Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λιβάνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λιβάνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

ΚΟΠΕΛΑ ΠΟΥ ΣΕ ΛΕΝΕ ΦΙΝΙ

"Κοπέλα που σε λένε Φίνι" είναι ο τίτλος του νέου μυθιστορήματος του Δημήτρη Μαμαλούκα, από της εκδόσεις Λιβάνη. Αποκλίνοντας κάπως από τα συνήθη αστυνομικά του μονοπάτια, ο συγγραφέας περιγράφει τον τιτάνιο αγώνα μιας νεαρής γυναίκας για να αποδράσει από τον βασανιστικό εγκλεισμό της σε μια πόλη-εργοστάσιο.


Η εφιαλτική, άχρονη και άτοπη φάμπρικα, βγαλμένη θαρρείς από τις καφκικές σκιές, μεταχειρίζεται τους ανθρώπους σαν αναλώσιμα εξαρτήματα μιας απρόσωπης μηχανής. Η Φίνι όμως δε μοιάζει με όλους τους άλλους. Η θέλησή της αποδεικνύεται πιο σκληρή κι απ' το ατσάλι που η ίδια κατεργάζεται. Ο καθημερινός της στόχος είναι να ζήσει ως το άλλο πρωί, αντιπαλεύοντας την ανελευθερία, τη βαναυσότητα, την εξουθένωση και τον εξευτελισμό με μόνο όπλο την πεισματική αντίσταση και τη συμπαράσταση ενός σκιώδους φίλου. Η μάχη της για επιβίωση θα μετασχηματιστεί όταν θα μάθει την ιστορία κάποιου Λακάν. Του ανθρώπου που είχε κατορθώσει να δραπετεύσει από το κολαστήριο και να διανύσει την αφιλόξενη, χαλικόστρωτη, άνυδρη γη, τη γεμάτη αλλόκοτα θηρία, που περιέβαλλε το συγκρότημα. Του άμδρα που είχε φτάσει ίσαμε το ποτάμι που τον χώριζε από τη Χώρα της Ελευθερίας.


Η τύχη της Φίνι θα αλλάξει όταν θα κατορθώσει να παρεισφρύσει στο θεραπευτήριο της γιγάντιας μονάδας και να βρει δουλειά στο νεκροτομείο. Στους ζοφερούς εκείνους χώρους θα γνωρίσει τα πρόσωπα που θα αλλάξουν όχι μόνο την καθημερινότητα αλλά και τη μοίρα της και που με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο θα την οδηγήσουν στην απόδραση, στα βήματα του Λακάν. Όμως ακόμα και τότε η επιβίωσή της θα αιωρείται διαρκώς στην άκρη μιας εύθραυστης κλωστής. Ο αναγνώστης ζει την αγωνία της ηρωίδας και του συνδραπέτη της Γκον -ενός καθυστερημένου πνευματικά άντρα- μέχρι την άκρη του ποταμιού, στα όρια της ανθρώπινης αντοχής και πέρα απ' αυτά, στις παρυφές του ανέφικτου.


Όμως ο Μαμαλούκας ποτέ δεν έδειξε οίκτο για τους ήρωές του, τόσο που φοβάμαι ότι κάποτε θα τον τιμωρήσουν ομαδικά και παραδειγματικά! Έτσι λοιπόν και η αλύγιστη Φίνι θα έχει ζήσει όλες τις δυνατές αντιξοότητες μέχρι την εσχατιά του ονείρου της, για να βιώσει και μια ακόμη, στο τέλος του συγκινητικού της αγώνα.


Η πόλη-εργοστάσιο σε άλλους θα θυμίσει γκούλαγκ και σε άλλους Γκουαντάναμο. Η ατέλειωτη φυγή πάνω στα γκρίζα χαλίκια σε κάποιους θα φανεί περιπετειώδης και σε κάποιους εξόχως συμβολική. Ποιος όμως είναι ο συμβολισμός που κρύβεται πίσω από την αέναη πάλη του ανθρώπου με τα θηρία ή, ακόμα χειρότερα, με τα ανθρώπινα θηρία; Δε θα πω τι σκέφτομαι. Έχω την αίσθηση ότι ο Μαμαλούκας αφήνει πολλές χαραμάδες ανοιχτές στην αλληγορία του, ακριβώς για να αναπνεύσει ο καθένας μας την αποφορά του δικού του εφιάλτη. Θα παρατηρήσω μόνο ότι η γραφή του Λευκαδίτη έχει φτάσει στην ωριμότητά της, δίχως να απαρνείται τα αγαπημένα του μοτίβα της βίας, του εγκλεισμού, του ψυχολογικού διχασμού ή της εκδίκησης. Εξακολουθεί να σκαρφίζεται ευφυείς σκηνές, να ενορχηστρώνει εφευρετικά την πλοκή του και, κυρίως, να χώνει τα γυμνά δάχτυλα στο κουφάρι μιας δυσώδους κοινωνίας. Στη Φίνι του φρονώ ανήκει μια θέση στην πινακοθήκη των κολασμένων.




Άλλα έργα του συγγραφέα:


-Όσο υπάρχει αλκοόλ υπάρχει ελπίδα, εκδ. Απόπειρα


-Ο μεγάλος θάνατος του Βοτανικού, εκδ. Καστανιώτη


-Η απαγωγή του εκδότη, εκδ. Καστανιώτη


-Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα, εκδ. Καστανιώτη


-Η μοναξιά της ασφάλτου, εκδ. Λιβάνη




Άλλες κριτικές που ξέρω, αυτές του Νίκου Παργινού και του Librofilo.


Σάββατο 4 Απριλίου 2009

ΠΑΝΑΚΕΙΑ XI


Τι διασκεδαστική ειρωνεία! Ετούτο το παλιό νταμάρι έχει μεταμορφωθεί σε κοιλάδα των λειψάνων. Όλα τα κόκαλα και τα κρανία από τα κοιμητήρια του Παρισιού έχουν μεταφερθεί σε τούτες τις κατακόμβες, σε ατελείωτους διαδρόμους, κόγχες, στοίβες και σειρές.

Κυριακή 29 Μαρτίου 2009

ΠΑΝΑΚΕΙΑ X

Πήρα ένα χοντρό κερί από έναν κηροστάτη και άρχισα να δοκιμάζω τα κλειδιά. Βρήκα σύντομα το σωστό και έσπρωξα την πόρτα με δύναμη.

Το πρώτο πράγμα που αισθάνθηκα ήταν ένα ελαφρύ χάδι αέρα. Σήκωσα το κερί ψηλά, κι αυτό τρεμόπαιξε φωτίζοντας δύο κυκλικές οπές στο θολωτό ταβάνι, απ’ όπου γινόταν ο εξαερισμός. Παρ’ όλα αυτά, μια ελαφριά μυρωδιά μούχλας και κλεισούρας γέμισε το χώρο. Ο θόλος της οροφής ήταν τόσο χαμηλός, που αρκούσε να απλώσω το χέρι για να τον ακουμπήσω. Οι σαρκοφάγοι των ιπποτών που είχαν διατελέσει μεγάλοι μάγιστροι του τάγματος βρίσκονταν αραδιασμένες στην περιφέρεια του τοίχου. Δε δυσκολεύτηκα να διακρίνω αυτή του Λα Βαλέτ. Ήταν η πιο εντυπωσιακή.


Είδα την πέτρινη σαρκοφάγο με τα πόδια σε μορφή λιονταριών να φέρει τα σύμβολα του θυρεού του, που τον κρατούσαν ένας αετός και ένα λιοντάρι. Από πάνω της, στον τοίχο, φαινόταν η μαρμάρινη επιγραφή που είχα δει και στο παρελθόν και η οποία τον εξυμνούσε ως σωτήρα της Μάλτας και του Χριστιανισμού. Πάνω στον τάφο βρισκόταν τοποθετημένη η βαριά μαρμάρινη πλάκα με το σκαλιστό ιππότη ξαπλωμένο και τα χέρια του σε θέση προσευχής. Έκανα βιαστικά κι εγώ τη δική μου και τράβηξα το ατσάλινο σπαθί από το ζωνάρι.

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2009

ΠΑΝΑΚΕΙΑ IX


Ένα κρανίο, όπως συνήθιζαν να του βάζουν οι ζωγράφοι δίπλα του, για να δείξουν το στοχασμό του θανάτου, έγερνε πάνω στο τραπέζι, με τις μαύρες κόγχες του στραμμένες στο απόκοσμο φως.
Όμως δεν ήταν αυτό που με έκανε ν’ αναρριγήσω. Ήταν το πρόσωπο του αγίου, εκείνο το ασκητικό και συλλογισμένο πρόσωπο. Κι εκείνες οι βαθιές ρυτίδες στο άτριχο μέτωπο. Και τα γένια τα άσπρα που έφταναν ίσαμε το στέρνο. Και τα βλέφαρα τα μισόκλειστα, πάνω απ’ τη στενή μύτη. Πλησίασα κι άλλο, γέρνοντας το κεφάλι, για να σιγουρευτώ. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Εκείνο το πρόσωπου του Αγίου Ιερώνυμου που έβλεπα μπροστά μου, το είχα ξαναδεί. Λίγο πιο γερασμένο, λίγο πιο αδύνατο, μα το είχα ξαναδεί. Ήταν εκεί, στο κρεβάτι του πόνου, στο κελί ενός μοναστηριού, λίγο πριν φτάσει ο θάνατος...

Τρίτη 10 Μαρτίου 2009

ΠΑΝΑΚΕΙΑ VIII

«Αφού πρέπει ντε και καλά να μπω στο κάδρο, θα γίνει το θέλημα σου. Άλλωστε κάποιος πρέπει να σου κρατάει το κράνος, καθώς λες. Όμως θα μπω σαν παιδί, σα νεαρός ακόλουθος».
«Και πως θα γίνει αυτό;» απόρησε ο φίλος μου.
«Κάτσε και θα δεις» απάντησα σιβυλλικά και τον αποχαιρέτισα.
Πήγα ξανά στο μικρό σπίτι. Χρειάστηκα περισσότερο χρόνο απ’ όσο φανταζόμουν για να ανακαλύψω αυτό που έψαχνα μέσα στις ατελείωτες στοίβες βιβλίων. Στο τέλος όμως το βρήκα, προσεκτικά φυλαγμένο σ’ εκείνον τον αλχημιστικό τόμο με τον παράξενο τίτλο «Hermeticum Philosopharum», όπου το είχα κρύψει. Ήταν το σκίτσο που είχε κάνει ο αφέντης Λα Βαλέτ, σ’ εκείνον τον περίπατό μας, κάτω από ένα δέντρο. Τότε βέβαια κρατούσα καμαρωτός το σπαθί του. Στον πίνακα θα βαστούσα μια περικεφαλαία. Ήμουν όμως νέος, πολύ νέος, με φωτεινά μάτια και κοντά, ξανθωπά ακόμα μαλλιά. Ήταν το μόνο αναμνηστικό που είχα από το Λα Βαλέτ, μα πίστευα ότι ο μαέστρος ο Καραβάτζο δε θα δυσκολευόταν να δώσει ζωή και χρώμα σ’ εκείνες τις αδρές γραμμές από κάρβουνο.
«Αυτός είσαι εσύ; Μα βέβαια, τι ρωτάω. Βλέπω τη μύτη σου και τα φρύδια σου. Χα, χα! Ωραίο σκίτσο. Θα πρέπει ο Λα Βαλέτ να είχε πολλά χαρίσματα. Εντάξει λοιπόν».
Ο Αλόφ δεν περίμενε να δει κάτι τέτοιο, μα δεν έφερε και αντιρρήσεις. Κι έτσι ο Καραβάτζο πρόσθεσε και την αφεντιά μου σ’ εκείνον τον υπέροχο πίνακα που αντανακλά όλο το στρατιωτικό μεγαλείο, τη σωφροσύνη και την εξυπνάδα των Ιπποτών της Μάλτας, δίπλα στο Μεγάλο Μάγιστρο, Αλόφ ντε Βινιακούρ.


Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2009

ΠΑΝΑΚΕΙΑ VII

Οι άνθρωποι αποφεύγουν τις κηδείες. Ξέρω γιατί. Όχι επειδή φοβούνται την όψη του νεκρού, το κερένιο χρώμα του, το λιπαρό και φουσκωμένο δέρμα του ή τις μύγες που κάθονται πάνω του ανενόχλητες. Επειδή φοβούνται τον ίδιο το θάνατο. Οι κηδείες τους θυμίζουν την ύστατη ώρα. Αυτή που δεν μπορούν να αποφύγουν. Ακόμα χειρότερα, γιατί τους θυμίζουν τους πολλούς, τους χιλιάδες θανάτους που έχουν ζήσει, που ζουν οι ίδιοι, κάθε μέρα και κάθε στιγμή. Γι’ αυτό και πασχίζουν με ψιμύθια και μαντζούνια να τον καθυστερήσουν.



Στην κηδεία του αδερφού μου, δύο μέρες μετά την επίσκεψή μου, ήμασταν δεν ήμασταν δέκα άτομα. Οι πιο πολλοί ήταν μέλη της συντεχνίας των ιχθυοπωλών και μύριζαν χειρότερα κι από το πτώμα του Δημήτριου. Ο ουρανός ψιλόβρεχε θλίψη και η χήρα πετροβολούσε με κατάρες τη Μοίρα. Ο μόνος πραγματικά ατάραχος ήταν ο μικρός Νικόλαος που είχε αίμα ελληνικό. Βλέπετε, η ράτσα μου είναι αιώνες συνηθισμένη να παλεύει με την πέτρα, την αρμύρα και το Χάρο. Και να χάνει πάντα.


Ούτε ‘γω δάκρυζα. Λυπόμουν, ναι, αυτή είναι η σωστή λέξη. Λυπόμουν για τον εαυτό μου. Για τη ζωή μου τη χαμένη. Για κείνες τις ζωές που’ χα πάρει με αντάλλαγμα τη δική μου και λίγη δόξα. Ακόμα περισσότερο λυπόμουν για κείνες που’ χα χάσει, τις δικές μου ζωές, όλα τα χρόνια που κυνηγούσα τη χίμαιρα της Πανάκειας, του βοτανιού, της σκόνης της γιατρειάς, του απεικάσματος ενός μακρύτερου και καλύτερου βίου.


Δεν είχα ζήσει. Είχα ονειρευτεί να ζήσω…

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

ΠΑΝΑΚΕΙΑ VI

Όταν φτάσαμε σ’ εκείνο το σημείο ο ουρανίσκος μου έκαιγε από την πιλάλα. Ένας κύκλος πολεμιστών είχε ριχτεί σε μια λυσσαλέα μάχη πάνω απ’ το σώμα του διοικητή μας και χώθηκα κι εγώ ανάμεσά τους. Η λόγχη μου ήταν άχρηστη. Την πέταξα και τράβηξα το ξιφίδιό μου από τη ζώνη, που ήταν επιμελώς τροχισμένο με ακονόπετρα. Άρχισα να χτυπώ με μανία. Η όρασή μου θόλωσε, είχα την εντύπωση ότι είχε ξαφνικά σκοτεινιάσει. Μα χτυπούσα αδιάκριτα, δεξιά κι αριστερά, σφίγγοντας την κοκάλινη λαβή με όλη μου την δύναμη, εισπνέοντας σκόνη και δαγκώνοντας χώμα, ραντίζοντας με αίμα τη γη, ξανά και ξανά, δεξιά κι αριστερά, χωρίς να κοιτώ, χωρίς να ξέρω αν σκότωνα, κι αν αυτοί που σκότωνα ήταν μουσουλμάνοι ή χριστιανοί.
Φευγαλέα περνούσαν από μπροστά μου πρόσωπα πιτσιλισμένα από αίμα, μάσκες αγωνίας, μορφασμοί πόνου, μάτια τρομαγμένα, δόντια σφιγμένα, κορμιά βρώμικα, πόδια ανοιγμένα, χέρια κομμένα, κράνη σπασμένα, θώρακες με βαθουλώματα, όπλα ορφανά, κραυγές χωρίς ηχώ και ψυχές αδειανές. Κι εγώ συνέχιζα να στριφογυρίζω μέσα στον ορυμαγδό, αλαφιασμένος, σα μύστης παγανιστικής τελετής, σαν τρελός, με το αίμα να φτάνει μέχρι το κόκαλο της λαβής και να στάζει στα δάχτυλά μου, γλοιώδες, κολλώδες και ζεστό. Κάποια στιγμή τα ίδια αυτά δάχτυλα άνοιξαν μόνα τους, κι άφησαν τι ξιφίδιο να πέσει στα πόδια μου. Πήγα να σκύψω να το πάρω μα δε μπόρεσα. Για τον ίδιο λόγο που το είχα χάσει. Και ο λόγος αυτός ήταν ο πόνος. Ένας βαθύς, οξύς πόνος που έκανε τον αέρα στα πνευμόνια μου να ξεραθεί. Ένας πόνος που ξεκινούσε από την πλάτη μου και που έσχιζε σαν κεραυνός όλο μου το σώμα στα δυο. Πήγα να πω «μάνα», μα πριν προλάβω σωριάστηκα στο έδαφος.
Μετά έσβησαν όλα τα κεριά του κόσμου.

[Απόσπασμα από την "Πανάκεια", φωτογραφία από το Ιστορικό Μουσείο της Βαλέτας]

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2009

ΠΑΝΑΚΕΙΑ V

Είχα μάθει μάλιστα κι εκείνο το παιχνίδι, το σκάκι, που όλο και πιο πολύ είχε αρχίσει να παίζεται μεταξύ ιπποτών και στρατιωτών. Βλέπετε, ο Λα Βαλέτ είχε κόψει με το μαχαίρι τις άσωτες συνήθειες στους άντρες του, δηλαδή αυτές της οινοποσίας και των τυχερών παιχνιδιών. Το σκάκι δεν ανήκε σε αυτές τις αποκλίσεις κι έτσι με μαγνήτισε. Όχι βέβαια τόσο που να γίνω σοβαρός παίκτης, μα αρκετά ώστε να αγοράσω μια ξυλόγλυπτη σκακιέρα την οποία έκανα δώρο στην Αντέλια, μαθαίνοντας της και τους κανόνες. Μερικές φορές την κουβαλούσε μαζί της και διασκεδάζαμε παίζοντας. Δεν ήταν ισχυρή παίκτρια, μα την άφηνα συχνά να με κερδίζει μόνο και μόνο για να βλέπω το χαμόγελο να αστράφτει στο πρόσωπό της και να κάνει σα μικρό παιδί.



Η χαρά που αντλούσε από το σκάκι με έκανε κι εμένα ευτυχισμένο. Κάποτε μάλιστα που επισκέφτηκε το νησί της Μάλτας μια Ιταλίδα ζωγράφος, η Σοφονίσμπα Ανγκουίζολα, ο Εσδρά την είχε πληρώσει αδρά για να φτιάξει το πορτραίτο της κόρης του μπροστά σε μια σκακιέρα. Δεν είδα τον πίνακα παρά πολύ αργότερα. Στο αριστερό μέρος η αγαπημένη μου κοιτά προς το θεατή έχοντας τα κρινένια της δάχτυλα ακουμπισμένα πάνω στα πιόνια. Φοράει ένα όμορφο κόκκινο μπροκάρ φόρεμα με λευκή δαντέλα στα μανίκια. Παίζει με τα λευκά, όπως λευκή ήταν όλη η ζωή της κι έχει αφαιρέσει μόλις, ένα μαύρο πιόνι από την αντίπαλό της, που δεν είναι άλλη από την εξαδέλφη της Σάρα. Ένα μικρότερο κορίτσι στο κέντρο του πίνακα χαμογελάει με τη σαστισμάρα της ηττημένης, ενώ η καλοσυνάτη βάγια της παρακολουθεί από το δεξί άκρο του πίνακα. Τα κορίτσια παίζουν κάτω από μια βελανιδιά, ενώ στο βάθος διακρίνεται το καμπαναριό του Αγίου Παύλου και η ακρόπολη του Γκότζο.
Η σκακιέρα του πίνακα δεν είναι άλλη απ’ αυτή που της είχα χαρίσει και το βλέμμα της Αντέλια, έξυπνο, γοητευτικό και σπιρτόζικο, όπως ακριβώς το είχα δει εκατοντάδες φορές όταν έσκυβα για να τη φιλήσω. Όπως και να’ χει η Αντέλια δεν ήταν η μόνη που είχε τη χαρά να δει το πρόσωπό της σε έναν πίνακα ζωγραφικής. Μα θα μου επιτρέψει η ευγένειά σας να μιλήσω γι’ αυτό στην ώρα του. Γιατί οι ανέμελες στιγμές στο νησί της Μάλτας δεν έμελλε να κρατήσουν για πάντα.

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2009

ΠΑΝΑΚΕΙΑ IV




"Για να πω την αλήθεια, όταν ανέλαβε τον υψηλό θώκο ο Ζαν Παριζό ντε Λα Βαλέτ ήταν ήδη εξήντα δύο ετών. Όμως είχε το σφρίγος και τις αντοχές ενός εφήβου. Από την πρώτη στιγμή ξεκαθάρισε ότι βασικό του μέλημα θα ήταν η προετοιμασία για τη μεγάλη σύγκρουση. Κανείς μας δεν έβλεπε σύννεφα στον ορίζοντα μα ο Λα Βαλέτ είχε τις πηγές του. Έλληνες έμποροι από την Κωνσταντινούπολη ήταν οι πληροφοριοδότες του. Και τα νέα που έφταναν ήταν άκρως ανησυχητικά. Όταν ο Σουλεϊμάν εκπόρθησε τη Ρόδο ήταν ένας νέος ηγέτης είκοσι εννέα χρονών. Το έτος 1557 που ο κύριός μου ανέλαβε την εξουσία του τάγματος ήταν κι αυτός εξηντάρης. Μα δεν είχε χάσει σε τίποτα από την επιθετικότητά του. Στην Κωνσταντίνου Πόλη λοιπόν, έλεγαν οι ειδήσεις, ναυλοχούσε έναν τεράστιο αποβατικό στόλο, που όμοιό του δε θα είχε ξαναδεί η Μεσόγειος Θάλασσα. Και ο πρώτος στόχος θα ήταν η Μάλτα, που θα γινόταν η πέτρα πάνω στην οποία θα πατούσε για να βάλει χέρι στη Σικελία και την Ιταλία. Χιλιάδες στρατιωτών μαζεύονταν από τα βάθη της Ανατολής και εξασκούνταν στα όπλα που απαιτεί μια πολιορκία. Τα σιδεράδικα κατασκεύαζαν μεγαλύτερα καλούπια για ακόμα μεγαλύτερα κανόνια, βαριά σαν τον θάνατο".

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2008

ΠΑΝΑΚΕΙΑ III


"Αφού περιπλανήθηκαν για κάποιο διάστημα στην Κρήτη και στην Πελοπόννησο κατέληξαν στην Σικελία, αντιβασίλειο της Ισπανίας. Για τους δικούς τους λόγους ο καθένας οι ισχυροί ηγεμόνες της Ευρώπης αρνούνταν να φιλοξενήσουν το ανέστιο τάγμα. Τη λύση τελικά έδωσε ο Κάρολος ο Ε', ο επονομαζόμενος Κουίντος, αψβουργικός γόνος και βασιλιάς της Ισπανίας. Η επίσημη χάρτα με τη βούλα του Καρόλου παραχώρησε τη Μάλτα στην αδελφότητα, με έναν μόνο όρο. Οι ιππότες έπρεπε να στέλνουν κάθε χρόνο ένα εκπαιδευμένο γεράκι στον βασιλιά κι έναν ακόμα στον αντιβασιλέα της Σικελίας, που είχε αναλάβει τις διαμεσολαβήσεις. Έτσι τα γεράκια της Μάλτας έγιναν το ισχνό αντίτιμο της κτήσης του νησιού.

Όταν βέβαια οι Ιωαννίτες έφτασαν στο νησί, δεν βρήκαν ακριβώς αυτό που περίμεναν. Σε αντίθεση με την καρποφόρα και ευημερούσα Ρόδο, συνάντησαν έναν κίτρινο βράχο να πλέει στη μέση του πουθενά. Η βλάστηση της Μάλτας ήταν υποτυπώδης, το έδαφος στείρο και τα αποθέματα νερού προβληματικά. Εκτός αυτού το πιο κοντινό μέρος τροφοδοσίας ήταν η Σικελία, μια ημέρα με δυνατό κουπί μακριά, όσο περίπου απείχαν και τα επικίνδυνα παράλια της Αφρικής με τις πειρατικές τους βάσεις. Έγινε σύντομα φανερό ότι ο Κάρολος Κουίντος είχε σκεφτεί έξυπνα, αφού ορίζοντας ως νέο τόπο διαμονής των ιπποτών την Μάλτα, έφτιαχνε ένα προκεχωρημένο φρούριο στα νότια των κτήσεων της Ισπανίας χωρίς ταυτόχρονα να χάνει ο ίδιος σπουδαία πράγματα.

Παρ’ όλα αυτά ο Ιλ Αντάμ αποδέχτηκε την προσφορά, όχι μόνο για να μην προσβάλει τον ερίτιμο βασιλέα, αλλά και επειδή διέγνωσε το στρατηγικό πλεονέκτημα του νησιού σε σχέση με το μεσογειακό εμπόριο, καθώς και την αμυντική ισχύ των αξιόλογων λιμανιών του. τα προβλήματα όμως των Ιωαννιτών δεν σταμάτησαν εκεί. Οι ντόπιοι ήταν εντελώς απρόθυμοι να αποδεχτούν τον νέο αφέντη και ανάμεσά τους φυσικά οι ευγενείς που φοβούνταν για την πιθανή απώλεια των προνομίων τους. Από την άλλη ο Μεγάλος Μάγιστρος ήταν ανυποχώρητος και άλλοτε με την απειλή των όπλων κι άλλοτε με την διπλωματία κατάφερε να πείσει τους προύχοντες του νησιού. Έτσι σύντομα περπάτησε με την συνοδεία του προς την κεντρική πύλη της Μεδίνα, της πρωτεύουσας στο εσωτερικό του νησιού, όπου τον περίμενε ο «capitano de la verga», ο επικεφαλής των ευγενών, για να του παραδώσει τα κλειδιά. Ο πατέρας Αρμάνδος μου περιέγραψε γλαφυρά τον ψηλό ιππότη ντυμένο στο μαύρο μανδύα του με τον άσπρο σταυρό και το εντυπωσιακό κολάρο, να στέκεται υπερήφανα κάτω από το βελούδινο σκιάδιο, τις τέσσερις ράβδους του οποίου κρατούσαν οι υπασπιστές του. Δύο άλλοι Μάγιστροι κουβαλούσαν ο ένας το σπαθί του Ιλ Ανταμ κι ο άλλος την βασιλική βούλα. Ήταν μια είσοδος αντάξια ενός πρίγκιπα.
Με τον τρόπο αυτό οι Ιωαννίτες εγκαταστάθηκαν στο νησί και άρχισαν παρευθύς την ανασυγκρότηση. Νέα τείχη προστέθηκαν στα παλιά, ισχυρότερα φρούρια οικοδομήθηκαν, παρατηρητήρια για τον κίνδυνο των εισβολών πειρατών διασπάρθηκαν σ’ όλες τις ακτές, βαθύτερες τάφροι σκάφτηκαν, το νεώριο του λιμανιού εξελίχθηκε και μια χοντρή αλυσίδα ένωσε τα δύο σκέλη στο έμπα του ελέγχοντας την κίνηση.

Η Μάλτα μετατράπηκε στον προμαχώνα της Χριστιανοσύνης".

[Απόσπασμα από το νέο μου μυθιστόρημα, "ΠΑΝΑΚΕΙΑ"]



Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2008

IMPERIUM

Στη μεγαλύτερη πόλη της ανατολικής επαρχίας της αυτοκρατορίας ένα σμήνος αγριόπαπιες πετά πάνω απ’ τα τείχη και κατευθύνεται προς την ανατολή. Το βλέμμα των φρουρών τις ακολουθεί και βυθίζεται στην άκρη του ορίζοντα σε μια ασυνήθιστη γραμμή. Όσο περνάει η ώρα, η γραμμή διαγράφεται καθαρότερα και επιβεβαιώνει την εγκυρότητα της τρομερής είδησης. Η ατέλειωτη σειρά του εχθρικού στρατού χάνεται κατά τμήματα μέσα στην ομίχλη και στριφογυρίζει σαν φίδι στην πεδιάδα. Μέσα απ’ τα τείχη ένα παιδί ζει τις τελευταίες ώρες απ’ τα χρόνια της αθωότητάς του...

Το κύμα της ιστορίας περνάει απ’ τη ζωή ενός συνηθισμένου παιδιού. Το νήμα της μοίρας του είναι έτοιμο να βουτήξει στο κύμα της ιστορίας. Ποιος άραγε κινεί τα νήματα της μοίρας; Μέχρι πού φτάνει το δικαίωμα του ανθρώπου να επιλέγει; Μπορούν οι επιλογές μας να αλλάξουν τη μοίρα;


Αυτά μπορεί να διαβάσει κανείς στο οπισθόφυλλο του "IMPERIUM" του Μιχάλη Σπέγγου από τις εκδόσεις Λιβάνη. Ένα βιβλίο που διάβασα με πολύ ενδιαφέρον και στο οποίο συνάντησα πλείστες αρετές, αλλά και μερικές από τις εγγενείς αδυναμίες των Ελλήνων συγγραφέων.

Στην πράξη πρόκειται για τη φανταστική βιογραφία ενός ανθρώπου, που από τον εξανδραποδισμό στην τρυφερή του ηλικία και τη γαλούχησή του στη χώρα των απίστων (το σκηνικό δεν προσδιορίζεται, μα εμφανώς είναι ο Μεσαίωνας του Βυζαντίου), φτάνει στην καταξίωση λόγω των ιδιαίτερων χαρισμάτων του. Από την ελευθερία και την απομόνωση, στην πολεμική καταξίωση και στην ανάρρηση στα ύπατα αξιώματα της Αυτοκρατορίας. Όλος αυτός ο δύσβατος και αιματηρός δρόμος είναι στρωμένος με πλάκες σοφίας, εσωτερικής αναζήτησης, ψηλάφησης της κοινωνικής γλυφής και διαμόρφωσης προσωπικότητας. Δεν είναι όμως μια απλή περιπέτεια, ούτε ένα μυθιστόρημα μαθητείας. Είναι μάλλον θα έλεγα μια αλληγορία για την απόκτηση, την ισχύ και την διαιώνιση μιας αυτοκρατορίας, της εξουσίας της ίδιας, της ουσίας της δύναμης από τότε έως και σήμερα.

Ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτηρίζει την ιστορία του "ένα μεγάλο και βασανιστικό ερώτημα", μα εγώ νομίζω πως δίνει και απαντήσεις. Δυστυχώς όχι όλες, όχι σε όλους τους προβληματισμούς που καταπιάνεται (και δεν είναι λίγοι). Κι αυτό είναι ένα από τα (λίγα ομολογουμένως) ψεγάδια του βιβλίου. Ένα άλλο στοιχείο που (προσωπικά απόλαυσα, μα που) στοιχηματίζω πως θα ξίνισε στις γυναίκες αναγνώστριες ήταν η μεγάλη έκταση της κομβικής μάχης που χρίζει τον ήρωα- ήρωα, αναδεικνύοντας την ιδιοφυϊα του! Δύσκολοι καιροί για πολεμιστές...

Έργα του ίδιου:


α)Περί Αισθημάτων

β)Η Τελευταία Συγγνώμη

γ)Μπίλη ο Τίγρης

δ)Η Εξομολόγηση Ενός Πυρηνικού Φυσικού

ε)Μ'Αεροπλάνα και Βαπόρια.



Γενικά μένω ικανοποιημένος από την πρώτη μου συνάντηση με έναν αξιόλογο συγγραφέα που δε γνώριζα και που θαρρώ πως ανήκει σε μια νέα ομάδα ανθρώπων που φέρνουν καινούριο αέρα στην Ελληνική Λογοτεχνία. Αποδεικνύεται πως μπορούν να υπάρξουν συναρπαστικά μα και συνάμα βαθυστόχαστα βιβλία, που να απευθύνονται σε ένα ευρύτατο κοινό, χωρίς λογοτεχνικούς αυνανισμούς,μα και χωρίς ξεπεσμό γλώσσας και πλοκής. Να βάλω σε αυτή την οιονεί ομάδα το Δημήτρη Μαμαλούκα, την Ιωάννα Μπουραζοπούλου, τον Αλέξη Σταμάτη, το Δημήτρη Σωτάκη, τον Αύγουστο Κορτώ, έχοντας σίγουρα ξεχάσει καμιά τριανταριά άλλους.


Και να ελπίσω όταν μεγαλώσω να γίνω μέλος της.

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2008

ΠΑΝΑΚΕΙΑ ΙΙ


Σα μαύρος καταρράχτης έπεφταν επάνω μου οι αμφιβολίες, αμείλικτες άρπυϊες, για το τι νόημα είχαν όλα αυτά. Τι επιδίωκα; Την εκδίκηση για έναν πατέρα που ποτέ δε θα μάθαινα αν ήταν πράγματι αυτός; Την ανεύρεση μιας κόκκινης σκόνης που ίσως και να μην υπήρχε πια; Ή μήπως την εξολόθρευση του άλλου μισού μου εαυτού, του μαύρου στρατού στη σκακιέρα της ψυχής μου, του σκοτεινού, του υποχθόνιου, του διαβολικού; Εκείνου με την ουλή στο μάγουλο, που δεν ήξερα πια αν ανήκε στο Δημήτριο ή σε μένα τον ίδιο; Ήταν αβάσταχτο και μόνο να το σκέφτομαι. Ήταν ένας ατέρμονος, ανελέητος βασανισμός.

Μόνο κοντά να φτάσω στη Ρώμη ήρθα στα συγκαλά μου. Ήταν τότε που η απόφασή μου κατακάθισε σα βαρύ ίζημα, μετά από ισχυρή ανατάραξη. Γιατί το ξεκαθάρισμα, είναι κι αυτό μια λύτρωση. Μόνιμη σαν το θάνατο, αφού εκεί, στη Ρώμη, ο ένας έπρεπε να πεθάνει. Ο Δημήτριος ή ο Νικόλαος. Το ίδιο ήταν.
...........................................................................................................
Ένα μικρό απόσπασμα από το νέο μου μυθιστόρημα, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Α.Α.Λιβάνη. Από την Πέμπτη 27/11 σε όλα τα κεντρικά βιβλιοπωλεία.

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2008

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΤΟΥ

Δυσκολεύεσαι όταν είναι να κάνεις κριτική σε φίλους. Κι αν δεν τα πήγαν καλά, τι τους λες; Ευτυχώς, με το Δημήτρη Μαμαλούκα δεν έχω τέτοιο πρόβλημα. Εξάλλου, πρώτα έγινα φίλος με το έργο του και μετά με τον ίδιο.


Η Μοναξιά της Ασφάλτου λοιπόν, είναι το καινούριο του νουάρ μυθιστόρημα, αυτή τη φορά από τη δικιά μας γειτονιά, τις εκδόσεις Λιβάνη. Λέω νουάρ, διότι το σκηνικό (η βρώμικη και σκοτεινή Μητρόπολη, που δεν κατονομάζεται, αλλά που κανείς δεν έχει αμφιβολία για το ποια είναι), οι χαρακτήρες και οι ρυθμοί ανταποκρίνονται πλήρως στο είδος.


Ο Πετράρχης ( ένας αμερικανόφερτος σήριαλ κίλερ), ο Τσίκης (ένας μπάτσος χωμένος στα σκατά), η Στέλλα (μπατσίνα και η ίδια, αλλά με ομοιότητες που θα της κοστίσουν), η Δέσποινα (μια καθώς πρέπει εργαζόμενη κοπέλα, αλλά με το παρελθόν της να την κυνηγάει ανελέητα), η Μιράντα (μια αφιονισμένη και εσωστρεφής γκόμενα) και ο Αμίρ (ένας δύστυχος αλλοδαπός) είναι οι μύγες που έχει πιάσει η Πόλη στον ιστό της και που πασχίζουν να ξεφύγουν από την ειμαρμένη τους, χωρίς να κατορθώνουν τίποτε περισσότερο από το να έρθουν πιο κοντά ο ένας στον άλλο με τον πιο ανατριχιαστικό τρόπο.


Το μεταφυσικό εύρημα της ομίχλης που πλακώνει την Πόλη από καιρό σε καιρό έρχεται να επιτείνει την αίσθηση της αποξένωσης των ηρώων και να συμβάλει στη σκιαγράφηση της καταχνιάς των ζωών τους. Και η άσφαλτος φυσικά. Η ταχύτητα, ο ίλιγγος των γρήγορων αμαξιών, η ψευδαίσθηση των ουσιών, η κλειστοφοβική λαγνεία, όλα πάνω στην τραχειά και ατελείωτη άσφαλτο. Και μυστικά, μικρά και μεγάλα, από εκείνα που συνθέτουν τις ουσίες όλων μας, μα και μερικά από κείνα που τις κάνουν να αποσυντίθενται, όπως φαίνεται στο σχεδόν "δαντικό" απόσπασμα από το βιβλίο:

"Η κτηνώδης Μητρόπολη τους κατάπινε σιγά σιγά. Σε λίγο του φαινόταν να οδηγεί σε μια πελώρια θάλασσα βρωμιάς και δυσωδίας. Είδε τον εαυτό του να είναι μέσα σε μια ξύλινη βάρκα και να προχωρά με δυσκολία ανάμεσα σε ετοιμοθάνατα πλάσματα. Κολυμπούσαν γύρω του μέσα στο αδιαφανές υγρό που κόχλαζε σαν οξύ (....)η πηχτή θάλασσα όμως που τους κύκλωνε -η ανήλεη Μητρόπολη- τους τραβούσε και πάλι μέσα της κάνοντάς τους να ουρλιάζουν καθώς οι σάρκες τους έλιωναν κι έφευγαν κομμάτια από τα πορφυρά κορμιά τους. Αυτή ήταν η αδηφάγος Πόλη. Χιλιάδες χιλιόμετρα βρόμικων δρόμων, στενών πεζοδρομίων, σκληρής ασφάλτου."


Οι χαρακτήρες του βιβλίου θα συνεχίσουν να κινούνται στα όρια (του νόμου, της ταχύτητας, τα δικά τους) μέχρι που να συγκρουστούν μεταξύ τους και να γίνουν κουβάρι. Ο συγγραφέας πλέκει εδώ τις αλληλουχίες των γεγονότων, τα μοιραία συναπαντήματα και την σημαντική στην εξέλιξη τοπογραφία με περισσή μαεστρία. Χαμογελώ, καθώς τον φαντάζομαι σκυμμένο πάνω από τον χάρτη της Αθήνας να σημειώνει δρόμους, στενά, να υπολογίζει χρόνους, βήματα, μέχρι κεραίας, μέχρι του τελευταίου λεπτού και του τελευταίου μέτρου, για να τοποθετήσει μέσα στο σκηνικό τους ήρωές του. Όμως, δεν είναι χάρτινοι ήρωες και -κυρίως- δεν είναι από τα παιδάκια που υπακούνε (και όποιος έχει γράψει, καταλαβαίνει τι εννοώ). Είμαι απόλυτα βέβαιος πως ο Μαμαλούκας θα ίδρωσε πολύ για να τους πείσει να κάνουν μερικά από αυτά που είχε κατα νου...


Στο τέλος ποιος θα φανεί τυχερός; Μα φυσικά εκείνος που θα πετύχει να σπάσει τον κλοιό της Πόλης και να απομακρυνθεί...


Η γλώσσα του κειμένου είναι δουλεμένη και ταιριαστή, οι διάλογοι νευρώδεις και εντός ρυθμού, οι ανατροπές ουκ ολίγες, ακόμα και στην ίδια σελίδα, τα ευρήματα πρωτότυπα και ενδιαφέροντα (όπως αυτό των καρτών Ταρώ που συνδέεται όμορφα με τις "επιχειρήσεις" του Πετράρχη) . Λίγα είναι τα σημεία στα οποία θα μπορούσα να διαφωνήσω, κυρίως στοιχεία της πλοκής (κάτι που αδυνατώ να αποβάλω, πάντα σκέφτομαι πως θα το έγραφα εγώ αυτό ή εκείνο) ή δευτερεύοντα στοιχεία των χαρακτήρων(πχ η ακραία συμπεριφορά της Δέσποινας).

Α, ναι! Να μην ξεχάσω τις εμμονές. Υπέροχες εμμονές, από αυτές που απολαμβάνει ο συγγραφέας αδιαφορώντας για τον αναγνώστη, όπως εδώ στις περιγραφές των δρόμων της πόλης. Και βέβαια οι εγκλεισμοί που δε θα μπορούσαν να λείπουν από ένα Μαμαλούκα. Εγκλεισμοί που ξεκινούν από το πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου και φτάνουν στην έκταση που καταλαμβάνει όλο το πυκνό, ξινό νέφος. Παρότι στο τέλος ο συγγραφέας συνδέει τον ήρωά του με αυτόν της "Χαμένης Βιβλιοθήκης του Δημητρίου Μόστρα", του προηγούμενου δηλαδή μυθιστορήματός του, προετοιμάζοντας για συνέχεια, δε μπορώ να θεωρήσω το βιβλίο ανώτερο του "Μόστρα", απλά διαφορετικό και εφάμιλλο. Εδώ θα διαφωνήσω με το librofilo που φάνηκε ιδιαίτερα αυστηρός (τι σου έφταιγε ο κακομοίρ-Αμίρ; :-)


Συνοψίζοντας, ένα πολύ καλό βιβλίο που διαβάζεται απνευστί και που παρά την αστυνομική πλοκή του χώνεται μέχρι τα έγκατα της ψυχής, τόσο των ηρώων του, όσο και της συλλογικής ψυχής της πόλης. Καλοτάξιδο, και... με την τελική μιας Μάσταγκ!
Υ.Γ. Περισσότερα στο ιστολόγιο του συγγραφέα, εδώ.


Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2008

ΠΑΝΑΚΕΙΑ


Ποιος είναι ο μικρός Έλληνας που φτάνει στη Μάλτα τον 16ο αιώνα κλεισμένος σ’ ένα βαρέλι με σαρδέλες;
Ποιος είναι ο Ιππότης που αναζητάει παντού την Πανάκεια, το μυθικό βοτάνι που γιατρεύει κάθε αρρώστια;
Ποιος είναι ο γέρος που συντροφιά μ’ ένα κρανίο αφηγείται τη ζωή του, χωμένος στις κατακόμβες του Παρισιού;



Μια ιστορία έρωτα, μίσους και μυστηρίου στη Μάλτα των Ιπποτών, την Ισπανία του Θερβάντες και την Ιταλία του Καραβάτζο.
Μια συναρπαστική αναζήτηση για το βοτάνι της Αναγέννησης και για το νόημα της ίδιας της ζωής και του θανάτου, στη σκιά ενός αδελφού με απαράλλαχτο πρόσωπο κι ενός κόσμου που αλλάζει διαρκώς πρόσωπα.



Ένα καταιγιστικό μυθιστόρημα που σας καλεί να αγγίξετε την Πανάκεια….
................................................................................................................................
Το νέο μου μυθιστόρημα είναι σχεδόν έτοιμο. Κυκλοφορεί σε δέκα μέρες από τις εκδόσεις Λιβάνη (πετυχημένη ομάδα δεν αλλάζει...). Θα χαρώ αν ταξιδέψετε μαζί μου στον Ύστερο Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, μέσα από τις περιπέτειες του Νικόλαου Αρμούρη. Θα χαρώ αν σας βοηθήσω να βρείτε κι εσείς την Πανάκεια...