα. Διατηρούσε αλληλογραφία με τα μεγαλύτερα σκακιστικά περιοδικά και ήταν συνδρομητής σε καμιά δεκαριά απ’ αυτά, όλων των γλωσσών.


Όταν κάποια μέρα γρίπιασε και, με τη μεσολάβηση του πατέρα μου, μου επέτρεψε να τον επισκεφτώ για πρώτη φορά στο σπίτι του, είδα ατελείωτες στοίβες περιοδικών, έναν πραγματικό θησαυρό που κειτόταν στο πάτωμα, στα παλιά έπιπλα, σε σκονισμένα ράφια, σε μπαούλα, ακόμα και στην κουζίνα. Και βιβλία. Και χαρτιά με σημειώσεις, προχειρογραμμένα. Ήταν ποίηση. Γιατί ο τότε σκακιστικός μέντοράς μου, ήταν και ποιητής και μάλιστα τόσο αξιόλογος που ποίημά του είχε συμπεριληφθεί σε μια ανθολογία Λευκαδιτών ποιητών, ενώ άλλα είχαν δημοσιευτεί στα περιοδικά «Πάλι», «Χάρτης» και «London Magazine». Δε θυμάμαι πια ποιους στίχους του ακούμπησαν τα δάχτυλά μου. Ίσως όμως και να’ ταν ετούτοι:

«Δεν είμαι εκείνος που γνώρισες…
Υπάρχω μόνο σε νύχτες κομματιασμένες
Ή στις κρυψώνες μιας ασυλλόγιστης μέρας
Ελάχιστης σαν τον ουρανό.
Κι όμως φοβάμαι, θα με συναντήσεις
Ακολουθώντας την έμπνευση του ανέμου
Ψηλαφώντας τον ειρμό της βροχής
Έχω ένα βλέμμα μεταμφιεσμένο
Κι όμως, φοβάμαι, θα μ’ αναγνωρίσεις
Ανεβαίνοντας πάλι το ύψος της ακάνθινης προσδοκίας».

Λες κι εκείνη η επίσκεψή μου είχε αποσύρει ένα βαρύ παραπέτασμα, έκτοτε άρχισε να μου μιλάει όλο και περισσότερο για τον εαυτό του. Έμαθα για την, απροσδιόριστη ως τότε, ηλικία του (είχε γεννηθεί το 1935), για τις σπουδές του στην Ιατρική Θεσσαλονίκης τις οποίες διέκοψε απότομα, αφού λύγισε ψυχικά κάτω από την πίεση του διαβάσματος –ίσως και άλλων παραγόντων-, για τη φιλία του με τον Νάνο Βαλαωρίτη και την επιρροή του σουρεαλισμού στα ποιήματά του, ακόμα και για το κρυφό του πάθος, την χαρτοπαιξία. Το τελευταίο με είχε αφήσει ενεό! Που να φανταστώ ότι τις φορές που τον συναντούσα απρόσμενα τα χαράματα, οδεύοντας προς τη στάση του λεωφορείου, αυτός επέστρεφε από το τραπέζι της πόκας! Έως τότε πίστευα ότι επρόκειτο για πρωινούς περιπάτους, ή ίσως κάποια άγρυπνα βράδια…

Κάμποσες φορές μετά μου έκανε το τραπέζι, ιδίως όταν η νυχτερινή τύχη του χαμογελούσε, πράγμα καθόλου σπάνιο. Αυτό μάλλον ήταν και ο μόνος βιοπορισμός του, αν και προς το τέλος είχε νοικιάσει και κάποιο ακίνητο. Όμως όλα αυτά δεν είχαν σημασία. Μεγαλύτερη σημασία γι’ αυτόν έμοιαζε να έχει η εκούσια μοναξιά του. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που μου είχε ζητήσει, έτσι, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, στη μέση μιας κουβέντας, να τον αφήσω μόνο του, παρέα με ένα ποτήρι μπύρα και ένα διάγραμμα, ή πίνοντας καφέ και κοιτώντας θολά προς το νησάκι της Αγίας Κυριακής. Θύμιζε τότε στ’ αλήθεια «αρχαίο ιεροφάντη», όπως τον περιέγραψε η φίλη του, συγγραφέας Ελένη Λαδιά, ή πάλι «τμήμα ενός βράχου ή διακόσμηση μιας ξύλινης πόρτας», δεμένος με το τοπίο, κι όμως τόσο απόμακρος. Μερικές φορές σκιαζόμουν πως η μοναχικότητα δεν ήταν για τον Κυριάκο καταφύγιο από τον έξω κόσμο, μα ο ίδιος ο έξω κόσμος.

«(…)Ποιος μπόρεσε πριν από σένα
Να προχωρήσει μες την ανώνυμη ομορφιά;
Τουλάχιστον εγκαταλείψου χωρίς πικρία
Σαν ένα κύμα που επιστρέφει στο κύμα
Σαν ένας ήχος παράλληλος εκείνων
Που κανείς δε μπόρεσε να τους μιλήσει
Μες στην καταχνιά
Έτσι μονάχος».

Μου πήρε κάμποσο για να καταλάβω πως τον θαύμαζα. Αναρωτιόμουν συνάμα πως ένας τόσο έξυπνος και δημιουργικός άνθρωπος έστεκε απόμερα από τους πολλούς. Γιατί οι πολλοί τον παραμέριζαν, όπως παραμερίζεις κάτι που δεν καταλαβαίνεις. Τι κίνδυνο αντιπροσώπευε γι’ αυτούς ένας εκκεντρικός καλλιτέχνης; Ίσως τον κίνδυνο που ένιωσε ο συνθέτης σπουδών Κασπαριάν. Ο Κυριάκος ήξερα ότι έστελνε σπουδές σε ρωσικά –μεταξύ άλλων- περιοδικά όπως το «Σαχμάτυ». Έχω στα χέρια μου επιστολή του Κουζνέτσοβ που χαιρετάει στο πρόσωπό του τον πρώτο Έλληνα συνθέτη σπουδών. Δεν γνώριζα όμως πως είχε κι έναν άλλο δαίμονα στο σκακιστικό ταγάρι του, αυτόν της καταστροφής των σπουδών. Το έμαθα όταν μου έδειξε περιχαρής την ανασκευή μιας βραβευμένης σπουδής του Κασπαριάν. Είχε λέει τρυπήσει δύο ακόμα σπουδές του συνθέτη στο παρελθόν, και μιλάμε για ένα παρελθόν χωρίς σιλικονούχα τέρατα. Τελικά δεν έμελλε να γίνει. Πήρε δύο μήνες αγωνίας στον Αρμένιο γίγαντα για να την σώσει με εκπληκτικό τρόπο. Έχω στο αρχείο μου και την επιστολή του Κασπαριάν προς τον Κυριάκο, όπου με έκδηλη ανακούφιση ανασκευάζει την ανασκευή. Όμως κατάλαβα πως το ανήσυχο πνεύμα του Νυδριώτη δεν ικανοποιούταν με την ομορφιά, παρά μόνο με την τελειότητα. Κι αυτός ήταν κι ένας από τους λόγους που τον βύθιζαν από καιρό σε καιρό στο πηγάδι της αποξένωσης.

Είχα πλέον επιτύχει στις Πανελλήνιες και θα έφευγα για την Αθήνα, όταν ενέδωσε απρόσμενα στη χλιαρή μου προτροπή και παίξαμε για πρώτη και τελευταία φορά σκάκι. Δεν ήταν κακός παίκτης, μα σε λίγο άρχισε να κουνάει ανόρεχτα τα κομμάτια, να αδιαφορεί για τις απειλές, να δείχνει ενοχλημένος από την ένταση. Κοιτούσα περισσότερο αυτόν παρά τη σκακιέρα. Κατανοούσα ότι ήθελε να μου κάνει ένα δώρο για την επιτυχία μου και δεν έβρισκε άλλο τρόπο. Όμως έβλεπα και ότι αυτό του στοίχιζε πολύ, γιατί αναγκαζόταν να γίνει πεζός, ο πραγματιστικός κόσμος της σκακιέρας τον εξαντλούσε, τον κατέθλιβε. Κάποια στιγμή δεν άντεξε άλλο και πρότεινε ισοπαλία σε μια περίπλοκη θέση. Με είδε με ανακούφιση να κλείνω τη σκακιέρα. Αστραπιαία έβγαλε από την τσέπη του ένα κιτρινισμένο φύλλο εφημερίδας : «Πολύ καλό κλειδί!» είπε με μάτια που άστραφταν και μου πάσαρε το τριάρι.



Κρατήσαμε τηλεφωνική επαφή, μα μόνο τα καλοκαίρια, κι έκανα χρόνια να τον ξαναδώ. Χαίρομαι ωστόσο που τον έφερα σε επαφή με τα «Δρώμενα» και τον Αντρέα. Όταν χτύπησε το φοιτητικό μου τηλέφωνο στον Πειραιά, εξεπλάγην που άκουσα τη φωνή του. «Είμαι στην Αθήνα. Κάνω χημειοθεραπείες. Έχω καρκίνο», μου είπε τόσο απλά, όσο θα έλεγε κάποιος ότι βγήκε για ψώνια. Κι αμέσως πήρε να μου υπαγορεύει μια θέση από σπουδή:



Ισοπαλία 

Δεν τον επισκέφτηκα τις τελευταίες του μέρες στο νοσοκομείο, το Νοέμβρη του ‘97. Δεν ξέρω γιατί. Οι ασχολίες μου, τα διαβάσματα, η εξεταστική, δεν είναι επαρκής δικαιολογία. Ίσως ήταν που δεν ήθελα να δω τα κεριά των γαλάζιων ματιών του να σβήνουν. Ίσως ήθελα να κρατήσω στη μνήμη μου την ενάργεια του πνεύματός του, κι αυτά που συνειδητοποιούσα πως μου είχε απλόχερα χαρίσει χωρίς να το ζητήσω και χωρίς ανταπόδοση. Εντούτοις, σέρνω ακόμα πίσω μου εκείνες τις ερινύες. Είναι αυτές που δε μου επέτρεψαν ακόμα να επισκεφτώ τα βιβλία και τα περιοδικά του, αυτά που χάρισαν οι οικείοι του στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Λευκάδας. Ίσως και να’ ναι αυτός ο λόγος που γράφω τούτες τις γραμμές, για να τις ξορκίσω. Ξέρω όμως πια ότι αυτό θα γίνει σύντομα. Και κάπου εκεί θα ψηλαφήσω ξανά, μετά από αιώνες την παρουσία του. Και ίσως κάτι από τη ανεξάντλητη δίψα για την απόλυτη ομορφιά που του στοίχειωνε τη ζωή.


«Διασχίζοντας των ανέμων την ευφορία
Ώριμα στάχυα του ήλιου
Εδώ που κύλησαν οι ίσκιοι
Στην αλληλουχία της μοναξιάς
Στα δάχτυλα που ξερίζωσε ο καιρός
Απαριθμώ τα δάκρυά μου
Ελεύθερος ως απόμεινα με το στίγμα
Των ερειπίων του φωτός
Να ιδρύσω μια άλλη δίψα».

Υ.Γ. Λύσεις σπουδών

1) 1.Ne4, Nd2 2.Nd6!, c4 3.a7!, Bxa7 4.Nxc4!, Nxc4 5.Ka6, B~ / ΠΑΤ.

2) 1.g7!, Nh6! 2.Bxh6, Bc7+ 3.Kh1!!, Rb1+ 4.Bc1!, Rb8 5.Bf4!, Bxf4 6.g8Q, Rxg8 / ΠΑΤ.

(Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο http://www.skakistiko.com/)

Τρίτη 30 Αυγούστου 2011

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ



Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ
«Το σκάκι είναι πνευματικό βασανιστήριο» δήλωσε κάποτε ο ίδιος ο Κασπάροβ. Γιατί τότε να ασχοληθεί κανείς με το σκάκι; θα ρωτούσε εύλογα κάποιος (και, πιστέψτε με, είναι πολλοί αυτοί οι «κάποιοι»). Για την πολυπλοκότητά του, για την απειροσύνη του, θα μπορούσαμε ίσως να απαντήσουμε.

Πράγματι, τα λευκά στην πρώτη τους κίνηση έχουν 20 διαφορετικές επιλογές, όσες και τα μαύρα. Άρα μετά την πρώτη και μόνο κίνηση λευκών και μαύρων μπορούν να προκύψουν 400 διαφορετικές θέσεις! Σε μια μέτρια παρτίδα, π.χ. 40 κινήσεων, οι διαφορετικές δυνατές θέσεις είναι κάπου 10^120, ένας ασύλληπτος αριθμός, πολύ μεγαλύτερος από τους κόκκους της άμμου ολάκερης της γης, πολύ μεγαλύτερος ακόμα κι από τον αριθμό των αστρικών σωμάτων από το Big Bang μέχρι σήμερα!

- Εντούτοις, μολονότι τα αριθμητικά δεδομένα είναι εντυπωσιακά, στην πραγματικότητα δεν είναι εκείνα που ασκούν την γοητεία στο καλύτερο παιχνίδι που έχει εφεύρει ο ανθρώπινος νους. Είναι αυτή η μάχη του πνεύματος, η σύγκρουση των θεωριών και όσες αρετές καλλιεργούνται απ’ αυτή την άυλη πάλη στις οποίες οφείλει μεγάλο μέρος του μαγνητισμού του. Αρετές όπως η ανάπτυξη της συνδυαστικής σκέψης και της μνήμης, της υπομονής και της μαχητικότητας, της ανάλυσης και της αποφασιστικότητας, της επιμονής και της λογικής, της γνώσης και της φαντασίας, της εξυπνάδας και της στρατηγικής, της αγωνιστικότητας και της προνοητικότητας.

Ακόμα περισσότερο, είναι το γεγονός ότι σε οδηγεί σε κατανόηση και ανασκευή των λαθών σου. Στο σκάκι δεν φταίει κάποιος άλλος για την ήττα. Δεν ευθύνεται το γήπεδο, η μπάλα ή ο διαιτητής. Φταίμε εμείς οι ίδιοι που σφάλουμε και πρέπει να κάνουμε την αυτοκριτική μας για να βελτιωθούμε και να εκριζώσουμε τα στοιχεία του χαρακτήρα μας που εμποδίζουν την πρόοδό μας. Κι αυτό είναι ένα ευεργετικό μάθημα ζωής.

- Όλα αυτά, οδήγησαν λαμπρά πνεύματα, μεγάλες ιστορικές προσωπικότητες στο να ασχοληθούν φανατικά με το σκάκι. Θα αναφέρω ορισμένους ενδεικτικά: Θερβάντες, Μότσαρτ, Ντιντερό, Ρουσώ, Βολταίρος, Σαίξπηρ, Γκαίτε, Πασκάλ, Μέντελσον, Μ. Ναπολέοντας, Σοπέν, Βενιαμίν Φραγκλίνος, Μεντελέγιεβ, Ντοστογιέβσκι, Τολστόι, Σολόχοβ, Πάστερνακ, Μαρξ, Τέσλα, Τρότσκι, Λένιν, Μπέργκμαν, Χάμφρι Μπόγκαρντ, Μαρσέλ Ντυσάν, Τσάρλι Τσάπλιν και Τσε Γκεβάρα.

- Είναι αλήθεια ότι ο σοσιαλισμός έριξε σημαντικό βάρος στην ανάπτυξη και διάδοση του σκακιού. Κατά την περίοδο του ψυχρού πολέμου οι Δυτικοί ισχυριζόντουσαν ότι έφταιγε ο βαρύς ρωσικός χειμώνας που κρατούσε τους ανθρώπους στο σπίτι, ώστε να δικαιολογήσουν την αλματώδη ανάπτυξή του στην ΕΣΣΔ. Αυτό βέβαια ακούγεται -και είναι- κάπως γελοίο. Η ανάπτυξη του σκακιού είχε να κάνει με την σημασία που έδιναν οι κομουνιστές στην πνευματική αυτή ενασχόληση, που είναι μαζί άθλημα, επιστήμη και τέχνη, όπως επισήμανε κάποτε ο Κάρποβ. Και ο ίδιος ο Τσε, υπουργός Βιομηχανίας της Κούβας τότε, είχε δηλώσει σε έναν μετρ του σκάκι: «Ξέρετε σύντροφε Πάχμαν, δεν μου αρέσει και πολύ που είμαι υπουργός. Θα προτιμούσα να είμαι σκακιστής σαν κι εσάς ή να κάνω μια επανάσταση στη Βενεζουέλα!».

- Ο Τσε δεν αστειευόταν. Τα 64 τετράγωνα είναι ένα σύμβολο, ένα καθρέφτισμα της ταξικής πάλης. Είναι μια σύγκρουση ιδεών, μια μάχη άσπρου και μαύρου, μα και μια μάχη διαφορετικών κοσμοθεωριών. Αυτή που θα επικρατήσει είναι όποια εκμεταλλευτεί τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα. Την ακατάπαυστη προσπάθεια, τον μετασχηματισμό της θεωρίας σε πράξη, την ιστορική γνώση, την εφευρετικότητα, την μαζικότητα στην επίθεση, την αλληλοβοήθεια των δυνάμεων. Κι αυτά αναδεικνύουν ένα ακόμα βαθύτερο επίπεδο κατανόησης του σκακιού, ίσως το πιο σημαντικό: εκείνο που παραλληλίζει το σκάκι με τη ζωή, την συμπλοκή των κομματιών με την κοινωνική πάλη, τη συνεργασία τους με την αλληλεγγύη, τις κινήσεις στα τετράγωνα με το πολύπλοκο δίκτυο των ανθρώπινων σχέσεων και διεκδικήσεων.

- Όλα αυτά με τη σειρά τους απαιτούν, τόσο από τον σκακιστή όσο κι από τον αγωνιστή, εγρήγορση, μόρφωση και κριτική σκέψη. Δες τε το αλλιώς: Το σκάκι είναι ένα πραγματικό λαϊκό άθλημα, ίσως το πιο φθηνό απ’ όλα. Αρκούν μερικά νομίσματα για να αγοραστεί μια σκακιέρα. Ίσως ούτε κι αυτά, δεδομένου ότι στην Μακρόνησο ο Ρίτσος έπαιζε σκάκι σε ένα αυτοσχέδιο ασπρόμαυρο χαρτόνι, πλάθοντας σβώλους ψωμιού σαν πιόνια. Γιατί όμως τότε το σκάκι δεν τυγχάνει πολύ πιο ευρείας απήχησης; Μα, ακριβώς γιατί είναι επικίνδυνο! Οι σύγχρονοι πολίτες πρέπει απλά να καταναλώνουν, όχι να σκέφτονται. Αν το σκάκι ήταν μέσο χειραγώγησης, να είστε βέβαιοι ότι θα εμπορευματοποιούταν και θα έμπαινε σε κάθε σπίτι δια της βίας, όπως η τηλεόραση, τα RPG βιντεοπαιχνίδια ή το facebook. Κάποιοι επιθυμούν ευνουχισμένα μυαλά για να τους υπηρετούν και το σκάκι -όσο κι αν ακουστεί παράδοξο- είναι μια μορφή αντίστασης και ανυπακοής.

- Σε μια δραματική περίοδο του πλανήτη, όπου η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου πασχίζει να ισοπεδώσει, να συντρίψει κάτω από τις οικονομικές της ερπύστριες όλες τις αξίες της ισότητας, της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης, της ανθρωπιάς, της συναδέλφωσης των λαών, της ποιότητας της ζωής, του κοινωνικού κράτους, σε μια περίοδο όπου έχει ποινικοποιηθεί η δράση και τα λόγια και θα ποινικοποιηθεί και η σκέψη, ο αγώνας στην εγχώρια και παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα προβάλει σαν επιτακτική ανάγκη, πριν προλάβουν και μας κάνουν ΜΑΤ.

- Επιπλέον, δεν αρκεί η άμυνα. Η ανατροπή απαιτεί αντεπίθεση. Με σχέδιο, με όραμα, με ακριβείς κινήσεις, με συνεργασίες για την τελική νίκη. Αυτό εντέλει σαλπίζει το σκάκι. Τον αγώνα και όχι την απόσυρση. Την δράση και όχι την τυφλή υπακοή. Και είναι τούτο ένα μάθημα πολύτιμο. Γιατί, όπως είχε πει κι ένας διάσημος Ρώσος μετρ, ο Ταρτακόβερ: «Κανείς ποτέ δεν κέρδισε την παρτίδα που εγκατέλειψε».

(Από ομιλία μου στο φεστιβάλ της ΚΝΕ-Οδηγητή στη Λευκάδα, όπου έδωσα και ένα μίνι- σιμουλτανέ).

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΟ ΑΜΜΟ


112 χρόνια συμπληρώθηκαν από την γέννηση του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, της εμβληματικής αυτής φυσιογνωμίας των γραμμάτων, του συγγραφέα του ονειρικού και ποιητή των λαβυρίνθων. Του τυφλού βιβλιοθηκάριου που άλλαξε την παγκόσμια λογοτεχνία, ίσως όσο κανείς άλλος. Κι αν αυτό φαίνεται υπερβολικό, διαβάστε τη συλλογή «Άλεφ», το «Φούνες ο Μνήμων», το «Κόκκινο και Γαλάζιο» ή το «Ρόδο του Παράκελσου» και θα μπείτε κι εσείς στο λαβύρινθό του. Γιατί ο Μπόρχες είναι ένα σύμπαν ολάκερο. Τι λέω; Ο Μπόρχες είναι πολλά σύμπαντα μαζί. Ο λόγος του είναι σαν σπείρες σε πηνίο κυκλικό, που δεν έχει αρχή, ούτε τέλος. Και που δεν ξέρεις αν μπορεί να σε ευεργετήσει ή να σε σκοτώσει. Ασφαλώς τα μπορεί και τα δύο. Και είναι απίστευτος ο κυνισμός με τον οποίο σε αφήνει να πάρεις εσύ την απόφαση.



Αναδημοσιεύουμε σήμερα το διήγημά του «Το βιβλίο από άμμο» σε μετάφραση –φυσικά- Αχιλλέα Κυριακίδη.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΟ ΑΜΜΟ

(Διήγημα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Μετάφραση: Α. Κυριακίδης)

…thy rope of sands…
Τζορτζ Χέρμπερτ (1593-1633)

Η γραμμή αποτελείται από έναν άπειρο αριθμό σημείων το επίπεδο, από έναν άπειρο αριθμό γραμμών ο όγκος, από έναν άπειρο αριθμό επιπέδων ο υπέρ-όγκος, από έναν άπειρο αριθμό όγκων… Όχι – ασφαλώς και δεν πρέ­πει έτσι, more geometrico, να ξεκινήσω την αφήγησή μου. Η διαβεβαίω­ση ότι είναι αληθινή, έχει καταντήσει σήμερα εκ των ων ουκ άνευ για κάθε φανταστική ιστορία· η δική μου, ωστόσο, είναι αληθινή.

Ζω μόνος, στον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας στην οδό Μπελγράνο. Ένα απόβραδο, εδώ και λίγους μήνες, άκουσα να χτυπούν την πόρτα μου. Άνοιξα, και μπήκε ένας άγνωστος. Ήταν ψηλός, με ουδέτερα χαρακτηριστικά (αν και ίσως φταίει η μυωπία μου που τα είδα έτσι). Η όλη του εμφάνιση πρόδιδε μια αξιοπρεπή πενία. Φορούσε γκρίζα και κρατούσε μια βαλίτσα γκρίζα. Αμέσως κατάλαβα πως ήταν ξένος. Στην αρχή, τον πήρα για ηλικιωμένο. Στη συνέχεια διαπίστωσα πως με είχαν ξεγελάσει τα αραιά, ξανθ­ά, σχεδόν λευκά μαλλιά του, όπως έχουν οι Σκανδιναβοί. Στη διάρκεια της κουβέντας μας, που δεν κράτησε ούτε μία ώρα, έμαθα πως καταγόταν από τις Ορκάδες.

Του πρόσφερα κάθισμα. Ο άντρας άφησε να περάσει μια στιγμή πριν μιλήσει. Ανέδιδε μελαγχολία, όπως εγώ σήμερα. «Πουλάω Βίβλους» μου είπε. Με κάποια καυχησιά, του απάντησα:

«Έχω εδώ πολλές αγγλικές Βίβλους, περιλαμβανομένης και της πρώτης, αυτής του Τζον Ουίκλιφ. Έχω επίσης τη Βίβλο του Θιπριάγο ντε Βαλέρα, αυτήν του Λουθήρου που, από λογοτεχνική άποψη, είναι η χειρότερη, κι ένα λατινικό αντίτυπο της Βουλγάτας. Όπως βλέπετε, μόνο οι Βίβλοι δε μου λείπουν». Έγινε μια παύση, και επανήλθε:
«Δεν πουλάω μόνο Βίβλους. Μπορώ να σας δείξω ένα ιερό βιβλίο που ίσως σας ενδιαφέρει. Το αγόρασα έξω απ’ το Μπίκανερ». Το έβγαλε από τη βαλίτσα του και το ακούμπησε στο τραπέζι. Ήταν ένας τόμος in octavo, ντυμένος με πανί. Πρέπει να ‘χε περάσει από πολλά χέ­ρια. Το σήκωσα, με ξάφνιασε το ασυνήθιστο βάρος του. Στη ράχη διάβασα Holy Writ, κι από κάτω, Bombay.

«Πρέπει να ναι του 19ου» παρατήρησα.

«Δεν ξέρω. Δεν το ‘μαθα ποτέ» ήταν η απάντησή του.

Το άνοιξα στην τύχη. Οι χαρακτήρες μου ήταν άγνωστοι. Στις σελίδες, που μου φάνηκαν φθαρμένες και δείγματα φτωχής τυπογραφίας, το κείμε­νο ήταν τυπωμένο δίστηλο, όπως στις Βίβλους, κι ήταν πυκνό και χωρισμέ­νο σε εδάφια. Στην πάνω γωνία των σελίδων υπήρχαν αραβικοί αριθμοί. Την προσοχή μου τράβηξε το γεγονός ότι μια σελίδα έφερε, ας πούμε, τον αριθμό 40514, και η αμέσως επόμενη μονή της, τον αριθμό 999. Τη γύρισα· ο αριθμός της πίσω σελίδας ήταν οκταψήφιος. Ήταν κοσμημένη με μια μικρή εικόνα, όπως βλέπουμε στα λεξικά: μια άγκυρα ζωγραφισμένη με πενάκι, σαν απ’ το αδέξιο χέρι ενός παιδιού.

Και τότε ήταν που μου είπε ο άγνωστος:

«Κοιτάξτε την καλά την άγκυρα. Δε θα την ξαναδείτε ποτέ πια».

Υπήρχε μια απειλή μέσα σ’ αυτή τη φράση, αλλά όχι στη φωνή.

Εντόπισα τη θέση της σελίδας στο βιβλίο κι έκλεισα τον τόμο. Τον ξα­νάνοιξα αμέσως. Μάταια έψαξα να βρω την άγκυρα, σελίδα προς σελίδα. Για να κρύψω την ταραχή μου, του είπα:

«Πρόκειται για μια εκδοχή της Αγίας Γραφής σε μια από τις ινδικές γλώσ­σες – έτσι δεν είναι;»

«Όχι» μου απάντησε.

Ύστερα, χαμήλωσε τη φωνή του σαν να ‘θελε να μου εξομολογηθεί ένα μυστικό:

«Το αγόρασα σ’ ένα χωριό του κάμπου, για λίγες ρουπίες και μία Βίβλο. Αυ­τός που το είχε, δεν ήξερε να διαβάζει. Φαντάζομαι πως πήρε το Βιβλίο των Βιβλίων για φυλαχτό. Ανήκε στην κατώτατη κάστα, όποιος πατούσε τον ίσκιο του, μολυνόταν. Μου είπε πως το βιβλίο του λεγόταν Βιβλίο από Άμμο, για­τί ούτε το βιβλίο ούτε η άμμος έχουν αρχή ή τέλος».

Μου ζήτησε να βρω το πρώτο φύλλο.

Έβαλα το αριστερό μου χέρι στο εξώφυλλο κι άνοιξα τον τόμο, με τον αντίχειρα σχεδόν κολλημένο στο δείκτη. Όσο κι αν προσπάθησα, πάντα πα­ρεμβάλλονταν φύλλα ανάμεσα στο εξώφυλλο και το χέρι μου θαρρείς κι ανέβλυζαν απ’ το βιβλίο.

«Τώρα βρείτε το τελευταίο.»

Η ίδια αποτυχία κι εγώ δεν ξέρω πώς μπόρεσα να τραυλίσω με μια φω­νή που δεν ήταν η δική μου: «Δεν είναι δυνατόν».

Ο πωλητής των Βίβλων, πάντα χαμηλόφωνα, μου είπε: «Δεν είναι δυνατόν, κι όμως είναι. Ο αριθμός των σελίδων αυτού του βι­βλίου είναι, ακριβώς, άπειρος. Καμιά σελίδα δεν είναι η πρώτη, καμιά δεν είναι η τελευταία. Δεν ξέρω γιατί είναι αριθμημένες τόσο αυθαίρετα. Ίσως για να μας δώσουν να καταλάβουμε πως οι όροι μιας άπειρης σειράς επι­δέχονται οποιονδήποτε αριθμό».

Και, σαν να σκεφτόταν μεγαλόφωνα, πρόσθεσε:
«Αν ο χώρος είναι άπειρος, βρισκόμαστε σ’ ένα οποιοδήποτε σημείο του χώρου. Αν ο χρόνος είναι άπειρος, βρισκόμαστε σ’ ένα οποιοδήποτε σημείο του χρόνου».

Οι απόψεις του με εκνεύρισαν.

«Θρησκεύεστε ασφαλώς, ε;» τον ρώτησα.

«Ναι· είμαι πρεσβυτεριανός. Η συνείδησή μου είναι ήσυχη. Είμαι βέβαι­ος πως δεν εξαπάτησα τον ιθαγενή όταν του έδωσα το Λόγο του Κυρίου για να πάρω το διαβολικό βιβλίο του.»

Τον διαβεβαίωσα πως κανείς δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει για τί­ποτα, και τον ρώτησα αν ήταν περαστικός απ’ τα μέρη μας. Μου αποκρίθηκε πως δε θ’ αργούσε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Τότε ήταν που έμαθα πως ήταν Σκότος, από τις Ορκάδες. Του είπα πως αγαπούσα πολύ τη Σκοτία εξαιτίας του Στίβενσον και του Χιούμ.

«Και του Ρόμπι Μπερνς» με διόρθωσε.

Ενόσω μιλούσαμε, εγώ συνέχιζα να ξεφυλλίζω το άπειρο βιβλίο.

«Σκοπεύετε να προσφέρετε αυτό το περίεργο αντικείμενο στο Βρετανι­κό Μουσείο;» τον ρώτησα, δήθεν αδιάφορα.

«Όχι. Το προσφέρω σ’ εσάς» μου αποκρίθηκε και είπε μια υπέρογκη τιμή.

Του απάντησα, με κάθε ειλικρίνεια, πως αυτό το ποσό ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνατότητές μου, κι έμεινα σκεπτικός. Μετά από λίγα λεπτά, είχα καταστρώσει το σχέδιό μου.

«Σας προτείνω μια ανταλλαγή» του είπα. «Εσείς αποκτήσατε αυτόν τον τόμο για λίγες ρουπίες και την Αγία Γραφή εγώ σας προσφέρω το ποσό της σύνταξής μου που μόλις εισέπραξα, και τη Βίβλο του Ουίκλιφ σε γοτθι­κούς χαρακτήρες. Την κληρονόμησα από τους γονείς μου.»

Πήγα στο υπνοδωμάτιο μου και γύρισα με το βιβλίο και τα χρήματα. Το ξεφύλλισε και εξέτασε με το πάθος του βιβλιόφιλου τη σελίδα με τον ψευδότιτλο.

«Σύμφωνοι» μου είπε.

Μου έκανε εντύπωση το ότι δεν διαπραγματεύτηκε καθόλου. Αργότερα έμελλε να καταλάβω ότι είχε έρθει σ’ εμένα αποφασισμένος να πουλήσει το βιβλίο. Χωρίς καν να τα μετρήσει, έβαλε τα χαρτονομίσματα στην τσέπη του.

Μιλήσαμε για την Ινδία, για τις Ορκάδες και για τους νορβηγούς γιαρλ που τις κυβερνούσαν. Όταν ο άνθρωπος έφυγε, είχε νυχτώσει. Δεν τον ξαναείδα ποτέ, κι ούτε ξέρω το όνομά του.

Σκέφτηκα να τοποθετήσω το Βιβλίο από Άμμο στο κενό που είχε αφή­σει η Βίβλος του Ουίκλιφ, αλλά, τελικά, αποφάσισα να το κρύψω πίσω από κάτι παράταιρους τόμους των Χιλίων και μιας νυχτών.

Ξάπλωσα, αλλά δεν κοιμήθηκα. Γύρω στις τρεις-τέσσερις τα ξημερώμα­τα, άναψα το φως. Ξαναπήρα στα χέρια μου το αδιανόητο βιβλίο κι έπια­σα να το ξεφυλλίζω. Σε μια σελίδα είδα το χαρακτικό μιας μάσκας. Στην πά­νω γωνία υπήρχε ένας αριθμός, δε θυμάμαι πια ποιος, υψωμένος στην ενά­τη δύναμη.

Δεν έδειξα σε καθέναν το θησαυρό μου. Στην ευτυχία της κατοχής του ήρ­θαν να προστεθούν: πρώτα ο φόβος μη μου τον κλέψουν, κι ύστερα η υποψία πως δεν ήταν όντως άπειρος. Αυτές οι δύο έγνοιες επέτειναν την παλιά μισανθρωπία μου. Μου είχαν μείνει λίγοι φίλοι· έπαψα να τους βλέπω. Αιχμά­λωτος του βιβλίου, δεν έβγαινα έξω σχεδόν καθόλου. Εξέτασα με μεγεθυντι­κό φακό τη φθαρμένη ράχη και τα εξώφυλλα, και απέκλεισα το ενδεχόμενο να υπήρχε κάποιο τέχνασμα. Διαπίστωσα πως οι μικρές εικόνες απείχαν με­ταξύ τους δύο χιλιάδες σελίδες. Τις σημείωσα σ’ ένα αλφαβητικό ευρετήριο που δεν άργησε να γεμίσει. Δεν ξαναεμφανίστηκαν ποτέ. Τη νύχτα, στα σπά­νια διαλείμματα που μου παραχωρούσε η αϋπνία, ονειρευόμουν το βιβλίο.

Το καλοκαίρι έφτανε στο τέλος του όταν κατάλαβα ότι το βιβλίο ήταν τε­ρατώδες. Σε τίποτα δε με ωφέλησε η σκέψη ότι εξίσου τερατώδης ήμουν κι εγώ, που το έβλεπα με μάτια και το άγγιζα με δέκα δάχτυλα με νύχια. Ένιω­σα πως ήταν ένα αντικείμενο εφιαλτικό, ένα πράγμα χυδαίο που δυσφημού­σε και διέβρωνε την πραγματικότητα.

Σκέφτηκα να το κάψω, αλλά φοβήθηκα ότι το κάψιμο ενός άπειρου βι­βλίου μπορεί να αποδεικνυόταν εξίσου άπειρο και, με τον καπνό του, να οδη­γούσε τον πλανήτη σε ασφυξία.

Θυμήθηκα κάτι που είχα διαβάσει: πως το καλύτερο μέρος για να κρύ­ψεις ένα φύλλο, είναι το δάσος. Πριν πάρω τη σύνταξή μου, εργαζόμουν στην Εθνική Βιβλιοθήκη που στεγάζει εννιακόσιες χιλιάδες βιβλία· ξέρω πως, δεξιά της εισόδου, μια ελικοειδής σκάλα κατεβαίνει στο υπόγειο όπου φυλάσσονται οι εφημερίδες και οι χάρτες. Εκμεταλλεύτηκα μια στιγμιαία απροσεξία των υπαλλήλων κι έχωσα το Βιβλίο από Άμμο σ’ ένα απ’ τα μου­χλιασμένα ράφια. Προσπάθησα να μη προσέξω ούτε σε ποιο ύψος, ούτε σε πόση απόσταση απ’ την πόρτα.

Έχω ανακουφιστεί κάπως, αλλά δε θέλω ούτε να περνάω απ’ την οδό Μέχικο.

(Πηγή: www.skakistiko.com)

Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

Καμ-μπακ και σιμουλτανέ στο Μεγανήσι


Μη φοβάστε (ή μη χαίρεστε), δεν πέθανα ακόμα.

Απλά ο φόρτος εργασίας ήταν απίστευτος, τα παιδιά μεγαλώνουν, Δήμος, διάφορα, κι έτσι άφησα το ιστολόγιο να μαραζώσει. Τελοσπάντων. Θέλω να ευχαριστήσω όλους τους καλοκαιρινούς επισκέπτες του νησιού που ήρθαν και με βρήκαν στο φαρμακείο για να μου πουν καλά λόγια για τα βιβλία μου και να μάθουν πότε ετοιμάζω το τρίτο. Να ευχαριστήσω και τους φίλους συγγραφείς που μου έστειλαν τα νέα δικά τους, θα κάνω κάποιες παρουσιάσεις εν καιρώ. Κατά τα άλλα η χώρα πάει κατά διαόλου, διότι είναι δεμένη στο άρμα όσων επιλέγουν τον δρόμο που πάει στην Κόλαση (όχι με την θεολογική ή τη νιτσεϊκή έννοια). Όλοι εμφανίζονται αγανακτισμένοι, αρκετοί πραγματικά και δικαιολογημένα και μερικοί δήθεν. Οι "δήθεν" είναι όσοι θα βολεύονταν και με μια ημίμετρη λύση, αρκεί να μην τους θίγει πολύ οικονομικά,  και την ίδια στιγμή προτείνουν (δήθεν) να στηθούν κρεμάλες και λαιμητόμοι για όσους οι ίδιοι ψήφισαν και πιθανότατα θα ξαναψηφίσουν. Θα τα πούμε όμως εν καιρώ.

Δώσαμε και φέτος το καθιερωμένο simul μας, κι αυτή τη φορά το έδωσε ο υποφαινόμενος. Μια μικρή φωτό, περισσότερες εδώ. Α! Ανέβασαν και βίντεο!