Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφήγημα-βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφήγημα-βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΟ ΑΜΜΟ


112 χρόνια συμπληρώθηκαν από την γέννηση του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, της εμβληματικής αυτής φυσιογνωμίας των γραμμάτων, του συγγραφέα του ονειρικού και ποιητή των λαβυρίνθων. Του τυφλού βιβλιοθηκάριου που άλλαξε την παγκόσμια λογοτεχνία, ίσως όσο κανείς άλλος. Κι αν αυτό φαίνεται υπερβολικό, διαβάστε τη συλλογή «Άλεφ», το «Φούνες ο Μνήμων», το «Κόκκινο και Γαλάζιο» ή το «Ρόδο του Παράκελσου» και θα μπείτε κι εσείς στο λαβύρινθό του. Γιατί ο Μπόρχες είναι ένα σύμπαν ολάκερο. Τι λέω; Ο Μπόρχες είναι πολλά σύμπαντα μαζί. Ο λόγος του είναι σαν σπείρες σε πηνίο κυκλικό, που δεν έχει αρχή, ούτε τέλος. Και που δεν ξέρεις αν μπορεί να σε ευεργετήσει ή να σε σκοτώσει. Ασφαλώς τα μπορεί και τα δύο. Και είναι απίστευτος ο κυνισμός με τον οποίο σε αφήνει να πάρεις εσύ την απόφαση.



Αναδημοσιεύουμε σήμερα το διήγημά του «Το βιβλίο από άμμο» σε μετάφραση –φυσικά- Αχιλλέα Κυριακίδη.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΟ ΑΜΜΟ

(Διήγημα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Μετάφραση: Α. Κυριακίδης)

…thy rope of sands…
Τζορτζ Χέρμπερτ (1593-1633)

Η γραμμή αποτελείται από έναν άπειρο αριθμό σημείων το επίπεδο, από έναν άπειρο αριθμό γραμμών ο όγκος, από έναν άπειρο αριθμό επιπέδων ο υπέρ-όγκος, από έναν άπειρο αριθμό όγκων… Όχι – ασφαλώς και δεν πρέ­πει έτσι, more geometrico, να ξεκινήσω την αφήγησή μου. Η διαβεβαίω­ση ότι είναι αληθινή, έχει καταντήσει σήμερα εκ των ων ουκ άνευ για κάθε φανταστική ιστορία· η δική μου, ωστόσο, είναι αληθινή.

Ζω μόνος, στον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας στην οδό Μπελγράνο. Ένα απόβραδο, εδώ και λίγους μήνες, άκουσα να χτυπούν την πόρτα μου. Άνοιξα, και μπήκε ένας άγνωστος. Ήταν ψηλός, με ουδέτερα χαρακτηριστικά (αν και ίσως φταίει η μυωπία μου που τα είδα έτσι). Η όλη του εμφάνιση πρόδιδε μια αξιοπρεπή πενία. Φορούσε γκρίζα και κρατούσε μια βαλίτσα γκρίζα. Αμέσως κατάλαβα πως ήταν ξένος. Στην αρχή, τον πήρα για ηλικιωμένο. Στη συνέχεια διαπίστωσα πως με είχαν ξεγελάσει τα αραιά, ξανθ­ά, σχεδόν λευκά μαλλιά του, όπως έχουν οι Σκανδιναβοί. Στη διάρκεια της κουβέντας μας, που δεν κράτησε ούτε μία ώρα, έμαθα πως καταγόταν από τις Ορκάδες.

Του πρόσφερα κάθισμα. Ο άντρας άφησε να περάσει μια στιγμή πριν μιλήσει. Ανέδιδε μελαγχολία, όπως εγώ σήμερα. «Πουλάω Βίβλους» μου είπε. Με κάποια καυχησιά, του απάντησα:

«Έχω εδώ πολλές αγγλικές Βίβλους, περιλαμβανομένης και της πρώτης, αυτής του Τζον Ουίκλιφ. Έχω επίσης τη Βίβλο του Θιπριάγο ντε Βαλέρα, αυτήν του Λουθήρου που, από λογοτεχνική άποψη, είναι η χειρότερη, κι ένα λατινικό αντίτυπο της Βουλγάτας. Όπως βλέπετε, μόνο οι Βίβλοι δε μου λείπουν». Έγινε μια παύση, και επανήλθε:
«Δεν πουλάω μόνο Βίβλους. Μπορώ να σας δείξω ένα ιερό βιβλίο που ίσως σας ενδιαφέρει. Το αγόρασα έξω απ’ το Μπίκανερ». Το έβγαλε από τη βαλίτσα του και το ακούμπησε στο τραπέζι. Ήταν ένας τόμος in octavo, ντυμένος με πανί. Πρέπει να ‘χε περάσει από πολλά χέ­ρια. Το σήκωσα, με ξάφνιασε το ασυνήθιστο βάρος του. Στη ράχη διάβασα Holy Writ, κι από κάτω, Bombay.

«Πρέπει να ναι του 19ου» παρατήρησα.

«Δεν ξέρω. Δεν το ‘μαθα ποτέ» ήταν η απάντησή του.

Το άνοιξα στην τύχη. Οι χαρακτήρες μου ήταν άγνωστοι. Στις σελίδες, που μου φάνηκαν φθαρμένες και δείγματα φτωχής τυπογραφίας, το κείμε­νο ήταν τυπωμένο δίστηλο, όπως στις Βίβλους, κι ήταν πυκνό και χωρισμέ­νο σε εδάφια. Στην πάνω γωνία των σελίδων υπήρχαν αραβικοί αριθμοί. Την προσοχή μου τράβηξε το γεγονός ότι μια σελίδα έφερε, ας πούμε, τον αριθμό 40514, και η αμέσως επόμενη μονή της, τον αριθμό 999. Τη γύρισα· ο αριθμός της πίσω σελίδας ήταν οκταψήφιος. Ήταν κοσμημένη με μια μικρή εικόνα, όπως βλέπουμε στα λεξικά: μια άγκυρα ζωγραφισμένη με πενάκι, σαν απ’ το αδέξιο χέρι ενός παιδιού.

Και τότε ήταν που μου είπε ο άγνωστος:

«Κοιτάξτε την καλά την άγκυρα. Δε θα την ξαναδείτε ποτέ πια».

Υπήρχε μια απειλή μέσα σ’ αυτή τη φράση, αλλά όχι στη φωνή.

Εντόπισα τη θέση της σελίδας στο βιβλίο κι έκλεισα τον τόμο. Τον ξα­νάνοιξα αμέσως. Μάταια έψαξα να βρω την άγκυρα, σελίδα προς σελίδα. Για να κρύψω την ταραχή μου, του είπα:

«Πρόκειται για μια εκδοχή της Αγίας Γραφής σε μια από τις ινδικές γλώσ­σες – έτσι δεν είναι;»

«Όχι» μου απάντησε.

Ύστερα, χαμήλωσε τη φωνή του σαν να ‘θελε να μου εξομολογηθεί ένα μυστικό:

«Το αγόρασα σ’ ένα χωριό του κάμπου, για λίγες ρουπίες και μία Βίβλο. Αυ­τός που το είχε, δεν ήξερε να διαβάζει. Φαντάζομαι πως πήρε το Βιβλίο των Βιβλίων για φυλαχτό. Ανήκε στην κατώτατη κάστα, όποιος πατούσε τον ίσκιο του, μολυνόταν. Μου είπε πως το βιβλίο του λεγόταν Βιβλίο από Άμμο, για­τί ούτε το βιβλίο ούτε η άμμος έχουν αρχή ή τέλος».

Μου ζήτησε να βρω το πρώτο φύλλο.

Έβαλα το αριστερό μου χέρι στο εξώφυλλο κι άνοιξα τον τόμο, με τον αντίχειρα σχεδόν κολλημένο στο δείκτη. Όσο κι αν προσπάθησα, πάντα πα­ρεμβάλλονταν φύλλα ανάμεσα στο εξώφυλλο και το χέρι μου θαρρείς κι ανέβλυζαν απ’ το βιβλίο.

«Τώρα βρείτε το τελευταίο.»

Η ίδια αποτυχία κι εγώ δεν ξέρω πώς μπόρεσα να τραυλίσω με μια φω­νή που δεν ήταν η δική μου: «Δεν είναι δυνατόν».

Ο πωλητής των Βίβλων, πάντα χαμηλόφωνα, μου είπε: «Δεν είναι δυνατόν, κι όμως είναι. Ο αριθμός των σελίδων αυτού του βι­βλίου είναι, ακριβώς, άπειρος. Καμιά σελίδα δεν είναι η πρώτη, καμιά δεν είναι η τελευταία. Δεν ξέρω γιατί είναι αριθμημένες τόσο αυθαίρετα. Ίσως για να μας δώσουν να καταλάβουμε πως οι όροι μιας άπειρης σειράς επι­δέχονται οποιονδήποτε αριθμό».

Και, σαν να σκεφτόταν μεγαλόφωνα, πρόσθεσε:
«Αν ο χώρος είναι άπειρος, βρισκόμαστε σ’ ένα οποιοδήποτε σημείο του χώρου. Αν ο χρόνος είναι άπειρος, βρισκόμαστε σ’ ένα οποιοδήποτε σημείο του χρόνου».

Οι απόψεις του με εκνεύρισαν.

«Θρησκεύεστε ασφαλώς, ε;» τον ρώτησα.

«Ναι· είμαι πρεσβυτεριανός. Η συνείδησή μου είναι ήσυχη. Είμαι βέβαι­ος πως δεν εξαπάτησα τον ιθαγενή όταν του έδωσα το Λόγο του Κυρίου για να πάρω το διαβολικό βιβλίο του.»

Τον διαβεβαίωσα πως κανείς δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει για τί­ποτα, και τον ρώτησα αν ήταν περαστικός απ’ τα μέρη μας. Μου αποκρίθηκε πως δε θ’ αργούσε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Τότε ήταν που έμαθα πως ήταν Σκότος, από τις Ορκάδες. Του είπα πως αγαπούσα πολύ τη Σκοτία εξαιτίας του Στίβενσον και του Χιούμ.

«Και του Ρόμπι Μπερνς» με διόρθωσε.

Ενόσω μιλούσαμε, εγώ συνέχιζα να ξεφυλλίζω το άπειρο βιβλίο.

«Σκοπεύετε να προσφέρετε αυτό το περίεργο αντικείμενο στο Βρετανι­κό Μουσείο;» τον ρώτησα, δήθεν αδιάφορα.

«Όχι. Το προσφέρω σ’ εσάς» μου αποκρίθηκε και είπε μια υπέρογκη τιμή.

Του απάντησα, με κάθε ειλικρίνεια, πως αυτό το ποσό ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνατότητές μου, κι έμεινα σκεπτικός. Μετά από λίγα λεπτά, είχα καταστρώσει το σχέδιό μου.

«Σας προτείνω μια ανταλλαγή» του είπα. «Εσείς αποκτήσατε αυτόν τον τόμο για λίγες ρουπίες και την Αγία Γραφή εγώ σας προσφέρω το ποσό της σύνταξής μου που μόλις εισέπραξα, και τη Βίβλο του Ουίκλιφ σε γοτθι­κούς χαρακτήρες. Την κληρονόμησα από τους γονείς μου.»

Πήγα στο υπνοδωμάτιο μου και γύρισα με το βιβλίο και τα χρήματα. Το ξεφύλλισε και εξέτασε με το πάθος του βιβλιόφιλου τη σελίδα με τον ψευδότιτλο.

«Σύμφωνοι» μου είπε.

Μου έκανε εντύπωση το ότι δεν διαπραγματεύτηκε καθόλου. Αργότερα έμελλε να καταλάβω ότι είχε έρθει σ’ εμένα αποφασισμένος να πουλήσει το βιβλίο. Χωρίς καν να τα μετρήσει, έβαλε τα χαρτονομίσματα στην τσέπη του.

Μιλήσαμε για την Ινδία, για τις Ορκάδες και για τους νορβηγούς γιαρλ που τις κυβερνούσαν. Όταν ο άνθρωπος έφυγε, είχε νυχτώσει. Δεν τον ξαναείδα ποτέ, κι ούτε ξέρω το όνομά του.

Σκέφτηκα να τοποθετήσω το Βιβλίο από Άμμο στο κενό που είχε αφή­σει η Βίβλος του Ουίκλιφ, αλλά, τελικά, αποφάσισα να το κρύψω πίσω από κάτι παράταιρους τόμους των Χιλίων και μιας νυχτών.

Ξάπλωσα, αλλά δεν κοιμήθηκα. Γύρω στις τρεις-τέσσερις τα ξημερώμα­τα, άναψα το φως. Ξαναπήρα στα χέρια μου το αδιανόητο βιβλίο κι έπια­σα να το ξεφυλλίζω. Σε μια σελίδα είδα το χαρακτικό μιας μάσκας. Στην πά­νω γωνία υπήρχε ένας αριθμός, δε θυμάμαι πια ποιος, υψωμένος στην ενά­τη δύναμη.

Δεν έδειξα σε καθέναν το θησαυρό μου. Στην ευτυχία της κατοχής του ήρ­θαν να προστεθούν: πρώτα ο φόβος μη μου τον κλέψουν, κι ύστερα η υποψία πως δεν ήταν όντως άπειρος. Αυτές οι δύο έγνοιες επέτειναν την παλιά μισανθρωπία μου. Μου είχαν μείνει λίγοι φίλοι· έπαψα να τους βλέπω. Αιχμά­λωτος του βιβλίου, δεν έβγαινα έξω σχεδόν καθόλου. Εξέτασα με μεγεθυντι­κό φακό τη φθαρμένη ράχη και τα εξώφυλλα, και απέκλεισα το ενδεχόμενο να υπήρχε κάποιο τέχνασμα. Διαπίστωσα πως οι μικρές εικόνες απείχαν με­ταξύ τους δύο χιλιάδες σελίδες. Τις σημείωσα σ’ ένα αλφαβητικό ευρετήριο που δεν άργησε να γεμίσει. Δεν ξαναεμφανίστηκαν ποτέ. Τη νύχτα, στα σπά­νια διαλείμματα που μου παραχωρούσε η αϋπνία, ονειρευόμουν το βιβλίο.

Το καλοκαίρι έφτανε στο τέλος του όταν κατάλαβα ότι το βιβλίο ήταν τε­ρατώδες. Σε τίποτα δε με ωφέλησε η σκέψη ότι εξίσου τερατώδης ήμουν κι εγώ, που το έβλεπα με μάτια και το άγγιζα με δέκα δάχτυλα με νύχια. Ένιω­σα πως ήταν ένα αντικείμενο εφιαλτικό, ένα πράγμα χυδαίο που δυσφημού­σε και διέβρωνε την πραγματικότητα.

Σκέφτηκα να το κάψω, αλλά φοβήθηκα ότι το κάψιμο ενός άπειρου βι­βλίου μπορεί να αποδεικνυόταν εξίσου άπειρο και, με τον καπνό του, να οδη­γούσε τον πλανήτη σε ασφυξία.

Θυμήθηκα κάτι που είχα διαβάσει: πως το καλύτερο μέρος για να κρύ­ψεις ένα φύλλο, είναι το δάσος. Πριν πάρω τη σύνταξή μου, εργαζόμουν στην Εθνική Βιβλιοθήκη που στεγάζει εννιακόσιες χιλιάδες βιβλία· ξέρω πως, δεξιά της εισόδου, μια ελικοειδής σκάλα κατεβαίνει στο υπόγειο όπου φυλάσσονται οι εφημερίδες και οι χάρτες. Εκμεταλλεύτηκα μια στιγμιαία απροσεξία των υπαλλήλων κι έχωσα το Βιβλίο από Άμμο σ’ ένα απ’ τα μου­χλιασμένα ράφια. Προσπάθησα να μη προσέξω ούτε σε ποιο ύψος, ούτε σε πόση απόσταση απ’ την πόρτα.

Έχω ανακουφιστεί κάπως, αλλά δε θέλω ούτε να περνάω απ’ την οδό Μέχικο.

(Πηγή: www.skakistiko.com)

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2007

ΒΙΒΛΙΑ

Το τηλέφωνο έχει πάψει από καιρό να χτυπάει. Το έχω αποσυνδέσει. Έτσι κι αλλιώς, θα ήταν σχεδόν ακατόρθωτο να ανακαλύψω την πηγή του υπόκωφου κουδουνίσματος κάτω από τις ατελείωτες στοίβες βιβλίων. Ήταν ο τελευταίος συνεκτικός κρίκος μου με την εξωτερική πραγματικότητα και ομολογώ ότι τον έκοψα με ευχαρίστηση.

Πάνε δεκαπέντε, ίσως δεκάξι μήνες από τότε που έμαθα για την ασθένεια. Ένας καθωσπρέπει γιατρός με περιποιημένο μούσι και γυαλιά με χρυσό σκελετό μου είχε χαμογελάσει παρηγορητικά πριν αρχίσει να μου εξηγεί για το πως ένα κύτταρο τρελαίνεται ξαφνικά και αντίθετα με τις επιταγές της φυσιολογίας αρχίζει να πολλαπλασιάζεται ξανά και ξανά. Άναρχα, επαναστατικά, ανερώτητα και κυρίως με σπουδή. Τον κοιτούσα αμίλητος και θυμάμαι ότι αισθανόμουν οίκτο. Σα να ήταν αυτός ο ίδιος ο ασθενής. Ή ίσως πάλι και για το επάγγελμά του που κουβαλάει τις ενοχές των κακών μαντάτων. Στο τέλος είχα χαμογελάσει αχνά, αρνούμενος τις προτεινόμενες "θεραπείες" και είχα αποχωρήσει από το πολυτελές γραφείο διακριτικά. Μέχρι να φτάσω στην έξοδο το είχα αποφασίσει.

Όσο ανασύρω θραύσματα από το κελάρι της μνήμης μου τόσο περισσότερο πιστεύω ότι διάβαζα ανέκαθεν. Δε μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου χωρίς να κρατάει ένα βιβλίο. Όμως ποτέ στο παρελθόν τα διαβάσματα μου δεν είχαν αυτή την πυρετώδη προσήλωση των τελευταίων μηνών. Ήταν εκείνη η ιατρική ανακοίνωση που με έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο πολύτιμο χρόνο είχα χάσει. Έπρεπε να βιαστώ. Ήταν ανάγκη να τρυπήσω το κουκούλι της γνώσης που κρεμόταν από πάνω μου αιώνες τώρα. Όφειλα να ψάξω, έστω και τώρα στα στερνά, το εν υπνώσει φτερούγισμα της πεταλούδας, που έκρυβε μέσα του.

Είχα αρχίσει από εκείνη τη μέρα να παραγγέλνω βιβλία. Όλο και περισσότερα βιβλία. Χωρίς κάποια υποτυπώδη στόχευση, χωρίς σχέδιο και κυρίως, χωρίς μέτρο. Η βιβλιοθήκες μου είχαν ξεχειλίσει καιρό πριν. Τα βιβλία είχαν ξεχυθεί σε κάθε έπιπλο του σπιτιού. Αλλά τώρα απλώνονται ανεξέλεγκτα παντού. Στα ντουλάπια, στο κρεβάτι, στο πάτωμα. Χάρτινοι πύργοι υψώνουν φράγματα καταμεσής στο σπίτι. Αναγκάζομαι πια να ανοίγω στενές διαβάσεις ανάμεσα στα τείχη των σελίδων.

Τρώω ελάχιστα. Κοιμάμαι λιγότερο. Τον υπόλοιπο χρόνο διαβάζω. Διαβάζω και πονάω. Μερικές φορές χάνω μέσα στο δάσος των τόμων το βιβλίο που διάβαζα τελευταίο. Δεν μπαίνω στον κόπο να το ψάξω. Αρχίζω ένα άλλο γρήγορα. Διαβάζω δύο, τρία ή και τέσσερα βιβλία τη μέρα. Δεν είναι αρκετά. Είναι απελπιστικά αργός ρυθμός. Το μόνο παρήγορο είναι ότι βυθίζομαι στην ανάγνωση. Και τότε δεν πονάω. Η ιαματική δράση των βιβλίων μου είχε αποκαλυφθεί από χρόνια. Αυτό που δε λέει να μου αποκαλυφθεί είναι η βαθιά αλήθεια. Αυτή που κάπου μέσα στα κείμενα θα πρέπει να παραμένει κρυμμένη. Η αλήθεια για τη ζωή. Ή αυτή για το θάνατο. Το ίδιο είναι.
Καμιά φορά επιτρέπω στον εαυτό μου την πολυτέλεια του στοχασμού. Αποξεχνιέμαι και αναλογίζομαι τη θέση μου. Θα φαινόταν παράδοξη τόση βιβλιομανία σε κάποιον απλό άνθρωπο. Ίσως ακόμα και στο σύνολο των ανθρώπων. Γιατί έχουν μάθει να διαβάζουν με το νου, όχι με το είναι. Έχουν συνηθίσει να μελετούν την ύπαρξη κι όχι την ουσία. Την περίπτωσή μου θα τη χαρακτήριζαν απαξιωτικά κλινική. Δε με πειράζει. Άλλωστε οι άνθρωποι δε χωρούσαν ποτέ στη ζωή μου. Τώρα πια δε χωρούν ούτε στο σπίτι μου.

Δε μου έχει λείψει η δράση. Ούτε το γέλιο. Ούτε η συμπόνοια, η φιλία, η αγάπη. Τα έχω δίπλα μου όλη την ώρα. Τι κι αν είναι μόνο λέξεις; Οι λέξεις δομούν τον κόσμο. Κι αυτές μπορούν να τον αποδομήσουν φτιάχνοντας νέους κόσμους. Σ' αυτούς ζω εδώ και μήνες. Κι αυτό είναι αρκετό. Τι λέω, είναι κάτι περισσότερο από αρκετό. Είναι το μόνο που μου απομένει.

Που μπορεί να φωλιάζει όλη η αλήθεια; Σε ένα φιλοσοφικό σύγγραμμα; σε ένα θεολογικό κείμενο; σε μια ιστορική καταγραφή; σε ένα απόφθεγμα; σε μια βαθυστόχαστη φράση; Δεν ξέρω ακόμα. Αλλά όλο και περισσότερο διαισθάνομαι να πλησιάζω. Νιώθω το γλυκό μυρμήγκιασμα της αποκάλυψης να κοντεύει. Μετά το χάνω ξανά. Πεισμώνω και ξαναβουτάω στα βαθιά. Χάνομαι στις λαβυρινθώδεις οδούς των λέξεων. Τις βλέπω να φωτίζονται αργά και μετά να ξανασκοτεινιάζουν. Είναι βασανιστικό. Και είναι ηδονικό. Ω! ναι. Νιώθω ότι είμαι κοντά.

Τις τελευταίες μέρες έχω γίνει βάναυσος με τα βιβλία. Μερικά είναι κουραστικά αδειανά. Τα πετάω άτσαλα από δω κι από' κει. Άλλα είναι γεμάτα φληναφήματα. Τσαλακώνω τις σελίδες τους με βιάση, χωρίς υπομονή. Προχτές δεν έβρισκα πουθενά το τασάκι κι έσβησα το τσιγάρο μου πάνω σ' ένα απ' αυτά. Έμεινε λίγη στάχτη και μια άσχημη μαύρη ουλή στο χοντρό εξώφυλλο. Κάτι δεν πάει καλά. Ίσως είναι αυτή η ιδέα που έχει τρυπώσει στο μυαλό μου. Μα που βρήκε χώρο να σταθεί;

Χτες δεν κοιμήθηκα καθόλου. Το παράξενο δεν είναι αυτό. Είναι το ότι δεν μπορώ πια να διαβάσω. Πιάνω ένα βιβλίο και το ξεφυλλίζω απαθώς. Οι σελίδες μοιάζουν λευκές, άγραφες. Για όλα φταίει αυτή η ιδέα.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος καταλαβαίνει το τέλος του όταν αυτό πλησιάζει. Τώρα ξέρω ότι έχουν δίκιο. Πάει καιρός από την τελευταία φορά που κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Βλέπω όμως τη διαφορά στα πολυφορεμένα ρούχα μου. Απίσχνανση, θα έλεγε ένας γιατρός. Κι εγώ θα χαμογελούσα πικρά. Γιατί ξέρω ότι είναι η ιδέα που με κατατρώει. Μπήκε μέσα μου ύπουλα και αιφνιδιαστικά. Είναι η υπόνοια της μη ύπαρξης αλήθειας. Είναι το θεμέλιο της ματαιότητας. Κάθε λεπτό που περνάει σιγουρεύομαι περισσότερο. Όχι, η αλήθεια δεν ήταν αυτό το μικρό φως που πολλές φορές πλησίασα. Δεν ήταν αυτή η τρεμάμενη φλόγα, σαν από πυγολαμπίδα, που ατέρμονα στριφογύριζα γύρω της, χωρίς να την αγγίζω. Γιατί πως ν' αγγίξω αυτό που δεν υπάρχει;

Στο δωμάτιο έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει. Δεν έχω κουράγιο να ανάψω τα φώτα. Ούτε απέξω, ούτε μέσα μου. Τώρα το ξέρω. Η γνώση δε βρίσκεται στα βιβλία. Δεν είναι το καλά κρυμμένο μυστικό που λαχταρούσα να ανασύρω στο φως. Τα βιβλία, αυτά που τώρα με αγκαλιάζουν με τις σκιές των όγκων τους, δε φυλάνε την αλήθεια. Σε απομακρύνουν από αυτή. Και τότε που βρίσκεται η αλήθεια; Παντού. Έξω. Στα μη βιβλία. Πιάνω τον εαυτό μου να ψιθυρίζει.

Νιώθω να ζεσταίνομαι σα να έχω πυρετό. Κάτι με πνίγει, σαν σκόνη. Θέλω να βήξω. Ασφυκτιώ. Τινάζομαι και παραπατώντας φτάνω στη μπαλκονόπορτα. Την ανοίγω με δυσκολία. Είχε μήνες ν' ανοίξει. Βγαίνω στον έξω κόσμο. Μια ριπή αέρα μου γδέρνει το πρόσωπο. Παίρνω βαθιές ανάσες που μου καίνε τον ουρανίσκο. Ζαλίζομαι για λίγο, μα η ζάλη περνά. Μπαίνω αργά στο δωμάτιο. Μια αποφορά με χτυπά. Είναι άραγε από τα βιβλία που πήραν να σαπίζουν;

Πρέπει να τα ξεφορτωθώ όσο έχω ακόμα καιρό. Βουτάω την πρώτη στοίβα. Βγαίνω στο μπαλκόνι και λαχανιασμένος αρχίζω να τους ξεσκίζω τη σάρκα. Πετώ τα χαρτιά στο δρόμο. Η μια σελίδα πίσω από την άλλη αιωρείται για λίγο στον αέρα σαν αναποφάσιστος γλάρος και μετά βουλιάζει με ένα άηχο λίκνισμα στο κενό. Κι άλλο βιβλίο. Κι άλλη στοίβα. Ο αέρας απομακρύνει τα φύλλα χαρτιού, τα στροβιλίζει κοροϊδευτικά, τα ρίχνει στο βρώμικο πεζοδρόμιο. Για πολλές ώρες το μπαλκόνι μου φυλλορροεί. Ο ορίζοντας έχει γεμίσει λέξεις. Κι έχω πολλά να σκοτώσω ακόμα.
.....................................................................................................................................
Ένας νεαρός άντρας προχωρά με τα χέρια στις τσέπες του μπλουτζήν, μέσα στο μισοσκόταδο. Προσπαθεί να σκεφτεί κάτι ευχάριστο μα δεν τα καταφέρνει. Το μυαλό του επιστρέφει διαρκώς στη φυλακή. Ο μέντορας του στις διαρρήξεις βρίσκεται δυο βδομάδες εκεί. Αισθάνεται μόνος. Ξαφνικά στρίβοντας σε μια γωνιά βλέπει το δρόμο στρωμένο με σελίδες βιβλίων. Κοιτάζει παραξενεμένος τριγύρω και εύκολα ανακαλύπτει την πηγή της αλλόκοτης βροχής. Μένει για κάμποσο ακίνητος παρακολουθώντας μια τον άντρα στο μπαλκόνι και μια τις χάρτινες νιφάδες που έχουν καλύψει δρόμο, πεζοδρόμια, αυτοκίνητα, δέντρα, τα πάντα. Μερικές απ' αυτές έρχονται προς το μέρος του. Σκύβει και μαζεύει μια σελίδα. Τη διπλώνει και τη βάζει στην τσέπη του δερμάτινου του. Διασχίζει τον ήσυχο δρόμο και απομακρύνεται. Ίσως και να χαμογελά, αλλά ποιος ξέρει, έτσι βιαστικά που φεύγει;