Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2007

ΜΥΛΑΙΔΗ

Aye-aye! Πάλι εδώ είσαι Μυλαίδη; Πάλι εδώ; Νόμιζα πως σε τούτη την ποντικότρυπα δε θα με έβρισκες. Και πλησιάζεις τόσο αθόρυβα Μυλαίδη, που με τρομάζεις. Κάποτε άκουγα τσεκίνι να πέφτει στη θάλασσα από την πλώρη ίσαμε την πρύμνη. Τώρα πια δε με βοηθάει η ακοή μου. Ίσως και να συνήθισε από τα σουρσίματα του λιμανιού. Ας είναι.

Τράβα εκείνο το βαρέλι Μυλαίδη, κάθισε, δεν περιμένω κανέναν. Κανείς πια δε με θέλει στο πλήρωμά του. Τι να τον κάνουν ένα γέρο- παράλυτο, που τα χέρια του τρέμουν περισσότερο κι απ' τις αντένες στο μαϊστρο; Χα-χα! Τα χέρια του, λέω! Έχεις δίκιο να χαμογελάς Μυλαίδη κοιτώντας τούτο το γάντζο που ξεπροβάλει από το βρώμικο μανίκι μου. Έχω μήνες να τον αλείψω λαρδί. Σκούριασε κι αυτός σαν την ψυχή μου. Κέρασέ με ένα κρογκ Μυλαίδη, δε μπορώ να μιλώ με στεγνό λαρύγγι.

Aye-aye! Πουτάνας γιος αυτός ο κάπελας! Στον απόπατο τον γεμίζει τον τσίγκο του. Καταραμένος να' ναι! Κι αυτός κι όλοι οι μεθύστακες εδώ μέσα. Τους βλέπεις Μυλαίδη; Όλοι κάνουν πως δε μας βλέπουν. Κι όμως ρίχνουν λοξές ματιές και χασκογελάνε πίσω από τα κιτρινισμένα γένια τους. Μη νομίζεις Μυλαίδη, κι αλλού το ίδιο είναι. Σε όλα τα καταγώγια του λιμανιού. Δε με γελά εμένα το μάτι μου.

Τι; Aye-aye! Μη με κοιτάς έτσι Μυλαίδη, ξέρω τι σκέφτεσαι. Κάθε βράδυ γι' αυτό έρχεσαι και με ξετρυπώνεις Μυλαίδη. Μόνο γι' αυτό κι όχι για τη συντροφιά μου. Χα-χα! Τη συντροφιά μου, λέω! Λες και δε βρωμάω σα σάπιος μπακαλιάρος. Λες και τα χνώτα μου δε διώχνουν τους παπαγάλους. Λες και τα σάλια μου δεν έχουν αρχίσει να ξεφεύγουν από το μισόγερτο στόμα μου με τα σαπισμένα δόντια -όσα έχουν απομείνει, πάει να πει. Συντροφιά να σου πετύχει!

Aye-aye! Μη με κοιτάς έτσι Μυλαίδη, σε σκιάζομαι. Διάολε, θα με ακούσει και κανένα από τούτα τα κωθώνια και θα αναγκαστώ να του δείξω τι χρώμα έχουν τα άντερά του. Ξέρω γιατί με κοιτάς Μυλαίδη, ξέρω γιατί έρχεσαι. Κέρασε με ένα σιχαμένο κρογκ ακόμα και θα τα ξεράσω όλα, Μυλαίδη. Μπορώ ακόμα να τα βάλω με πέντε παληκαράδες και να τους χώσω τις σπάθες στον πισινό Μυλαίδη, αλλά μάρτυς μου ο θεός εκείνου του Εβραίου, δε μπορώ να τα βάλω με τούτο το βλέμμα. Ένα κρογκ μόνο να ποτίσω τα μουστάκια μου και θα' χεις την αλήθεια που ζητάς τόσον καιρό.

Εντάξει Μυλαίδη, τον είχα δει. Ήμουν βαρδιάνος εκείνο το σούρουπο και μισοκρεμόμουν στα ξάρτια, όταν τους είδα. Η Ανναμπέλλα είχε γλιστρίσει από το κατάρτι και αιωρούνταν στο κενό. Αυτός στεκόταν από πάνω της. Αρκούσε να σκύψει και να την τραβήξει από τον ντελικάτο καρπό. Μα δεν το έκανε. Κύλησαν μερικές στιγμές σαν το λάδι στην κλεψύδρα του καπετάνιου. Στο τέλος η Ανναμπέλλα ξέσφιξε τα δάχτυλά της. Άκουσα το γδούπο μόνο και τις φωνές στο κατάστρωμα. Ήμουν παγωμένος. Δεν κατέβηκα από πάνω, παρά μόνο αργά το βράδυ. Υπήρχε μια παράξενη σιωπή ανάμεσα στο πλήρωμα. Ηλιοκαμένα και χαρακωμένα πρόσωπα που κοιτούσαν μόνο στο σκοτεινό πέλαγος. Την άλλη μέρα τη δέσαμε στη σανίδα, τυλιγμένη στο πιο λευκό καραβόπανο που βρήκαμε. Μετά άρχισε το σούσουρο. Και το σούσουρο στο καράβι, το ξέρεις καλά Μυλαίδη, είναι χειρότερο κι απ' τις κραυγές.

Οι γυναίκες και οι γέρο-πειρατές μιλούν πολύ, ειν' αλήθεια. Να με συμπαθάς Μυλαίδη, μα θα φτάσω κι εκεί που θέλεις. Αν κόψεις το κρογκ και τις ιστορίες από τούτο το διαβολότοπο, Μυλαίδη, δε μένει παρά ένα τσούρμο ξεδοντιάρηδες κι ένα μάτσο πουτάνες. Λίγες μέρες μετά τον βρήκαμε τυφλό στο καμπούνι του. Κάποιος του έχωσε σίδερο στα μάτια την ώρα που κοιμόταν. Aye-aye! Τον είδα, Μυλαίδη. Είχαν απομείνει δύο πληγές που ανάβλυζαν πύον και δάκρυα. Δεν ήξερα ότι μπορούσαν κι οι τρύπες να δακρύζουν. Τα υποχθόνια μουρμουρητά σταμάτησαν.

Άλλοι υποστήριξαν ότι ο μικρός και όμορφος Πρίγκηπας, ο προστατευόμενός της, αυτός που ήταν το αντικείμενο του φθόνου του, είχε ξεπληρώσει λίγο από το αίμα της. Άλλοι πίστεψαν ότι πλήρωνε παλιές αμαρτίες, χρώσταγε στα χαρτιά, αυτό το ξέραμε όλοι. Κάποιος είπε ότι η Ανναμπέλλα είχε ανέβει από το μαύρο βυθό, τυλιγμένη στα φύκια, για να εκδικηθεί. Ο Εβραίος υποστήριξε ότι τυφλώθηκε μόνος του από τον πόνο της χαμένης του αγάπης. Μα αυτός ποτέ δεν την αγάπησε, μόνο τη ζήλευε. Ξέρω καλά Μυλαίδη, κανείς τους δεν είχε δίκιο.

Πως γυαλίζουν τα μάτια σου Μυλαίδη! Σαν να ψυλλιάστηκες τι ετοιμάζομαι να πω. Χα-χα! Να ψυλλιάστηκες, λέω! Το ξέρεις σίγουρα. Ω, ναι! Μα τα χίλια σκυλόψαρα των Σαργασσών, το ξέρεις, ότι το μόνο σίδερο που μάτωσε πάνω στο καράβι εκείνο το βράδυ, ήταν το σίδερο από τούτον εδώ το γάντζο!

Τελείωσε και τούτο δω το κάτουρο. Δεν πειράζει, τώρα τα είπα. Μη με ρωτήσεις τι απέγινε εκείνος. Δεν έμαθα ποτέ. Σαν και μένα θα τριγυρνά από καπηλειό σε καπηλειό και θα ζητιανεύει για μια σταγόνα μπύρα. Και κάτι ακόμα. Όλοι μας κοιτούσαμε αντρίκια την Ανναμπέλλα. Όλο το πλήρωμα, από τον καπετάνιο μέχρι τον τελευταίο μούτσο. Μα κανείς μας δεν είχε τα κότσια να την αγγίξει. Όμως σε όλο το μπουλούκι μόνο η δύσμοιρη αφεντιά μου είχε την ατυχία να την αγαπήσει.

Σηκώνεσαι Μυλαίδη; Φεύγεις κιόλας; Ούριο άνεμο σου εύχομαι Μυλαίδη, εγώ θα καθίσω. Νομίζω ότι έχω ακόμα δυό τσεκίνια στην τρύπια τσέπη μου. Θα αγοράσω λίγη ακόμα λησμονιά. Στο επανειδείν Μυλαίδη Ανναμπέλλα!
..................................................................................................................
Αφιερωμένο στην composition doll, όθεν και η έμπνευση (σχεδόν κλοπή δηλαδή, αλλά πειρατής είμαι, για το Θεό!).

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2007

ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΦΩΤΙΑΣ

Γιατί πάντα έτσι ήταν. Από τη μια το σίδερο κι από την άλλη τα λουλούδια.






Γιατί όποιος δεν θυμάται την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει.



Γιατί κάποια συνθήματα δε σβήνουν από τους τοίχους όσο κι αν τα ξύνουν μανιασμένα.

Γιατί υπάρχουν γενιές που στερήθηκαν τον αγώνα.



Γιατί ακόμα κι αν κάποιοι εξαργύρωσαν τη φήμη τους, έκαναν άλλους κοινωνούς.



Γιατί πάντα ζητάς κάτι για να ανατριχιάζεις.



Γιατί κάποιοι τόποι είναι καθαγιασμένοι.





Γιατί τότε ήμουν δύο ετών και μακριά...κι όμως ξενύχτησα γύρω από τις φωτιές που άναβαν οι καρδιές, κρέμασα τη φωνή μου πάνω στα κάγκελα, κυνηγήθηκα εγώ και το όνειρό μου στους γύρω δρόμους και -ντρέπομαι που το λέω- εκεί ερωτεύτηκα για πρώτη φορά, μια γυναίκα που έμοιαζε με φλόγα . Ελευθερία νομίζω την έλεγαν.

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2007

ΒΙΒΛΙΑ

Το τηλέφωνο έχει πάψει από καιρό να χτυπάει. Το έχω αποσυνδέσει. Έτσι κι αλλιώς, θα ήταν σχεδόν ακατόρθωτο να ανακαλύψω την πηγή του υπόκωφου κουδουνίσματος κάτω από τις ατελείωτες στοίβες βιβλίων. Ήταν ο τελευταίος συνεκτικός κρίκος μου με την εξωτερική πραγματικότητα και ομολογώ ότι τον έκοψα με ευχαρίστηση.

Πάνε δεκαπέντε, ίσως δεκάξι μήνες από τότε που έμαθα για την ασθένεια. Ένας καθωσπρέπει γιατρός με περιποιημένο μούσι και γυαλιά με χρυσό σκελετό μου είχε χαμογελάσει παρηγορητικά πριν αρχίσει να μου εξηγεί για το πως ένα κύτταρο τρελαίνεται ξαφνικά και αντίθετα με τις επιταγές της φυσιολογίας αρχίζει να πολλαπλασιάζεται ξανά και ξανά. Άναρχα, επαναστατικά, ανερώτητα και κυρίως με σπουδή. Τον κοιτούσα αμίλητος και θυμάμαι ότι αισθανόμουν οίκτο. Σα να ήταν αυτός ο ίδιος ο ασθενής. Ή ίσως πάλι και για το επάγγελμά του που κουβαλάει τις ενοχές των κακών μαντάτων. Στο τέλος είχα χαμογελάσει αχνά, αρνούμενος τις προτεινόμενες "θεραπείες" και είχα αποχωρήσει από το πολυτελές γραφείο διακριτικά. Μέχρι να φτάσω στην έξοδο το είχα αποφασίσει.

Όσο ανασύρω θραύσματα από το κελάρι της μνήμης μου τόσο περισσότερο πιστεύω ότι διάβαζα ανέκαθεν. Δε μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου χωρίς να κρατάει ένα βιβλίο. Όμως ποτέ στο παρελθόν τα διαβάσματα μου δεν είχαν αυτή την πυρετώδη προσήλωση των τελευταίων μηνών. Ήταν εκείνη η ιατρική ανακοίνωση που με έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο πολύτιμο χρόνο είχα χάσει. Έπρεπε να βιαστώ. Ήταν ανάγκη να τρυπήσω το κουκούλι της γνώσης που κρεμόταν από πάνω μου αιώνες τώρα. Όφειλα να ψάξω, έστω και τώρα στα στερνά, το εν υπνώσει φτερούγισμα της πεταλούδας, που έκρυβε μέσα του.

Είχα αρχίσει από εκείνη τη μέρα να παραγγέλνω βιβλία. Όλο και περισσότερα βιβλία. Χωρίς κάποια υποτυπώδη στόχευση, χωρίς σχέδιο και κυρίως, χωρίς μέτρο. Η βιβλιοθήκες μου είχαν ξεχειλίσει καιρό πριν. Τα βιβλία είχαν ξεχυθεί σε κάθε έπιπλο του σπιτιού. Αλλά τώρα απλώνονται ανεξέλεγκτα παντού. Στα ντουλάπια, στο κρεβάτι, στο πάτωμα. Χάρτινοι πύργοι υψώνουν φράγματα καταμεσής στο σπίτι. Αναγκάζομαι πια να ανοίγω στενές διαβάσεις ανάμεσα στα τείχη των σελίδων.

Τρώω ελάχιστα. Κοιμάμαι λιγότερο. Τον υπόλοιπο χρόνο διαβάζω. Διαβάζω και πονάω. Μερικές φορές χάνω μέσα στο δάσος των τόμων το βιβλίο που διάβαζα τελευταίο. Δεν μπαίνω στον κόπο να το ψάξω. Αρχίζω ένα άλλο γρήγορα. Διαβάζω δύο, τρία ή και τέσσερα βιβλία τη μέρα. Δεν είναι αρκετά. Είναι απελπιστικά αργός ρυθμός. Το μόνο παρήγορο είναι ότι βυθίζομαι στην ανάγνωση. Και τότε δεν πονάω. Η ιαματική δράση των βιβλίων μου είχε αποκαλυφθεί από χρόνια. Αυτό που δε λέει να μου αποκαλυφθεί είναι η βαθιά αλήθεια. Αυτή που κάπου μέσα στα κείμενα θα πρέπει να παραμένει κρυμμένη. Η αλήθεια για τη ζωή. Ή αυτή για το θάνατο. Το ίδιο είναι.
Καμιά φορά επιτρέπω στον εαυτό μου την πολυτέλεια του στοχασμού. Αποξεχνιέμαι και αναλογίζομαι τη θέση μου. Θα φαινόταν παράδοξη τόση βιβλιομανία σε κάποιον απλό άνθρωπο. Ίσως ακόμα και στο σύνολο των ανθρώπων. Γιατί έχουν μάθει να διαβάζουν με το νου, όχι με το είναι. Έχουν συνηθίσει να μελετούν την ύπαρξη κι όχι την ουσία. Την περίπτωσή μου θα τη χαρακτήριζαν απαξιωτικά κλινική. Δε με πειράζει. Άλλωστε οι άνθρωποι δε χωρούσαν ποτέ στη ζωή μου. Τώρα πια δε χωρούν ούτε στο σπίτι μου.

Δε μου έχει λείψει η δράση. Ούτε το γέλιο. Ούτε η συμπόνοια, η φιλία, η αγάπη. Τα έχω δίπλα μου όλη την ώρα. Τι κι αν είναι μόνο λέξεις; Οι λέξεις δομούν τον κόσμο. Κι αυτές μπορούν να τον αποδομήσουν φτιάχνοντας νέους κόσμους. Σ' αυτούς ζω εδώ και μήνες. Κι αυτό είναι αρκετό. Τι λέω, είναι κάτι περισσότερο από αρκετό. Είναι το μόνο που μου απομένει.

Που μπορεί να φωλιάζει όλη η αλήθεια; Σε ένα φιλοσοφικό σύγγραμμα; σε ένα θεολογικό κείμενο; σε μια ιστορική καταγραφή; σε ένα απόφθεγμα; σε μια βαθυστόχαστη φράση; Δεν ξέρω ακόμα. Αλλά όλο και περισσότερο διαισθάνομαι να πλησιάζω. Νιώθω το γλυκό μυρμήγκιασμα της αποκάλυψης να κοντεύει. Μετά το χάνω ξανά. Πεισμώνω και ξαναβουτάω στα βαθιά. Χάνομαι στις λαβυρινθώδεις οδούς των λέξεων. Τις βλέπω να φωτίζονται αργά και μετά να ξανασκοτεινιάζουν. Είναι βασανιστικό. Και είναι ηδονικό. Ω! ναι. Νιώθω ότι είμαι κοντά.

Τις τελευταίες μέρες έχω γίνει βάναυσος με τα βιβλία. Μερικά είναι κουραστικά αδειανά. Τα πετάω άτσαλα από δω κι από' κει. Άλλα είναι γεμάτα φληναφήματα. Τσαλακώνω τις σελίδες τους με βιάση, χωρίς υπομονή. Προχτές δεν έβρισκα πουθενά το τασάκι κι έσβησα το τσιγάρο μου πάνω σ' ένα απ' αυτά. Έμεινε λίγη στάχτη και μια άσχημη μαύρη ουλή στο χοντρό εξώφυλλο. Κάτι δεν πάει καλά. Ίσως είναι αυτή η ιδέα που έχει τρυπώσει στο μυαλό μου. Μα που βρήκε χώρο να σταθεί;

Χτες δεν κοιμήθηκα καθόλου. Το παράξενο δεν είναι αυτό. Είναι το ότι δεν μπορώ πια να διαβάσω. Πιάνω ένα βιβλίο και το ξεφυλλίζω απαθώς. Οι σελίδες μοιάζουν λευκές, άγραφες. Για όλα φταίει αυτή η ιδέα.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος καταλαβαίνει το τέλος του όταν αυτό πλησιάζει. Τώρα ξέρω ότι έχουν δίκιο. Πάει καιρός από την τελευταία φορά που κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Βλέπω όμως τη διαφορά στα πολυφορεμένα ρούχα μου. Απίσχνανση, θα έλεγε ένας γιατρός. Κι εγώ θα χαμογελούσα πικρά. Γιατί ξέρω ότι είναι η ιδέα που με κατατρώει. Μπήκε μέσα μου ύπουλα και αιφνιδιαστικά. Είναι η υπόνοια της μη ύπαρξης αλήθειας. Είναι το θεμέλιο της ματαιότητας. Κάθε λεπτό που περνάει σιγουρεύομαι περισσότερο. Όχι, η αλήθεια δεν ήταν αυτό το μικρό φως που πολλές φορές πλησίασα. Δεν ήταν αυτή η τρεμάμενη φλόγα, σαν από πυγολαμπίδα, που ατέρμονα στριφογύριζα γύρω της, χωρίς να την αγγίζω. Γιατί πως ν' αγγίξω αυτό που δεν υπάρχει;

Στο δωμάτιο έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει. Δεν έχω κουράγιο να ανάψω τα φώτα. Ούτε απέξω, ούτε μέσα μου. Τώρα το ξέρω. Η γνώση δε βρίσκεται στα βιβλία. Δεν είναι το καλά κρυμμένο μυστικό που λαχταρούσα να ανασύρω στο φως. Τα βιβλία, αυτά που τώρα με αγκαλιάζουν με τις σκιές των όγκων τους, δε φυλάνε την αλήθεια. Σε απομακρύνουν από αυτή. Και τότε που βρίσκεται η αλήθεια; Παντού. Έξω. Στα μη βιβλία. Πιάνω τον εαυτό μου να ψιθυρίζει.

Νιώθω να ζεσταίνομαι σα να έχω πυρετό. Κάτι με πνίγει, σαν σκόνη. Θέλω να βήξω. Ασφυκτιώ. Τινάζομαι και παραπατώντας φτάνω στη μπαλκονόπορτα. Την ανοίγω με δυσκολία. Είχε μήνες ν' ανοίξει. Βγαίνω στον έξω κόσμο. Μια ριπή αέρα μου γδέρνει το πρόσωπο. Παίρνω βαθιές ανάσες που μου καίνε τον ουρανίσκο. Ζαλίζομαι για λίγο, μα η ζάλη περνά. Μπαίνω αργά στο δωμάτιο. Μια αποφορά με χτυπά. Είναι άραγε από τα βιβλία που πήραν να σαπίζουν;

Πρέπει να τα ξεφορτωθώ όσο έχω ακόμα καιρό. Βουτάω την πρώτη στοίβα. Βγαίνω στο μπαλκόνι και λαχανιασμένος αρχίζω να τους ξεσκίζω τη σάρκα. Πετώ τα χαρτιά στο δρόμο. Η μια σελίδα πίσω από την άλλη αιωρείται για λίγο στον αέρα σαν αναποφάσιστος γλάρος και μετά βουλιάζει με ένα άηχο λίκνισμα στο κενό. Κι άλλο βιβλίο. Κι άλλη στοίβα. Ο αέρας απομακρύνει τα φύλλα χαρτιού, τα στροβιλίζει κοροϊδευτικά, τα ρίχνει στο βρώμικο πεζοδρόμιο. Για πολλές ώρες το μπαλκόνι μου φυλλορροεί. Ο ορίζοντας έχει γεμίσει λέξεις. Κι έχω πολλά να σκοτώσω ακόμα.
.....................................................................................................................................
Ένας νεαρός άντρας προχωρά με τα χέρια στις τσέπες του μπλουτζήν, μέσα στο μισοσκόταδο. Προσπαθεί να σκεφτεί κάτι ευχάριστο μα δεν τα καταφέρνει. Το μυαλό του επιστρέφει διαρκώς στη φυλακή. Ο μέντορας του στις διαρρήξεις βρίσκεται δυο βδομάδες εκεί. Αισθάνεται μόνος. Ξαφνικά στρίβοντας σε μια γωνιά βλέπει το δρόμο στρωμένο με σελίδες βιβλίων. Κοιτάζει παραξενεμένος τριγύρω και εύκολα ανακαλύπτει την πηγή της αλλόκοτης βροχής. Μένει για κάμποσο ακίνητος παρακολουθώντας μια τον άντρα στο μπαλκόνι και μια τις χάρτινες νιφάδες που έχουν καλύψει δρόμο, πεζοδρόμια, αυτοκίνητα, δέντρα, τα πάντα. Μερικές απ' αυτές έρχονται προς το μέρος του. Σκύβει και μαζεύει μια σελίδα. Τη διπλώνει και τη βάζει στην τσέπη του δερμάτινου του. Διασχίζει τον ήσυχο δρόμο και απομακρύνεται. Ίσως και να χαμογελά, αλλά ποιος ξέρει, έτσι βιαστικά που φεύγει;

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2007

Ο ΑΝΤΙΠΑΛΟΣ


Στύλωσα τα μάτια μου προς την απέναντι πλευρά του τραπεζιού. Αυτός ήταν εκεί, θαρρείς από πάντα. Για απειροστή φορά προσπάθησα να τρυπήσω με το βλέμμα το σκοτάδι που κάλυπτε το πρόσωπό του, παρότι ήξερα εξαρχής ότι ήταν μάταιος κόπος. Μια λάμπα γερμένη προς εμέ άφηνε να φωτίζεται μόνο το τραπέζι και η σκακιέρα που μας χώριζε.
Μόνο τα χέρια του έχω δει, σαν από κερί, σαν από κάποιο απόκοσμο αμάλγαμα, να κινούν τα κομμάτια από σκαλιστό ξύλο από καιρό σε καιρό και μετά να επιστρέφουν ξανά στο σκοτάδι. Τα χέρια του και ο καπνός του τσιγάρου του είναι τα μόνα πράγματα που αφήνει να ξεφύγουν από τον ιστό της σκιάς. Πόσο με ενοχλούσε κάποτε αυτός ο καπνός. Έχουν όμως περάσει ώρες, μέρες και χρόνια από πάνω μου, από πάνω του, αφήνοντάς μας πάντα κάτω από το κίτρινο φως της λάμπας, με μόνο εμπόδιο μα και μόνη γέφυρα ανάμεσά μας τη σκακιέρα.
Οι παρτίδες μας συχνές και επαναλαμβανόμενες. Εγώ πάντα με τα λευκά κι αυτός πάντα με τα μαύρα. Σαν ο δυϊσμός αυτός ν' αντανακλά τη φύση του καθενός μας, τις αντιθέσεις του φωτός στο δωμάτιο, το καλό και το κακό που ενσαρκώνονται στα ασπρόμαυρα τετράγωνα. Τόσα χρόνια αντίπαλοι και ποτέ δεν άκουσα μια λέξη από το στόμα του. Δεν ξέρω καν αν έχει στόμα, δεν ξέρω αν έχει πρόσωπο. Στην αρχή ήμουν σαστισμένος καθώς οι ερωτήσεις και οι παρατηρήσεις μου καταπινόταν από ένα μαύρο πηγάδι. Μα με τον καιρό συνήθισα να μένω κι εγώ σιωπηλός. Η μόνη επικοινωνία μας είχε να κάνει μόνο με τις κινήσεις στη σκακιέρα. Ήταν ο δικός μας κώδικας, ο μόνος τρόπος για να καταλαβαίνω, έστω συγκεχυμένα, πως σκεφτόταν. Πίσω από τις παρτίδες μας κρυβόταν μια τιτάνια ψυχολογική διαμάχη, μια σύγκρουση θεωριών, ίσως και φιλοσοφίας ή mondus vivendi.
Οι παρτίδες αυτές μου επέτρεψαν από την πρώτη στιγμή να κατανοήσω ότι δεν είχα να κάνω μ' έναν συνηθισμένο αντίπαλο, αλλά με ένα πλάσμα πονηρό, υποχθόνιο, ύπουλο και μοχθηρό. Χαιρέκακο σε κάθε λάθος μου, στρυφνό σε κάθε δικό του. Αρεσκόταν να στήνει παγίδες σα φίδι που ενεδρεύει, του άρεσε να παίζει σαν τη γάτα με το ποντίκι, να τρομάζει και να προκαλεί. Πολλές φορές αναρωτήθηκα ποιος μεφιστοφελικός δαίμονας κρυβόταν πίσω από το μαύρο στρατό. Αλίμονο! αυτή η σκέψη επιδρούσε στις αποφάσεις μου στη σκακιέρα.
Δεν άργησα να αντιληφθώ ότι αυτές οι παρτίδες είχαν ζωηρό αντίκτυπο στην κανονική μου ζωή. Όταν νικούσα όλα φαινόταν -και, ανατριχιάζω που το λέω, ήταν- ευνοϊκά. Η επόμενη μέρα μου επιφύλασσε ευχάριστα γεγονότα, επιτυχίες, ανεμελιά, χαμόγελα. Όταν όμως έχανα, η πνευματική μου συγκέντρωση και η ψυχική μου ηρεμία γινόταν κουρέλι, με αποτέλεσμα η κοινωνική μου ύπαρξη να βολοδέρνει από τις κακοτυχίες και τελικά να ναυαγεί στα βράχια της απογοήτευσης.
Ήταν πράγματι μια επώδυνη διαπίστωση αυτή, ότι δηλαδή το σκακιστικό αποτέλεσμα έπαιζε το ρόλο του βαρόμετρου της ευτυχίας ή της δυστυχίας μου. Και τότε άρχισε να λαμπαδιάζει μέσα μου το πάθος. Το σκάκι δεν ήταν πια ένα απλό διασκεδαστικό παιχνίδι, αλλά έγινε για μένα ο υπέρτατος αγώνας. Ήταν οι κινήσεις μου στη σκακιέρα της ζωής. Ακόμα χειρότερα, ήταν η πάλη για επιβίωση!
Το ίδιο πυκνό σκοτάδι που περιέβαλε τον αντίπαλό μου κάθε βράδυ τον προστατεύει και σήμερα. Όμως σήμερα η νύχτα θα είναι διαφορετική. Τον τελευταίο καιρό τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο και αυτό οφειλόταν αποκλειστικά στις απανωτές ήττες μου από τον σκοτεινό μου συμπαίκτη. Σιγά σιγά το πάθος μου΄για το παιχνίδι έγινε αποστροφή. Σιχαινόμουν αυτόν που με κέρδιζε. Και η αποστροφή αυτή μέρα με τη μέρα γιγαντώθηκε σε ένα μίσος πρωτόγνωρο. Αυτό αλυσιδωτά είχε είχε άμεσο αντίκτυπο στη συγκέντρωσή μου στις παρτίδες και -μοιραία- στην ποιότητα του παιχνιδιού μου. Άρχισα να χάνω το διαυγές ορθολογικό μου στυλ και να επιδίδομαι σε φτηνές παγίδες. Χαμερπείς σκέψεις άρχισαν να ροκανίζουν και να κατατρώγουν τα θεμέλια της προσωπικότητάς μου και τα σκουλήκια των ποταπών αισθημάτων δε σταματούσαν να σέρνονται πάνω στη μουδιασμένη μου θέληση. Άλλαζα δραματικά κι έφταιγε γι' αυτό ο αντίπαλός μου. Ο σκοτεινός, υπόγειος, κακεντρεχής και τώρα πια τόσο μισητός αντίπαλος, που πάσχιζε δίχως άλλο να με φθείρει, να με διαβάλλει, να με ρουφήξει προς το σκοτάδι του.
Ναι, η αποψινή νύχτα θα είναι διαφορετική. Τυραννήθηκα πολύ τις τελευταίες μέρες, μα κατόρθωσα να ατσαλώσω τη θέλησή μου και να πάρω την κρίσιμη απόφαση. Και η απόφαση αυτή αναπαύεται στην τσέπη μου, υπομονετική, κρύα και μεταλλική. Άναψα τσιγάρο για να ηρεμήσω. Ο καπνός του αναμείχθηκε με τον καπνό απ' την απέναντι όχθη της σκακιέρας, σαν ανάσες σ΄έναν αποχαιρετιστήριο στερνό εναγκαλισμό. Αρχίσαμε την παρτίδα, μα το μόνο που σκέφτομαι είναι η παγωμένη αίσθηση στην τσέπη μου.
Το αποτέλεσμα στη σκακιέρα είναι άμεσο καθώς η θέση μου ολοένα χειροτερεύει. Σε λίγο θα γίνει απελπιστική. Άρχισα να τρέμω σαν να κρυώνω. Ο καπνός μου τσούζει τα μάτια, που πήραν να δακρύζουν. Κι ο αντίπαλος, οχυρωμένος στη βουβαμάρα του, να επιτείνει με δόλιες κινήσεις σαδιστικά το μαρτύριο. Δεν μπορώ να το ανεχθώ περισσότερο, έχει φτάσει η ώρα να τελειώνει το παιχνίδι. Τραβάω το όπλο γρήγορα και αποφασιστικά. Οπλίζω και σημαδεύω εκεί που θα πρέπει να βρίσκεται το κεφάλι του. Για μια στιγμή σκέφτομαι ότι θα πρέπει να με κοιτάζει με τα μάτια γουρλωμένα από την απορία. Θα ήθελα να δω αυτή την απορία να μεταλλάσσεται σε φόβο. Μα αποδιώχνω τις σκέψεις με ένα τίναγμα του κεφαλιού και, το τελευταίο δευτερόλεπτο πριν πατήσω τη σκανδάλη λυτρώνω το νου μου με την ικανοποίηση ότι τελειώνει η τελευταία μας παρτίδα.
........................................................................................................................................................................
Την επόμενη νύχτα δύο διαρρήκτες τρύπωσαν στο σπίτι. Όταν έφτασαν στο κλειστό δωμάτιο, βρέθηκαν μπροστά σε μια αλλόκοτη εικόνα. Μια σκακιέρα κομμένη στη μέση, με τα κομμάτια ακόμα στημένα, ήταν τοποθετημένη μπροστά σε έναν όρθιο καθρέφτη, στερεωμένο κάθετα στο δρύινο τραπέζι. Στα πόδια του τραπεζιού μέσα σε μια λιμνούλα αίματος, που το κιτρινιάρικο φως της λάμπας την έκανε να γυαλίζει ανατριχιαστικά, βρισκόταν πεσμένος ένας άντρας. Πλησίασαν αργά και προσεκτικά. Ο ένας από τους δύο τον σκούντηξε ελαφρά με το πόδι του, αν και το περίστροφο στο χέρι του πτώματος δεν άφηνε αμφιβολίες. Ο άλλος, ο νεώτερος, έμεινε με ανοιχτό στόμα να κοιτάζει το πρόσωπο του νεκρού. Ο πρώτος τον τράβηξε από το μανίκι κάνοντάς του νόημα να κουνηθεί. Μάζεψαν βιαστικά όσα τιμαλφή μπορούσαν να κουβαλήσουν και το ίδιο αθόρυβα όπως μπήκαν χάθηκαν στα σκοτεινά στενά. Στο νεαρό πήρε μερικές ημέρες να ξεχάσει εκείνο το παγωμένο πρόσωπο, το λερωμένο με ξεραμένο αίμα. Είχε κάτι ανεξήγητο, κάτι αταίριαστο. Δίχως άλλο θα ήταν εκείνο το παράταιρο χαμόγελο. Ένα χαμόγελο νίκης. Ή ελευθερίας.




Στο τέλος όμως λησμόνησε εκείνη τη νύχτα, σαν τίποτε απ' όλα αυτά να μην είχε συμβεί ποτέ.



Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2007

ΤΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΒΟΪΝΙΤΣ-μέρος 5ο (έσχατο;)


Αυτό που μαγνητίζει περισσότερο το βλέμμα στο χειρόγραφο Βόινιτς δεν είναι οι περίεργες έως εξωπραγματικές εικόνες του. Σε κάθε μελετητή του, από την εποχή του Βόινιτς μέχρι και σήμερα, μοιραία η προσοχή στράφηκε στην πρόκληση της γραφής. Είναι κάποια γλώσσα; Κι αν ναι, είναι κάποια από τις γνωστές γλώσσες; Και αν ναι, έχει κωδικοποιηθεί; Κι αν ναι, με ποιον τρόπο; Έχουν διατυπωθεί δεκάδες θεωρίες και έχουν καταρριφθεί οι περισσότερες από αυτές. Ας δούμε μερικές εν συντομία για να περάσουμε αργότερα στα ακλόνητα δεδομένα που θα έπρεπε να καθοδηγήσουν κατά τη γνώμη μου τον επίδοξο αναλυτή.
Ο πρώτος που μπήκε στο λαβύρινθο της γλώσσας του βιβλίου ήταν ο William R. Newbold, καθηγητής αρχαίων ελληνικών και γλωσσολόγος στο πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια. Ο Νιούμπολντ ήταν αυτός στον οποίο στήριξε ο Βόινιτς τις ελπίδες του για την αποκρυπτογράφηση. Η θεωρία του ήταν αυτή της μικρογράμματης γραφής. Υποστήριζε ότι τα φαινόμενα "γράμματα" δεν ήταν παρά παραπλανητικά και ότι αποτελούνταν από άλλα μικροσκοπικά και μάλιστα του ελληνικού αλφάβητου! Χρησιμοποίησε μεγεθυντικό φακό και (ω! του θαύματος) εμφανίστηκαν κάποιες τέτοιες μορφές. Κατόπιν μετατρέποντας τα γράμματα αυτά στα αντίστοιχα λατινικά και αναγραμματίζοντας άρχισαν να ξεπηδούν λέξεις με νόημα! Ο αρχικός ενθουσιασμός για το εύρημα του Νιούμπολντ όμως δεν άργησε να μετατραπεί σε σκεπτικισμό και κατόπιν χλεύη όταν διαπιστώθηκε από τον John Manly, καθηγητή του πανεπιστημίου του Σικάγο ότι τα υποφαινόμενα γράμματα ήταν σκασίματα του μελανιού πάνω στην περγαμηνή λόγω της παλαιότητας και της χρήσης! Η βαλίτσα πήγε και παραπέρα όταν ο άσπλαχνος Μάνλυ κριτικάρησε τις "μεταφράσεις" του Νιούμπολντ ως μην έχουσες νόημα και μάλιστα χρησιμοποίησε τη μέθοδό του για να αναπαράγει από ένα τμήμα του κειμένου την γαργαλιστική φράση: "ερωτιάρες καλόγριες ξετρελαίνουν το Παρίσι"!!! Ταφόπλακα...
Η μεγάλη φυσιογνωμία που ασχολήθηκε με το Βόινιτς ήταν ο William F. Friedman. O Friedman είναι πασίγνωστος στους ασχολούμενους με τους κώδικες. Κι αυτό γιατί ήταν ο άνθρωπος που έσπασε τον "Πορφυρό Κώδικα" τον οποίο χρησιμοποιούσαν οι Γιαπωνέζοι στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρασημοφορήθηκε εξάλλου γι' αυτό από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, αν και δεν άργησαν να τον σουτάρουν από το NSA και να τον αφήσουν να πεθάνει στην ψάθα. Ο Φρήντμαν ήταν για δεκαετίες ο καλύτερος κρυπταναλυτής του κόσμου και το χειρόγραφο Βόινιτς ήταν μια σωστή πρόκληση γι' αυτόν και τη σύζυγό του, επίσης κρυπταναλύτρια. Τελικά αρρώστησε και τα παράτησε χωρίς να έχει κάνει καμιά πρόοδο, πέραν του συμπεράσματος ότι πρόκειται για μια κατασκευασμένη γλώσσα. Κάτι δηλαδή σαν τη γλώσσα Willkins, ή την Delgarno ή τα ντεσπεράντο. Κι αν ο μεγαλύτερος κρυπταναλυτής του αιώνα μας (μαζί με τον Τιούρινγκ και τον Μίλνερ-Μπάρυ) παραδέχτηκε ότι ήταν όντως γλώσσα, ποιος είμαι εγώ που θα τον αμφισβητήσω;
Άλλη θεωρία ήταν αυτή της στεγανογραφίας, μέθοδος γνωστή από την Αναγέννηση. Η μέθοδος στηρίζεται στη χρήση ενός κατάλληλου πλαισίου με τρύπες στις θέσεις όπου βρίσκονται οι λέξεις που πρέπει να διαβαστούν. Έτσι ξέρει και αυτός που στέλνει το μήνυμα και αυτός που το λαμβάνει τι είναι για πέταμα και τι χρήσιμο. Η περίεργη ροή των λέξεων όμως γύρω από τις εικόνες και η ενοχλητική τους επαναληψιμότητα μάλλον αποκλείουν μια τέτοια μέθοδο. Χώρια που αυτή δεν τελειοποιήθηκε πριν το 1600.
Κάποιοι πιο σύγχρονοι έθεσαν την ιδέα της "γλωσσολαλιάς" στο τραπέζι την οποία προτιμώ να μη σχολιάσω. Άλλοι υποστήριξαν την περίπτωση της μετατροπής κάποιας "εξωτικής" γλώσσας. Προτάθηκαν για παράδειγμα τα ταϊλανδέζικα, τα μανδαρινικά, τα χμερ, τα θιβετιανά καθώς και αρχαίες διάλεκτοι όπως τα γαελικά, τα παλαιογερμανικά, τα φλαμανδικά, τα αρχαία ουκρανικά... Κανείς φιλόλογος από τις εν λόγω χώρες δεν βρήκε οποιαδήποτε σχέση της γραφής του Βόινιτς με τη γλώσσα των προγόνων του. Κι έτσι νομοτελειακά φτάνουμε στα... κρεμαστάρια της αλεπούς!

Απάτη! ανέκραξαν ευθύς κάμποσοι κομπορρήμονες. Αφού κανείς δεν μπορεί να το καταλάβει και αφού δεν υπάρχει θεωρία που να μην είναι διάτρητη και αφού δεν εμφανίζει ομαλά στατιστικά στοιχεία σαν όλες τις σύγχρονες γλώσσες του κοσμάκη και αφού έχει κρυφό παρελθόν και αφού η απλή κρυπτανάλυση δεν οδηγεί πουθενά και αφού δε μοιάζει με καμιά γνωστή(νέα ή αρχαία γλώσσα) , τότε τι απομένει; Ασφαλώς η απατεωνιά. Είναι λοιπόν το Βόινιτς μια επίπλαστη και κίβδηλη "γλώσσα". Το συναίσθημά μας που γοητεύεται από τα μυστήρια λέει όχι. Το ίδιο λένε όμως (ευτυχώς) και τα επιστημονικά δεδομένα, μπροστά στα οποία οι κατήγοροι σιωπούν. Έχουμε και λέμε λοιπόν.
1) Αν επρόκειτο για απάτη, ποιος θα έμπαινε σε αυτό το τιτάνιο έργο να καθαρογράψει και να ζωγραφίσει διακόσιες τόσες σελίδες όταν θα μπορούσε να επιτύχει το σκοπό του με καμιά εικοσαριά;
2)Ο άνθρωπος που το έγραψε είδαμε ότι είχε οικονομική άνεση, άρα γιατί να προσπαθήσει να κερδίσει χρήματα, που σε τελική ανάλυση δεν θα ήταν και κάποιο εξωφρενικό ποσό, ρισκάροντας τη φήμη του ;
3)Όταν θα του ζητούνταν να το εξηγήσει τι θα έλεγε;
4)Η κρυπτογράφηση εκείνη την εποχή (κι εδώ που τα λέμε όλες τις εποχές) χρησιμοποιούνταν για ένα και μόνο λόγο: την διαφύλαξη πολύτιμων πληροφοριών.
5)Αν η γλώσσα είναι ένα κατασκεύασμα ποιος θα μπορούσε να είναι ο αποδέκτης του κειμένου και τι θα καταλάβαινε από αυτό;
6)Τα ιστορικά πρόσωπα που συνέδεσαν το όνομά τους με το βιβλίο ήταν καθόλα αξιοπρεπή και ουδεμία κατηγορία υπάρχει σε βάρος τους για παραχάραξη ή άλλες απατεωνιές.
Πάμε τώρα και στα ερευνητικά δεδομένα. Σκοπίμως δεν ανέφερα νωρίτερα την θεωρία του να είναι το χειρόγραφο κάποιας μορφής κώδικας. Save the best for last. Ας το δούμε. Συμφωνούμε όλοι ότι δεν πρόκειται για έναν κώδικα απλοϊκό, πχ απλής αντικατάστασης (το Α με το Β, το Β με το Γ κ.τ.λ.). Μήπως όμως είναι ένας πιο ευφυής κώδικας; Υπήρχαν τέτοιες μέθοδοι από την εποχή του Μπαίηκον, μάλιστα ο ίδιος είχε γράψει εγχειρίδιο κρυπτογραφίας και είχε παραδεχτεί την κρυπτογράφηση κειμένων του. Κι εδώ μπαίνουν τα μαθηματικά και η στατιστική στη σκηνή. Το πρώτο στοιχείο της ανάλυσης εμφανίζει την εξαιρετικά χαμηλή εντροπία του κειμένου. Η εντροπία είναι ένας όρος δανεισμένος από τη Φυσική και πολύ απλά δίνει το μέτρο της αταξίας στη φύση. Όσο μεγαλύτερο χάος και διασπορά, τόσο μεγαλύτερη εντροπία. Η ίδια η φύση τείνει στην διαρκή αύξηση της εντροπίας( πχ διάχυση των αερίων). Το χειρόγραφο εμφανίζει επαναλαμβανόμενα "γράμματα", αλλά και επίμονες επαναλήψεις "λέξεων". Αυτό απαντάται σε πρωτόγονες μόνο γλώσσες, από τις λίγες που έχουν διασωθεί, όπως τη γλώσσα των Εσκιμώων ή κάποιες Πολυνησιακές διαλέκτους. Αρχαίες γλώσσες; Χαμένες; Χμμμ...
Ένα δεύτερο στοιχείο καταπέλτης είναι οι γνωστοί στους γλωσσολόγους νόμοι του Zipf. Αυτοί δίνουν τη στατιστική κατανομή γραμμάτων και κυρίως λέξεων σε μια δομημένη γλώσσα. Παρότι δεν πρόκειται για αποδεδειγμένη θεωρία, αλλά μάλλον για εμπειρικό εργαλείο, οι νόμοι του Ζιπφ δεν έχουν καταρριφθεί εδώ και έναν αιώνα που διατυπώθηκαν και ισχύουν για όλες τις γλώσσες του κόσμου με αυστηρή ή μη γραμματική. Οποιοσδήποτε μπορεί να τους χρησιμοποιήσει για να διαπιστώσει εάν κάποια ατάκτως ερριμμένα σύμβολα είναι γλώσσα ανθρώπων ή ορνιθοσκαλίσματα. Ε! λοιπόν, οι νόμοι αυτοί σε πείσμα πολλών επιβεβαιώνουν περίτρανα ότι η "γλώσσα" του Βόινιτς είναι πράγματι μια γλώσσα! Για μισό λεπτό όμως. Ο κύριος αυτός τους ανακάλυψε μόλις στις αρχές του εικοστού αιώνα. Πώς θα ήταν δυνατό να κατασκευάσει κάποιος ένα κείμενο, και μάλιστα τέτοιας έκτασης, που να τους υπακούει, έξι ή επτά αιώνες νωρίτερα; Τα συμπεράσματα δικά σας. Εξάλλου είναι αυτό το δεδομένο που κάνει τόσον κόσμο να ασχολείται ακόμα με το Βόινιτς.

Ωραία! Τώρα κάπου φτάσαμε. Γλώσσα ναι, που αρχαΐζει ναι, με υπερσυγκέντρωση κάποιων "στοιχείων" της ναι, κατανοητή όχι. Άρα καλυμμένη. Δηλαδή αυτό που ονομάζουμε "κωδικοποιημένη". Έχει κανείς καμιά ιδέα για τι είδους κώδικα μιλάμε; Η δικιά μου θεωρία (αν έχει σημασία για κάποιους η άποψή μου) είναι απλή. Άλλωστε στην απλότητα κρύβεται η ευφυΐα του κωδικοπλάστη. Πολλές φορές και του κωδικοθραύστη. Λέω λοιπόν ότι δεν μπορεί να είναι κάποιος στρυφνός κώδικας που να θες μέρες να τον σπάσεις ή που να μην μπορεί κανείς να το κάνει. Το προς μεταφορά μήνυμα πρέπει να έχει και έναν παραλήπτη. Και για να μην ξεχνιόμαστε μιλάμε για τον ύστερο μεσαίωνα. Και ποια είναι η πιο απλή μέθοδος να κρυπτογραφήσεις κάτι που να είναι άσπαστο από οποιονδήποτε δεν έχει το "κλειδί"; Το θόλωμα των υδάτων, η παραπλάνηση, η παρείσφρηση στοιχείων χωρίς νόημα, που η αφαίρεσή τους και μόνο φωτίζει το κείμενο. Εν ολίγοις η χρήση "νεκρών γραμμάτων"! Άντε εσύ τώρα να βρεις ποια είναι αυτά και πόσα και μετά να κάνεις και την ρουτίνα της αποκρυπτογράφησης. Πρακτικά αδύνατο ακόμα και για ένα σύγχρονο υπολογιστή. Μόνο όποιος κατέχει το "κλειδί" μπορεί να μπει στο σκοτεινό δωμάτιο! Μόνο αυτός θα μάθει τη Lingua Ignota...

Αισθάνομαι σαν σε όνειρο, την τραχιά αίσθηση της περγαμηνής στα χέρια μου . Όχι του χειρογράφου Βόινιτς, αλλά μιας άλλης, τσαλακωμένης και φθαρμένης από την πολυκαιριά. Ίσως και ξυσμένης για να ξαναγραφτεί, δεν ξέρω. Αναγνωρίζω το γραφικό χαρακτήρα του Ρότζερ Μπαίηκον. Σκύβω στο φως του κεριού που τρεμοσβήνει και διαβάζω, σχεδόν συλλαβιστά το απόσπασμα: "Μερικοί έχουν αποκρύψει πολλά πράγματα πίσω από μαγικά σχήματα(...), άλλοι χρησιμοποίησαν μυστήριες συμβολικές λέξεις(...) και μια τρίτη μέθοδος αποκρύψεως είναι να γράφουν με ακανόνιστους τρόπους, επί παραδείγματι μόνο με σύμφωνα(...)". Ακουμπάω ευλαβικά το χειρόγραφο στο τραπέζι καθώς το κερί ξεψυχάει τσιτσιρίζοντας. Και αναλογίζομαι μέσα στη βουβαμάρα που άφησε πίσω της η φλόγα φεύγοντας, πόσα σκοτεινά δωμάτια υπάρχουν και πόσα "κλειδιά" περιμένουν να ανακαλυφθούν...

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2007

ΤΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΒΟΪΝΙΤΣ- μέρος 4ο

Από την πρώτη στιγμή που ο Γουίλφριντ Βόινιτς έπιασε το βιβλιαράκι στα χέρια του, κατάλαβε ότι κρατάει ένα μεγάλης παλαιότητας χειρόγραφο. "Μια πρόχειρη εξέταση της περγαμηνής, της γραφής, των εικόνων και των χρωστικών ουσιών που είχαν χρησιμοποιηθεί, μου έδωσε να καταλάβω ότι το χειρόγραφο πρέπει να προερχόταν από τα τέλη του 13ου αιώνα. Από την εικονογράφησή του έδειχνε να είναι κάτι σαν εγκυκλοπαίδεια ή εγχειρίδιο φυσικών επιστημών" θα πει αργότερα ο ίδιος. Παρότι ο Βόινιτς είχε εμπειρία στα μεσαιωνικά βιβλία δεν είχε εντούτοις κρυπταναλυτικές ικανότητες ή το επιστημονικό υπόβαθρο που έμοιαζε να απαιτεί ένα τόσο πολυποίκιλο εύρημα. Έτσι έστειλε φωτοστατικά αντίτυπα σε μια σειρά επιστημονικών συνεργατών για να τα μελετήσουν. Μέχρι σήμερα ο αριθμός των επιστημόνων που έχουν ασχοληθεί με το χειρόγραφο έχει πολλαπλασιαστεί θεαματικά. Ας δούμε λοιπόν μερικές από τις θεωρίες και τα συμπεράσματα που έχουν εξαχθεί έως τώρα.

Τι μπορεί να πει κανείς για το συγγραφέα του βιβλίου;
-Καταρχήν αποδεχόμαστε ότι ήταν μορφωμένος. Αυτό τον εντάσσει στο ισχνό 5% των ανθρώπων της εποχής, που ήταν μέτοχοι του θαύματος που ονομαζόταν γραφή και ανάγνωση.
-Η σωρεία των πληροφοριών που φαίνεται να κομίζει το βιβλίο προϋποθέτει μια επίπονη δουλειά πολλών ετών ή μια μεγάλη γκάμα γνώσεων από μέρους του.
-Ήταν πλούσιος ή ιερέας ή είχε κάποιον πλούσιο επιδάψιλο καθότι οι περγαμηνές και οι χρωστικές ουσίες ήταν ακριβό σπορ. Δεδομένης δε της τεράστιας εργασίας που απαιτήθηκε, ο άνθρωπος αυτός θα είχε πολύ ελεύθερο χρόνο, άρα δεν ήταν ακριβώς βιοπαλαιστής.
-Ο γραφικός του χαρακτήρας είναι τόσο στρωτός και χωρίς λάθη που ή θα πρέπει να έφαγε μια ζωή μέχρι να το γράψει ή κατείχε σε βάθος τη "γλώσσα" που χρησιμοποιούσε. Και μια και μιλάμε για μια πιθανή κρυπτογράφηση, εν προκειμένω ήταν άριστος χειριστής του συγκεκριμένου κώδικα.
-Παρ' όλα αυτά δεν είχε αξιόλογες καλλιτεχνικές αρετές μιας και οι εικόνες του είναι πολύ κατώτερες σε ποιότητα και ακρίβεια από ανάλογες απεικονίσεις της μεσαιωνικής ζωγραφικής.
Κοιτάξτε τώρα το προφίλ του "δράστη". Όσοι γνωρίζουν έστω και λίγα για τον Ρότζερ Μπαίηκον δεν μπορεί παρά να χαμογελάσουν με νόημα. Από δω και πέρα όμως ξεκινάει το παιχνίδι λόγου και αντίλογου μιας και οι μελετητές χωρίζονται σε δύο κυρίως στρατόπεδα. Αυτών που ανάγουν την τοποθέτησή του στον 13ο αιώνα και αυτών που το θέλουν να γράφεται πολύ αργότερα (προς το τέλος του 15ου ή τις αρχές του 16ου).
Για σιγά ρε παιδιά, θα πει κάποιος. Γιατί δε γίνεται ραδιοχρονολόγηση με C-14; Τόσο δύσκολο είναι; Καθόλου δύσκολο θα απαντήσω εγώ. Αλλά η χρονολόγηση με ραδιενεργό άνθρακα στην καλύτερη περίπτωση θα αποδείκνυε την ημερομηνία καταγωγής της περγαμηνής και όχι το πότε γράφτηκε το κείμενο (θα μπορούσαν να έχουν μεσολαβήσει δεκαετίες και βάλε). Χώρια το παράθυρο απόκλισης που υπάρχει. Και χώρια που το Γέηλ δεν την επιτρέπει οχυρωμένο καθώς είναι πίσω από το μύθο του εκθέματος του. Έτσι επιστρέφουμε στους εμπειρογνώμονες.

Ένας από αυτούς που υποστήριξαν την πρώιμη καταγωγή του ήταν ο καθηγητής βοτανικής Theodor Petersen, που έλαβε από τους πρώτους αντίτυπα του Βόινιτς. Αυτός συνέκρινε τις ζωγραφιές με αντίστοιχες του περίφημου έργου της Αγίας Ιλδεγάρδης του Μπίνγκεν.










Ο Robert Brumbough ένας από τους σημαντικότερους μελετητές του χειρογράφου και καθηγητής μεσαιωνικής φιλοσοφίας στο Γέηλ διέκρινε σε μια μορφή ένα καπέλο φλωρεντινής προέλευσης του 13ου αιώνα.
Ο Robert Babckok αντίθετα (υπεύθυνος χειρογράφων στη βιβλιοθήκη Μπέινεκε) πιστεύει ότι η υφή, το χρώμα, το πάχος και η επεξεργασία της περγαμηνής παραπέμπει περισσότερο στα τέλη του 15ου αιώνα. Άλλοι υποστηρίζουν ότι οι κομμώσεις των γυναικών προσιδιάζουν σε αυτές του 14ου.

Οι λουόμενες στις πράσινες δεξαμενές θυμίζουν έντονα πίνακες του μεσαίωνα, όπως το περίφημο "Συντριβάνι της Νιότης" του Λούκας Κράναχ ή το "Balneis Puteolanis" του Πέτρου του Έμπολι.

Από την άλλη ο έγκριτος βοτανολόγος Hugh O'Neill ταύτισε μια αναπαράσταση φυτών με το Helianthus anuus (ηλιοτρόπιο) και μια άλλη με το Capsicum vulgaris (ένα είδος πιπεριάς). Οι σπόροι αυτών των φυτών ήρθαν στην Ευρώπη μετά τον Κολόμβο, άρα η καταγραφή τους θα έπρεπε να έχει γίνει μετά το 1493. Όμως οι μικροδιαφορές με τα πραγματικά φυτά είναι παραπάνω από εμφανείς και η άποψη του Ο'Νηλ κριτικαρίστηκε έντονα. Χώρια που τώρα πια ξέρουμε ότι δεν ήταν ο Κολόμβος ο πρώτος Ευρωπαίος που επισκέφτηκε την Αμερικανική Ήπειρο.
Την κατάσταση ήρθαν να περιπλέξουν κι άλλες αλλοπρόσαλλες θεωρίες. Ο καθηγητής ιατρικής Leo Levitov υποστήριξε ότι πρόκειται για μυστικιστικό κείμενο και μάλιστα το συνέδεσε με την πολυσυζητημένη αίρεση των Καθαρών, διακρίνοντας στις εικόνες των λουομένων γυναικών τον τελετουργικό θάνατο "endura" που πραγματοποιούσαν τα μέλη της μέσα σε δεξαμενές, ενώ διέγνωσε συμβολισμούς της Ίσιδας στις αναπαραστάσεις των φυτών! Υπήρξαν και αυτοί που θεώρησαν ότι ήταν έργο κάποιου υπό την επήρεια παραισθησιογόνων ουσιών, δημιουργώντας κάτι σαν τα "φανταστικά" φυτά της Anna Zemankova. Άλλοι πήγαν πιο πέρα υποστηρίζοντας ότι είχαμε να κάνουμε με μια παραλλαγή του "Βιβλίου των Νεκρών" ή με ένα Γριμόριο με ξόρκια και συνταγές. Τρέλα!
Κανείς όμως δεν εξήγησε την ύπαρξη ενός μικρού δράκου που φτύνει φωτιές σε μια γωνιά του χειρογράφου ή ενός κάστρου με επάλξεις και πύργους, εμφανώς ευρωπαϊκού στυλ. (Κανείς;)

Τέλος, βρέθηκαν και αυτοί που δεν δίστασαν να ισχυριστούν ότι το όλο εγχείρημα ήταν μια μεγαλοπρεπής απάτη! Ένα κατασκεύασμα είτε από τον ίδιο τον Βόινιτς ή από τον Ντη και τον Κέλλυ ή από κάποιον άγνωστο απατεώνα για να το μοσχοπουλήσουν σε αδαείς. Όσα δεν φτάνει η αλεπού...λέω εγώ! Και θα εξηγήσω τη θέση μου και την εγκυρότητα του βιβλίου στο επόμενο ποστ, όπου και θα εισχωρήσουμε στον κρυπτολογικό λαβύρινθο της "γλώσσας" του συγκλονιστικού χειρογράφου.

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2007

ΤΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΒΟΙΝΙΤΣ- μέρος 3ο


"Το βιβλίο αυτό, που μου εμπιστεύτηκε ένας επιστήθιος φίλος, σου αποστέλλω αγαπητέ Αθανάσιε(...) με την βεβαιότητα ότι μόνο εσύ μπορείς να το διαβάσεις (...) γιατί παρόμοιες Σφίγγες δεν υποκλίνονται σε κανέναν άλλον, παρεκτός από τον αφέντη τους, τον Αθανάσιο Κίρχερ"

Το απόσπασμα αυτό προέρχεται από την επιστολή του 1666 του Γ.Μ.Μάρκι στον Ιησουϊτη ιερέα Αθανάσιο Κίρχερ (1602-1680). Μιλώντας για τον Κίρχερ αναφερόμαστε σε έναν πνευματικό ογκόλιθο της εποχής του. Γεννημένος στη Φούλντα, μια προτεσταντική πόλη του τότε Εκλεκτοράτου της Μαγεντίας (Μάιντζ), αναγκάστηκε να διακόψει πολλές φορές τις σπουδές του εξαιτίας της θύελλας του τριακονταετούς πολέμου. Αυτό δεν εμπόδισε τον φιλομαθή Γερμανό να μάθει λατινικά, εβραϊκά, ελληνικά και συριακά καθώς και να εντρυφήσει στα μαθηματικά, την αστρονομία, την φιλοσοφία, την γεωδαισία, τον φυσικό μαγνητισμό, την κρυπτογραφία και φυσικά τη θεολογία, αφού είχε καταφέρει να γίνει ευνοούμενος του καθολικού επισκόπου της Κολωνίας. Όταν ξεκίνησαν οι διωγμοί από τους προτεστάντες διέφυγε στη Γαλλία (όπου ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τα ιερογλυφικά) και από εκεί μετά από πολλές περιπέτειες και ένα ναυάγιο κατέληξε στη Ρώμη. Η ηγεσία των καθολικών δεν έχασε το λαβράκι και τον κράτησαν κοντά τους, παρέχοντάς του υλικό για τις ατέρμονες έρευνές του, στο Ρωμανικό Κολλέγιο. Η κατανόηση της κοπτικής γλώσσας, που μέχρι τότε παρέμενε μυστήριο ανάλογο με τα ιερογλυφικά, από τον Κίρχερ του έδωσε τον τίτλο του "Αιγύπτιου Οιδίποδα". Τα απίστευτα μηχανικά του αυτόματα διόγκωσαν την αίγλη του. Ενάμισο αιώνα πριν τον Σαμπολιόν επιτέθηκε και στα ιερογλυφικά αλλά δεν τα κατάφερε. Η φήμη του όμως σαν κρυπταναλυτή, εφευρέτη, αστρονόμου και μηχανικού είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις και εκατοντάδες επιστολές από ευγενείς και επιστήμονες έφταναν στον Κίρχερ καθημερινά. Μια από τις πολλές ήταν και η προαναφερθείσα που συνοδευόταν και από το χειρόγραφο Βόινιτς. Αυτό είναι αποδεδειγμένο γιατί βρέθηκε κολλημένη πάνω στο εσώφυλλο του βιβλίου. Δεν γνωρίζουμε δυστυχώς εάν ο Ιησουϊτης ασχολήθηκε με το παράξενο βιβλίο και την αλλόκοτη γραφή του. Το πιθανότερο είναι πως όχι. Στο Museum Kircherianum που είχε φτιάξει ο ίδιος και που αποτελούσε ένα από τα μεγαλύτερα αξιοθέατα της εποχής στη Ρώμη(με διάσημους επισκέπτες όπως τη βασίλισσα Χριστίνα της Σουηδίας), ο όγκος των προς μελέτη εγγράφων και αντικειμένων ήταν απίστευτος. Ο Κίρχερ πέθανε μισότυφλος και -από τις περιγραφές των συναδέλφων του- μάλλον μισότρελος. Λέτε τελικά να το διάβασε;

Τα χρόνια κύλησαν και το χειρόγραφο παρέμενε στο Ρωμανικό Κολλέγιο, ποιός ξέρει που καταχωνιασμένο (ξέρω βέβαια εγώ, όπως περιγράφω στο βιβλίο!). Όταν με το καλό οι Ιταλοί αποφάσισαν να κάνουν την καρδιά τους πέτρα και να ενωθούν σε μια κρατική οντότητα, το Ιησουϊτικό τάγμα δε βρισκόταν στις καλύτερές του μέρες. Ήδη είχε γνωρίσει δύο διαλύσεις και αντίστοιχες επανιδρύσεις. Το 1853 ο ολλανδικής καταγωγής Πέτρους Μπεκς εκλέγεται προκαθήμενος της Κοινωνίας του Ιησού(αρχι-Ιησουϊτης σημαίνει αυτό). Με το Risorgimento όμως ο προκαθήμενος τα χρειάστηκε. Τα στρατεύματα του Βιτόριο Εμμανουέλλε μπαίνουν στη Ρώμη το 1870 και ένα από τα πρώτα πράγματα που κάνουν είναι να δημεύσουν εκκλησιαστικές περιουσίες συμπεριλαμβανομένων και των ανεξάντλητων και ανεκτίμητων βιβλιοθηκών. Τα βιβλία έπαιρναν το δρόμο προς τη νεότευκτη δημόσια βιβλιοθήκη "Βίκτωρας Εμμανουήλ". Το νέο καθεστώς για να μην προκαλέσει σε μεγάλο βαθμό τη λαϊκή μήνη επέτρεψε στους ιερείς να κρατήσουν τα προσωπικά τους αντικείμενα. Ο προκαθήμενος (ο Μπεκς ντε!) αναθάρρησε. Σου λέει, κάτι θα γλιτώσουμε. Πιάνει μια και δυο και κολλάει μια ταμπέλα σε μια σειρά βιβλία: "Προσωπική βιβλιοθήκη Πέτρους Μπεκς". Σιγά το κόλπο! Κι εγώ που δεν είμαι Ιησουϊτης θα μπορούσα να το σκεφτώ. Όπως και να'χει το χειρόγραφο μαζί με μερικές εκατοντάδες άλλα κατέληξε στη βίλα Μοντραγκόνε. Η βίλα είναι ένα υπέροχο κτίσμα στο Φρασκάτι, λίγο έξω από τη Ρώμη. Είχε δωριστεί στο τάγμα από την οικογένεια Μποργκέζε και συγκεκριμένα από τον αξιοσέβαστο Μαρκαντώνιο το 1865. Και μιας και φτάσαμε ως εκεί, μη φύγετε, γιατί σε λίγο θα έρθει ο Βόινιτς αυτοπροσώπως! Το τάγμα που γνώρισε στο παρελθόν και χαλεπές μέρες το περίμεναν έτι χαλεπότερες! Η βίλα Μοντραγκόνε (βλέπε παρακάτω φωτό) ήθελε πολλά χρήματα για να συντηρηθεί και το 1912 αρχίζει να πουλάει τα βιβλία της κομμάτι κομμάτι μπας και ξαναζωντανέψει τον πορτοκαλεώνα της εσωτερικής αυλής ή ξαναδώσει ζωή στα αγγελάκια του συντριβανιού...

Τι να πει κανείς για τον Βόινιτς; Φοβερή φυσιογνωμία ο Λιθουανός. Το πραγματικό του όνομα ήταν Μίχαλ Βόινιτς(1865-1930). Το Γουίλφριντ προστέθηκε αργότερα για λόγους συνομωτικούς και τελικά επικράτησε. Γεννήθηκε στο Τέλσκι του Κόβνο , κάπου στα λασποτόπια της Λιθουανίας για να σας δώσω να καταλάβετε. Από μικρός στα βάσανα, σπούδασε φαρμακευτική χημεία (πολλοί συνάδελφοι μαζευτήκαμε και δε μ'αρέσει) στη Μόσχα. Σαν να μην του έφτανε αυτό ήθελε να γίνει και επαναστάτης. Αναμείχθηκε στο κίνημα των εθνικιστών Πολωνών για τον απεγκλωβισμό της χώρας από την τρυφερή αγκαλιά της ρωσικής αρκούδας. Σε κάποια προσπάθειά του να ελευθερώσει δύο δέσμιους συντρόφους, αιχμαλωτίστηκε ο ίδιος. Δεν θέλω να σκέφτομαι πολωνική φυλακή του τέλους του 19ου αιώνα. Ούτε κι ο Βόινιτς ήθελε και γι' αυτό κοιτούσε πάντα έξω από τα κάγκελα. Μια μέρα είδε μια αγγελική μορφή στο προαύλιο της φυλακής, που ερωτεύτηκε κατευθείαν. Όταν αποφασίστηκε η μεταφορά του στη Σιβηρία, κατόρθωσε να σχεδιάσει μια απόδραση και να την πετύχει με αντάλλαγμα μια σφαίρα στο δεξί πόδι. Πέστε μου εσείς τι θα κάνατε όταν επικηρυγμένοι, εξαντλημένοι και θεονήστικοι λιποθυμούσατε στο συντροφικό σπίτι που καταφέρνατε να φτάσετε με την ψυχή στο στόμα και το πόδι κατεστραμμένο, για να ξυπνήσετε την άλλη μέρα το πρωί και το πρώτο πράγμα που βλέπετε είναι η όμορφη γυναίκα που είχατε ερωτευτεί; Ο άνθρωπος πίστεψε ότι τα είχε τινάξει και τουλάχιστον βρισκόταν στον παράδεισο!
Αυτή ήταν η Έθελ Μπουλ και μετέπειτα Έθελ Βόινιτς. Ρομαντικό ε; Κόρη του διάσημου Άγγλου μαθηματικού Τζωρτζ Μπουλ (μιας πραγματικής ιδιοφυϊας), μια φλογερή προσωπικότητα, η Έθελ είχε συνταχτεί στον αγώνα των επαναστατών. Θαυμάστρια του αρχηγού των επαναστατών "Στέπνιακ" είχε πεταχτεί μέχρι τη Βαρσοβία για να συνδράμει τον αγώνα αλλά ο έρωτας είναι ανίκητος στη μάχη. Να μην τα πολυλογούμε η Έθελ επέστρεψε στη χώρα της και ο Βόινιτς την ακολούθησε (και καλά κυνηγημένος...) πουλώντας το πανωφόρι και τα γυαλιά του στο δρόμο και ταξιδεύοντας λαθρεπιβάτης σε ένα πλοίο με μήλα (τουλάχιστον δεν θα ήταν νηστικός). Στην Αγγλία το ζεύγος συνέχισε την επαναστατική του δραστηριότητα μέχρι που ο Βόινιτς βρήκε δουλειά σε ένα βιβλιοπωλείο και ο μάγκας ο Στέπνιακ πέθανε άδοξα καθώς τον πάτησε το τρένο (που ερχόταν από το Μπρίστολ)! Μη χαμογελάτε, είναι γεγονός. Η ανάμειξη του Βόινιτς με τα βιβλία, του άλλαξε τη ζωή, όπως και στους περισσότερους από μας. Αυτός βέβαια διέγνωσε το "ψωμί" που είχε η πώληση παλιών βιβλίων (σε αντίθεση με μας που ξοδεύουμε περιουσίες για να αγοράζουμε καινούρια) και ξεκίνησε ένα σαφάρι ανεύρεσής τους. Σε λίγα χρόνια είχε γίνει ένας από τους πιο σημαντικούς παλαιοβιβλιοπώλες του Λονδίνου. Αγόραζε και πουλούσε. Αγόραζε και πουλούσε. Όλο και πιο σπάνιους τόμους. Δεν θυμάμαι αν το ανέφερα, αλλά αγόραζε και πουλούσε. Σε όλη την Ευρώπη. Μέχρι που το 1912 η τύχη τον έριξε εδώ. Εδώ ντε, που σας είπα να περιμένετε! Κάποια στιγμή με τους πρώτους τριγμούς του πολέμου το ζεύγος την κοπανάει για Αμερική. Στη Νέα Υόρκη κάνουν νέο κύκλο και οι δουλειές πάνε καλά. Ο Βόινιτς έχει αγοράσει το ομώνυμο χειρόγραφο από τη βίλα Μοντραγκόνε για πενταροδεκάρες και ανταλλάσοντάς το με μια στοίβα "άθλια μυθιστορήματα της πεντάρας", όπως θα πει αργότερα. Κρατάει μυστική την προέλευση του πολύτιμου χειρογράφου, όπως είχε υποσχεθεί στους Ιησουϊτες, και σαν καλός έμπορος το δίνει σε επιστήμονες να το αξιολογήσουν και πιθανώς να το αποκωδικοποιήσουν. Πίστευε ότι θα έπιανε ένα τεράστιο ποσό από την πώλησή του. Οι επιστολές που είχε στην κατοχή του από τον Μάρκι προς τον Κίρχερ και που συνόδευαν το βιβλίο, έδειχναν προς την κατεύθυνση του Ρότζερ Μπαίηκον. Τι απεφάνθησαν οι αναλυτές θα το δούμε άλλη στιγμή. Έγινε ντόρος στη Φιλαδέλφεια όπου και παρουσιάστηκε επίσημα το βιβλίο και τα πρώτα δειλά αποτελέσματα της έρευνας. Όμως κάπου αυτή αποτελματώθηκε, άρχισαν οι πρώτες αμφισβητήσεις, η προσπάθεια αποκωδικοποίησης αποδείχθηκε ατελέσφορη, με αποτέλεσμα το "ugly duckling" (ασχημόπαπο) , όπως ο ίδιος συνήθιζε να το αποκαλεί, να μη βρίσκει αγοραστές.

Τελικά πέθανε. Όχι το ασχημόπαπο. Ο Βόινιτς.
Κληρονόμος φυσικά η Έθελ, η οποία σημειωτέον είχε γράψει το πολύ πετυχημένο μυθιστόρημα "Gadfly". Αποκάλυψε στους δημοσιογράφους που είχε βρει ο άντρας της το χειρόγραφο και το ενδιαφέρον αναζωπυρώθηκε. Μετά το θάνατο της Έθελ το βιβλίο περνάει στην κατοχή της Ανν Νηλ, φίλης του ζευγαριού και γραμματέος του Γουίλφριντ. Αυτή είναι που καταφέρνει τελικά να το πουλήσει σε έναν Εβραίο παλαιοβιβλιοπώλη τον Χ.Π.Κράους, το 1961 για $24500 . Ο Κράους το έβγαλε αμέσως στο σφυρί για $160000! Κακό του κεφαλιού του, γιατί δεν το αγόρασε κανένας. Επτά χρόνια πάσχιζε, είδε κι απόειδε και το δώρισε στο Γέηλ, να σχωρνάνε τα πεθαμένα του. Αυτά...



Άρα;......... Τι άρα; Τζίφος και η ιστορική αναδρομή για το τι τελικά αντιπροσωπεύει αυτό το πράμα που λέγεται χειρόγραφο Βόινιτς. Τι απομένει; Θα ξεσκονίσω τα κιτάπια μου (και η βιβλιοθήκη μου έχει την ανάλογη ανάγκη) και θα επανέλθω για μια βουτιά στα βαθιά, στην ανάλυση και τις θεωρίες που έχουν αναπτυχθεί για το πιο μυστηριώδες χειρόγραφο του κόσμου.